Washington Post: Ο νέος ιδιοκτήτης και οι σχέσεις του με κυβέρνηση, CIA

ΜΜΕ

H Washington Post ανακοίνωσε τη Δευτέρα ότι η εφημερίδα πωλήθηκε στον ιδρυτή και διευθύνοντα σύμβουλο της Amazon.com, Jeff Bezos, στην τιμή των 250.0000 δολαρίων. Ο Bezos, ένας από τους πλουσιότερους ανθρώπους στον κόσμο, ελέγχει τώρα μία από τις πιο ισχυρές εφημερίδες στις ΗΠΑ. Ορισμένοι επικριτές της πώλησης της εφημερίδας έχουν τονίσει τους στενούς δεσμούς που έχει ο Bezos με την αμερικανική κυβέρνηση, και όχι μόνο.

Το 2010, η Amazon σταμάτησε τη «φιλοξενία» της ιστοσελίδας Wikileaks υπό συνθήκες έντονης πολιτικής πίεσης.

Νωρίτερα αυτό τον χρόνο, η Amazon υπέγραψε με την CIA ένα συμβόλαιο σχετικό με το cloud computing (σ.σ αποθήκευση και χρήση δεδομένων από υπολογιστές μέσω ίντερνετ).

Όπως έγραψε σε άρθρο της η Emily Bell, από το Tow Center for Digital Journalism της Κολούμπια, «πώς θα αντιδράσει ο Bezos–ειδικά μετά από την πρόσφατη συμφωνία της Amazon ύψους 600 εκατομμυρίων δολαρίων με την CIA για να της παρέχει πρόσβαση σε δεδομένα (cloud computing)- στο ξέσπασμα ειδήσεων σχετικά με τη συνδρομή του στη NSA και τη μυστική του συμφωνία με την τεχνολογική βιομηχανία για να καταγράφουν το κάθε βήμα μας;».

Επιπλέον, ανεξάρτητοι εκδότες και βιβλιοπώλες εδώ και καιρό έχουν εκφράσει παράπονα για τις πρακτικές της Amazon.

O Bezos μπορεί να δήλωσε ότι η εφημερίδα Washington Post θα παραμείνει η ίδια, όμως παραμένει ασαφές τι αλλαγές εν τέλει βρίσκονται σε εξέλιξη. Την προηγούμενη χρονιά, ο Bezos ανέφερε σε μία συνέντευξή του στη γερμανική Berliner Zeitung: «Για ένα πράγμα είμαι σίγουρος. Δεν θα υπάρχουν έντυπες εφημερίδες σε 20 χρόνια. Ίσως ως προϊόντα πολυτελείας σε κάποια ξενοδοχεία που θα θέλουν να προσφέρουν μία ιδιαίτερη υπηρεσία. Αλλά οι έντυπες εφημερίδες δεν θα είναι κάτι φυσιολογικό σε 20 χρόνια».

«Μια μονοπωλιακή εφημερίδα, ειδικά όπως η Washington Post στην πρωτεύουσα της χώρας, ενώ ίσως δεν είναι μία εμπορικά βιώσιμη επιχείρηση, εξακολουθεί να έχει τεράστια πολιτική δύναμη», λέει ο Robert McChesney, συνιδρυτής του Free Press. «Πρόκειται για ένα παιχνιδάκι για αυτούς τους δισεκατομμυριούχους, το οποίο μπορούν μετά να χρησιμοποιήσουν για να προωθήσουν επιθετικά τις δικές τους πολιτικές».

Όπως εξηγεί ο McChesney, «το θέμα είναι ότι η αξία της Washington Post, όπως και άλλων μέσων ενημέρωσης σε αυτή τη χώρα (ΗΠΑ) έχει πέσει κατά πολύ τα τελευταία 10 χρόνια ίσως και κατά το ένα δέκατο -το ένα πέμπτο από το οποίο ήταν στα τέλη της δεκαετίας του 1990- ενώ σε αυτό τον τομέα δεν γίνονται εμπορικές επενδύσεις. […] Η εμπορική δημοσιογραφία δεν είναι πλέον κερδοφόρα. Γι’ αυτό οι επενδυτές πηδούν απ’ το πλοίο». 

Ο κριτικός ΜΜΕ, Jeff Cohen, σημειώνει ότι η Washington Post προχώρησε σε δημοσιεύματα για το σκάνδαλο Watergate και τα έγγραφα του Πενταγώνου τις τελευταίες δεκαετίες, επιτυχίες που δύσκολα θα επαναληφθούν με το νέο ιδιοκτησιακό καθεστώς. Πιστεύει όμως οι θεωρίες ότι ο Bezos θα καταστρέψει τη δημοσιογραφική παράδοση της εφημερίδας είναι αβάσιμες καθώς ήδη τα τελευταία χρόνια «η Washington Post είναι η εφημερίδα της δικομματικής συναίνεσης».

Για τον Cohen, ο Bezos μπορεί να είναι φιλελεύθερος στα κοινωνικά ζητήματα αλλά είναι βαθιά συντηρητικός στα οικονομικά και στον τον τομέα των εργασιακών: «Διαβάζω όλα αυτά που γράφονται για την πολιτική του Bezos, που βέβαια είναι σημαντικά όταν είσαι ο μοναδικός ιδιοκτήτης μιας εφημερίδας ο οποίος ασκεί τόσο μεγάλη επιρροή όπως η Washington Post. Εφημερίδα μάλιστα  η οποία ουσιαστικά μας ώθησε να προχωρήσουμε στην εισβολή στο Ιράκ πριν από περίπου μία δεκαετία. Αλλά ο Bezos είναι όπως και πολλά άλλα εταιρικά στελέχη: Είναι φιλελεύθερος σε ό, τι αφορά την κοινωνική πολιτική – έδωσε χρήματα για την εκστρατεία υπέρ των γάμων ομοφυλοφίλων – αλλά είναι πολύ συντηρητικός στα οικονομικά ζητήματα, γεγονός που επηρέασε την εταιρεία που τον έκανε πλούσιο και ισχυρό. [...] Είναι συντηρητικός και σε ό,τι αφορά τα εργασιακά δικαιώματα, και γνωρίζουμε πόσο κακή εργατική πολιτική έχει η Amazon».

Σύμφωνα με τον εκδότη των Melville Books, Dennis Johnson ,η Amazon είναι μία εταιρεία που δεν έβγαλε ποτέ χρήματα. Μπορεί οι τριμηνιαίες αναφορές των εσόδων της να είναι πολύ υψηλές όμως παράλληλα είναι πολύ υψηλές και οι απώλειές της. «Οπότε, όταν τον βλέπεις (τον Bezos) να αναλαμβάνει την Washington Post, αναρωτιέσαι αν θα μπορέσει να την κάνει κερδοφόρα, αλλά τον ίδιο μάλλον δεν τον νοιάζει», τονίζει.

«Πρόκειται για μια πολύ σκληρή εταιρεία για να τα βάλει κανείς μαζί της, μία εταιρεία που έχει αναπτύξει ένα εντελώς νέο μοντέλο για την αγορά των ιδεών», προσθέτει. «H Amazon, από την ίδρυσή της, ήταν μια εταιρεία η οποία πάντα απέφευγε τις πληρωμές φόρων ή την είσπραξη φόρων επί των πωλήσεων, όχι μόνο στις ΗΠΑ αλλά και ανά τον κόσμο», καταλήγει ο Johnson.

Πηγή: tvxs.gr