Υπήρχε άλλος δρόμος; Του Χρήστου Λάσκου

Ερίκ Τουσέν, Συνθηκολόγηση ενηλίκων (μετάφραση: Φοίβος Αρβανίτης), redmarks 2020, σελ. 308

Όπως είναι γνωστό, ελπίζω, στην ελληνική αγωνιστική βιβλιογραφία, υπάρχει ένα καταπληκτικό έργο με τίτλο «Άλλος δρόμος δεν υπήρχε». Γραμμένο από τους Νίκο και Αργυρώ Κοκοβλή –έγινε και ντοκιμαντέρ το 2009 από τον Σταύρο Ψυλλάκη-  αφηγείται την απίστευτη ιστορία 6 μαχητών/μαχητριών του Δημοκρατικού Στρατού της Κρήτης, που από το 1948 μέχρι το 1962 επιβίωσαν σε σπηλιές των Λευκών Ορέων στα Χανιά, απομονωμένοι και κυνηγημένοι από θεούς και δαίμονες. Για ένα πουκάμισο αδειανό, θα μπορούσε να πει κάποιος, συνεκτιμώντας την καταστροφική πολιτική της σταλινικής ηγεσίας, που οδήγησε σε συντριπτική ήττα το μεγαλύτερο αντιστασιακό κίνημα στην Ευρώπη. Κι όμως, ο Νίκος και η Αργυρώ, έχοντας φάει τα νιάτα τους στα κρητικά ρουμάνια, με καθημερινό τον κίνδυνο της σύλληψης και της εκτέλεσής τους, γράφουν το βιβλίο, για να πουν, σε πολύ προχωρημένη πια ηλικία, πως σε ό,τι αφορά την κοινωνική και πολιτική τους στράτευση, άλλος δρόμος δεν υπήρχε.

Πόσο ειρωνικό είναι το γεγονός πως ο πολιτικός φορέας, που θεωρεί πως «του ανήκουν» ο Νίκος και η Αργυρώ, είπε το «άλλος δρόμος δεν υπήρχε» με τον ακριβώς αντίθετο τρόπο: προκειμένου, δηλαδή, το καλοκαίρι του 2015, να προχωρήσει στη μεγαλύτερη και πιο ραγδαία πολιτική μεταστροφή στη παγκόσμια, ίσως, ιστορία.  Προδίδοντας την εκφρασμένη βούληση της κοινωνικής πλειοψηφίας για το τέλος των Μνημονίων και της λιτότητας στην Ελλάδα.

Για την κυβέρνηση Τσίπρα το «άλλος δρόμος δεν υπήρχε» σήμαινε πως οποιαδήποτε άλλη επιλογή από την πλήρη συνθηκολόγηση –εξανδραποδισμός είναι η σωστή λέξη, έστω και όχι ακριβώς πολίτικλι κορέκτ- θα έφερνε σεισμούς, λιμούς και καταποντισμούς. Πρόκειται στην πραγματικότητα για την θεωρία Σοφίας Βούλτεψη, σύμφωνα με την οποία, «μετά την κατάρρευση των τραπεζών», θα επακολουθούσε, κατά τη βαρουφάκεια διατύπωση, «επιστροφή στη νεολιθική εποχή», επιστροφή, δηλαδή, στο ησιόδειο άροτρο και στην πλήρη έκλειψη του χαρτιού υγείας.

Στα χρόνια που μεσολάβησαν αυτό διακινήθηκε πληθωριστικά, έγινε ευρύτατα πιστευτό και διαμόρφωσε τη νέα διπολική μας κανονικότητα, η οποία, επομένως, δεν επιτρέπει παρά μόνο εκδοχές λίγο διαφορετικής διαχείρισης του ίδιου νεοφιλελεύθερου καθεστώτος.

Ποιόν ενδιαφέρει, άραγε, να ανασκαλεύουμε ξανά και ξανά αυτό το «τραύμα»; Γιατί να επιστρέφουμε διαρκώς εκεί; Και τι θα γίνει, δηλαδή, αν αποδειχτεί πως υπήρχε άλλος δρόμος; Αφού ανασκάφτηκε, με τόσο βάναυσο τρόπο, που στην θέση του δεν υπάρχει πια παρά σχεδόν τίποτε;

Μπορώ να το πω με δυο λόγια.

Εκτός του ότι πρόκειται για μια μείζονα στιγμή της ελληνικής ιστορίας, που και ως αυτό μόνο, αξίζει διαρκώς να ανασκαλεύεται, το κυριότερο είναι, νομίζω, πως η δική μας καταστροφική αποτυχία μπορεί να βοηθήσει κατοπινές προσπάθειες ανατροπής αλλού στον κόσμο.

Ίσως, μάλιστα, αυτό να εξηγεί το γεγονός πως η καλύτερη –ορθότερα, η πιο ολοκληρωμένη και ψύχραιμη– απάντηση στον εάν υπήρχε άλλος δρόμος, δόθηκε από έναν «ξένο». Γιατί αυτό κάνει ο Ερίκ Τουσέν στην «Συνθηκολόγηση ενηλίκων». Και το κάνει τόσο καλά και πειστικά, που νομίζω πως θα αποσιωπηθεί η μείζων παρέμβασή του πλήρως από την αξιωματική αντιπολίτευση, τα μέσα και τους διανοούμενούς της.

Η δουλειά του Τουσέν είναι, από μια άποψη, η τελευταία λέξη για το ζήτημα της αποτίμησης. Το σύνολο σχεδόν όσων καταθέτει έχουν ήδη λεχθεί από ανθρώπους της ριζοσπαστικής Αριστεράς, τότε κι έκτοτε. Από αυτήν την πλευρά δεν κομίζει κάτι πρωτοφανές. Ωστόσο, το βιβλίο, ως σύνθεση που «βγάζει νόημα σε όλα» είναι μοναδικό. Θα είναι, από δω και στο εξής, αναγκαστικό σημείο αναφοράς.

Ο Τουσέν εξιστορεί το τι έγινε και αποδομεί, σημείο προς σημείο, όλα τα «επιχειρήματα» της κυβερνησάσης, που «εξηγούν» το πραξικόπημα Τσίπρα του Ιουλίου-Αυγούστου 2015.

Δίνει πρωταγωνιστικό ρόλο στο Βαρουφάκη, το πρόσωπο που επέλεξε η «ηγεσία» προκειμένου, όπως ο ίδιος αφηγείται στο βιβλίο του, να ξεδοντιαστεί το κόμμα και οι λειτουργίες του στο σημαντικότερο πεδίο πολιτικής. Ο Βαρουφάκης, ως «ελεύθερο ηλεκτρόνιο» δεν θα δεσμεύονταν από τα παλαιοκομμουνιστικά κολλήματα της αιρετής-θεσμικής ηγεσίας του κόμματος, δηλαδή της ΚΕ και της ΠΓ. Ο Τουσέν παρακολουθεί όλη την πορεία του πράγματος χωρίς να επηρεάζεται από τη γελοιότητα, που αποπνέει και η οποία είναι προφανής σε όποιον διαβάσει το βιβλίο του Βαρουφάκη. Η απίστευτα χαμηλή ποιότητα της σχετικής ταινίας του Γαβρά είναι ενδεικτική, για όσους δεν αντέχουν, δικαίως, να διαβάσουν Βαρουφάκη «στο πρωτότυπο».

Ο Τουσέν, λοιπόν, παρακολουθεί με απόλυτη σοβαρότητα τα γεγονότα και δείχνει ότι, όντως, όπως συνέβησαν τα πράγματα δεν αφέθηκε άλλος δρόμος. Αν προσθέσουμε, μάλιστα, και το γεγονός πως οι αριστερές τάσεις του κόμματος είτε άργησαν πολύ είτε διαμόρφωσαν προγραμματικές προτεραιότητες, που κάθε άλλο παρά εναλλακτικές φαίνονταν, η κατάληξη δεν θα πρέπει καθόλου να εκπλήσσει.

Το απολύτως βέβαιο είναι πως η ετσιθελική επιλογή του Βαρουφάκη σήμανε μια ολοκληρωτική μετατόπιση της πολιτικής του κόμματος ενάντια στα θεμελιώδη στοιχεία που το είχαν μετατρέψει σε μεγάλη αντιπολιτευτική δύναμη.

Ο Βαρουφάκης, ως σύμβολο της «νέας κατάστασης», δεν κωλώνει. Μπορεί να δώσει πράγματα χωρίς περιττές ντροπές. Στα εργασιακά π.χ.  δεν είχε πρόβλημα να ακολουθήσει «καλές ευρωπαϊκές πρακτικές» -το λέει με σαφήνεια η δυσώνυμη συμφωνία της 20ής Φεβρουαρίου. Να πώς συνοψίζει ο ίδιος την πρόταση που έκανε στους Κινέζους το Μάρτιο του 2015:

Η Ελλάδα διαθέτει υψηλής ποιότητας εργατικό δυναμικό, του οποίου οι μισθοί έχουν μειωθεί κατά 40%. Γιατί να μην ζητήσετε από επιχειρήσεις όπως η Foxconn (Με το παγκόσμιο ρεκόρ εργατικών αυτοκτονιών!, Χ.Λ.) να κατασκευάσουν ή να μεταφέρουν εγκαταστάσεις σε μια τεχνόπολη κοντά στον Πειραιά, απολαμβάνοντας ειδικό φορολογικό καθεστώς; (σελ. 210).

Ή η απόλυτη συμφωνία του με ένα «σωστό» πρόγραμμα ιδιωτικοποιήσεων.

Ή η ιδέα του –όρος στον Τσίπρα για να αναλάβει το υπουργείο– οι ελληνικές τράπεζες να περάσουν στην ιδιοκτησία των «Ευρωπαίων», που «πλήρωναν για την Ελλάδα», ενώ η σαφής άποψη του κόμματος ήταν πως έπρεπε να περάσουν στο δημόσιο, όπως ήδη η μετοχική τους σύνθεση επέβαλλε.

Ή η πλήρης εγκατάλειψη του αιτήματος για διαγραφή του χρέους στο όνομα μιας «έξυπνης» αναδιάρθρωσης, η οποία διακήρυσσε πως θα πληρώσει μέχρι κεραίας.

Να μην συνεχίσω. Η ατζέντα Βαρουφάκη σήμαινε πως η κυβέρνηση πορεύονταν σε σύγκρουση με όλα όσα είχε προτείνει προγραμματικά. Η πρότασή της είχε γίνει αγνώριστη. Η «διαπραγμάτευση», λοιπόν αφορούσε εντελώς άλλα πράγματα από αυτά που είχαν συνομολογηθεί συλλογικά και προτάθηκαν προεκλογικά στον ελληνικό λαό προς έγκριση.

Η παράθεση του Τουσέν όλων αυτών και άλλων πολλών δείχνει πόσο ήδη από την αρχή της διακυβέρνησης και πριν από αυτήν, όλα είχαν ήδη «δοθεί» στο όνομα του έντιμου συμβιβασμού. Όταν, μάλιστα, περιγράφεται και ο κύκλος των ανθρώπων που θα τα υλοποιούσαν – από τον Πιγκάς της Λαζάρ μέχρι τον Σάμερς και τον Τζέφρι Σακς η τον Λόρδο (!) Λάμοντ, την Παναρίτη, τον Μάρδα και τον Σαγιά) το πράγμα γίνεται διασκεδαστικό, δηλαδή τρομακτικό.

Ο Τουσέν κάνει φύλλο και φτερό όλη την περίοδο και δείχνει γιατί επήλθε η συντριπτική ήττα. Δείχνει επίσης πειστικά πως, ακόμη και τον Ιούλιο, με όλες τις βλακώδεις ασυναρτησίες και το εκκούσιο ξεπουπούλιασμα των ταμείων του κράτους για να πληρώνεται το ΔΝΤ υπήρχαν δυνατότητες απεμπλοκής. Μόνο που η κυβέρνηση ήταν εναντίον των περιορισμών στην …κίνηση κεφαλαίων. Αφού, λοιπόν, χάθηκαν 40 δισεκατομμύρια καταθέσεων, τελικά οι περιορισμοί επιβλήθηκαν από τους «εταίρους» – γκραν σουξέ.

Ο Τουσέν επισημαίνει δύο καθοριστικά στοιχεία της καταστροφής. Η έλλειψη οποιασδήποτε προσπάθειας επαφής και ενημέρωσης–ανταλλαγής διαθέσεων με τον ελληνικό λαό και μια δουλεμένη επιχείρηση απεύθυνσης στους Ευρωπαίους εργαζόμενους, εφόσον όλα έγιναν στο πεδίο της μυστικής διπλωματίας και της επικοινωνιακής διαχείρισης,  ήταν το πρώτο.

Το άλλο –σημαντικότερο κι από τη στάση των «ξένων»– υπήρξε η πλήρης απροθυμία για σύγκρουση με τους Έλληνες καπιταλιστές. Χωρίς αυτό, όμως, όλα τα άλλα, ακόμα κι αν ήταν καλά καμωμένα, ήταν μάταια.

Τι θα έπρεπε να είχε γίνει [λοιπόν]; Η απάντηση είναι απλή: να τηρηθούν οι προεκλογικές δεσμεύσεις –ήταν ηθικό δημοκρατικό καθήκον και ο μόνος τρόπος επιτυχίας (σελ. 204).

Τόσο απλά! Το να λες την αλήθεια και να πράττεις ανάλογα είναι το υπέρτατο καθήκον για ανθρώπους που νοιάζονται για την αλλαγή του κόσμου.

Ο Τουσέν πείθει πως, αν γινόταν αυτό το πολύ απλό, η τύχη μας θα ήταν πολύ καλύτερη. Προσυπογράφω ασμένως. Νομίζω το ίδιο θα συμβεί και με πολλούς από όσους δεν είναι ακόμη το ίδιο πεισμένοι.

 

Η παρουσίαση του βιβλίου στη Θεσσαλονίκη θα γίνει τη Δευτέρα 29 Ιουνίου στο αίθριο του Δημαρχείου από τον υπογράφοντα, τον Αντώνη Νταβανέλο και τον Ερίκ Τουσέν (από μακριά), σε μια εκδήλωση που θα μεταδοθεί ζωντανά στο διαδίκτυο