Πατριώτες, κοσμοπολίτες, διεθνιστές. Του Δημοσθένη Παπαδάτου – Αναγνωστόπουλου

Πέρρυ Άντερσον, Δημήτρης Κιτσίκης, Διεθνισμός και εθνικισμός (μτφρ.: Σωτήρης Γιαννέλης, Δημήτρης Κιτσίκης). Μια εισαγωγή, Έξοδος 2019, σσ. 135

 

Από τη δεκαετία του ‘40 ίσαμε σήμερα, η εδαφική ακεραιότητα της Ελλάδας δεν έχει απειληθεί ποτέ. Πάνε τρεις δεκαετίες, όμως, που η ελληνική σημαία υψώνεται ξανά και ξανά για να οριοθετήσει «ζωτικό χώρο»: Το ’92-’93 για το Μακεδονικό και το ‘96 για τα Ίμια· το ’99 για να σηκώνουν τη σημαία στις παρελάσεις όσοι «γεννήθηκαν Έλληνες» και το 2000 για να γράφεται το θρήσκευμα στις ταυτότητες· το 2004 για να μην περάσει το Σχέδιο Ανάν και το 2007 για να αποσυρθεί το βιβλίο Ιστορίας της έκτης Δημοτικού· το 2011 προκειμένου να μην έχουν ιθαγένεια τα παιδιά που δεν γνώρισαν άλλη πατρίδα από την Ελλάδα και το 2018 για να μην υπογραφεί η Συμφωνία των Πρεσπών. Οι τωρινές συγκεντρώσεις των «ιδιοκτητών της χώρας» ενάντια στους πρόσφυγες είναι ο πιο πρόσφατος κρίκος στην ίδια αλυσίδα.

Η ελληνική σημαία υψώνεται ξανά και ξανά, για τους πιο διαφορετικούς λόγους. Το 2010, οι πρώτοι μνημονιακοί έκαναν έκκληση για έναν «πατριωτισμό της κρίσης»· απέναντί τους, οι «Αγανακτισμένοι» της πλατείας Συντάγματος σήκωσαν πρώτα τη γαλανόλευκη για να καταγγείλουν τους «Κουίσλινγκ» – αλλά τα σύμβολα άλλαξαν γρήγορα. Ανάλογες μεταμορφώσεις, με ρίζες στο παρελθόν, βλέπεις ακόμα στην Ευρώπη. Από τη μια, ο αυταρχικός ισπανικός εθνικισμός, που έφτασε την Ισπανία στα πρόθυρα της σύρραξης· από την άλλη ο καταλανικός εθνικισμός που, φτύνοντας τις επιβιώσεις του Φράνκο, ζήτησε και ζητά δικό του, αυτόνομο κράτος. Και ο διεθνισμός;

Ο Πέρι Άντερσον μας ξεναγεί στις συγκρούσεις και τις μεταμορφώσεις του εθνικισμού και του διεθνισμού, από τον 18ο αιώνα: τόσο πίσω χρειάζεται να πάει για να μας δείξει πόσο «εύπλαστες», πόσο προσαρμοστικές, αλλά και «πόσο» ταξικές είναι οι δύο ιδεολογίες. Η ματιά στη μακρά διάρκεια φανερώνει κοινούς τόπους και διαφορές που δεν φαίνονται με την πρώτη ματιά. Αλλά γι’ αυτό ακριβώς χρειαζόμαστε τη θεωρία και την ιστορία: για να μας φανερώνουν αυτά που μας κρύβουν τα φαινόμενα.

Πατριωτισμός

Γιατί όμως ο πατριωτισμός ανάγεται στην επανάσταση των αποικιών της Βόρειας Αμερικής κατά της Βρετανίας, και στη Γαλλική Επανάσταση; Νωρίτερα, μας λέει ο Πέρι Άντερσον, οι επαναστάσεις στις Κάτω Χώρες και στην Αγγλία γίνονταν στο όνομα του Θεού. Ο 18ος αιώνας είναι που επαναστατεί –πρώτα στην Αμερική και μετά στη Γαλλία– στο όνομα του λαού. Ο πατριωτισμός της εποχής, που μιλά τη γλώσσα της ελευθερίας, των φυσικών δικαιωμάτων και του Ορθού Λόγου –την γλώσσα δηλαδή της πολιτικής: όχι του πολιτισμού– θα είναι κάτι μοναδικό σε σχέση με ό,τι ακολουθεί:

Η Αμερικανική και η Γαλλική Επανάσταση έλαβαν χώρα […] σε έναν κόσμο που προηγείτο ακόμη της Βιομηχανικής Επανάστασης, έναν κόσμο στον οποίο το κεφάλαιο εξακολουθούσε να είναι κατά βάση εμπορικό ή αγροτικό. Γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο οι αντίστοιχες ιθύνουσες ομάδες μπορούσαν συνήθως να κινητοποιούν με το μέρος τους τους άμεσους παραγωγούς στην πόλη και στην επαρχία – δηλαδή τις λαϊκές μάζες, που αποτελούνταν κυρίως από τεχνίτες και καλλιεργητές. Δεν υπήρχε ακόμα, ως γενικό κοινωνικό φαινόμενο, το ταξικό χάσμα μεταξύ εργοστασιαρχών και εργατών, που θα δημιουργούσαν αργότερα τα βιομηχανικά εργοστάσια. Ο πατριωτισμός ως μία μοναδική έννοια μπορούσε θεωρητικά να συμπεριλάβει τους πάντες, τόσο τις ανερχόμενες όσο και τις υποτελείς τάξεις (σ. 16).

Οι επαναστάτες της εποχής αποκαλούνταν «πατριώτες»· την ίδια στιγμή, όμως, ήταν οικουμενιστές: Ο Τόμας Πέιν ήταν Άγγλος που ξεσήκωσε τους Αμερικανούς κατά των Βρετανών. Ο φιλελεύθερος ευγενής Λαφαγιέτ, πριν αναλάβει ηγετικό ρόλο στη Γαλλική Επανάσταση, ήταν αξιωματικός στο στρατό της Αμερικανικής Ανεξαρτησίας. Ο Μπολίβαρ, που ο Νίκος Εγγονόπουλος τον σκέφτηκε «του Ρήγα Φεραίου παιδί», αγωνίστηκε για όλη την Αμερική – όχι μόνο για την ιδιαίτερη πατρίδα του. Και ο Καντ σκέφτηκε ότι, μόλις εκλείψουν οι μοναρχικοί μεγαλοϊδεατισμοί, θα εξαφανιστούν μαζί και οι πόλεμοι (σ. 18-19).

Εθνικισμός

Σε αντίθεση με τον πατριωτισμό του 18ου αιώνα, ό,τι λέμε σήμερα εθνικισμό έχει ρίζες στις αρχές του 19ου αιώνα: στην εξέγερση κατά του Παλαιού Καθεστώτος, που στηριζόταν στις δυναστείες και τη θρησκευτική πίστη. Η ταξική διάσταση είναι, εδώ, πιο ισχυρή:

Ο όρος αυτός (σ.σ.: ο εθνικισμός) δημιουργήθηκε προκειμένου να εκφράσει τη φιλοδοξία των ιδιοκτητριών τάξεων να δημιουργήσουν το δικό τους κράτος μέσα σε έναν κόσμο ο οποίος όλο και περισσότερο κυριαρχείτο από την Βιομηχανική Επανάσταση, αλλά στον οποίο αυτές βρίσκονταν σε ζώνες λιγότερο ανεπτυγμένες από το αρχικό βρετανικό επίκεντρο ή τους διαδόχους τους. Αυτές οι τάξεις ήταν αποφασισμένες πάνω απ’ όλα να εξομοιωθούν με τις ηγέτιδες βιομηχανικές χώρες της εποχής, δηλαδή να τις φθάσουν και να τις ξεπεράσουν. Έτσι η ζώνη των θυελλών αυτού του νέου είδους εθνικισμού ήταν το Βέλγιο, η Γερμανία, η Ιταλία, η Πολωνία και η Ουγγαρία (σ. 23).

Δεν είμαστε πια στον ορθολογικό πολιτικό πατριωτισμό του 18ου αι.. Ο εθνικισμός του 19ου είναι ρομαντικός και πολιτισμικός: δίνει μεγάλη σημασία στη γλώσσα και την καταγραφή της εμπειρίας των προηγούμενων γενεών. Τον ενσαρκώνουν ιδανικά πεζογράφοι και ποιητές: στη Γερμανία ο ποιητής και φιλόσοφος Χέρντερ, στην Ιταλία ο ποιητής Ματσόνι, στην Πολωνία ο λογοτέχνης Μιτσκιέβιτς. Όμως ο ρομαντικός εθνικισμός συνδέεται με την Άνοιξη των Λαών του 1848: δεν σημαίνει ντε και καλά μίσος για τις πατρίδες των άλλων. Ο Γκαριμπάλντι είναι η κεντρική φιγούρα του ιταλικού εθνικισμού· τον βρίσκεις μετά να μάχεται για προοδευτικούς σκοπούς στη Βραζιλία και την Ουρουγουάη (σ. 27).

Σωβινισμός

Μετά το δεύτερο μισό του 19ου αιώνα, κι εκεί όπου «το κεφάλαιο […] συγκεντρωνόταν διαρκώς σε μεγαλύτερες επιχειρήσεις, οι οποίες επεδίωκαν τον μονοπωλιακό έλεγχο των εσωτερικών αγορών ή την άσκηση πιέσεως για την πραγματοποίηση αποικιακών προσαρτήσεων» (σ. 30-31)–, ο εθνικισμός μεταμορφώνεται ξανά. Πρώτα στη Βρετανία, τη Γερμανία, τη Γαλλία και την Ιταλία γίνεται σωβινισμός:

Ο σωβινισμός που συνόδευε και διασφάλιζε αυτόν τον νέο επεκτατισμό αντλούσε συνήθως το λεξιλόγιό του από τον κοινωνικό δαρβινισμό. Το θεωρητικό του ιδίωμα ήταν κατ’ ουσίαν θετικιστικό και ο ορισμός του για το έθνος ήταν ολοένα και περισσότερο εθνολογικός [ethnic] (σ.σ.: μήπως σωστότερα «εθνοτικός»;), δηλαδή ένα μείγμα πολιτισμικών και βιολογικών στοιχείων […] (σ. 31).

Η σημαντική συμβολή του Άντερσον είναι ότι επιμένει όχι μόνο στην ταξικότητα, αλλά και στη διεθνή εμβέλεια του εθνικισμού κάθε εποχής: Κανένας εθνικισμός δεν «λειτουργεί» μόνο στο εσωτερικό της χώρας όπου εκδηλώνεται. Εφόσον συνδέεται με τη διεθνή «σταδιοδρομία» του κεφαλαίου, κάθε εθνικισμός είναι, την ίδια στιγμή, εθνικός και διεθνής – κι αυτό ακριβώς είναι που κάνει σημαντικό τον διεθνισμό. Ένα παράδειγμα γι’ αυτό: ο σωβινιστικός εθνικισμός του 19ου αιώνα:

Ο δεσπόζων εθνικισμός συνετέλεσε στην εξουδετέρωση των κινδύνων που εγκυμονούσε η επέκταση του δικαιώματος ψήφου, μετατοπίζοντας κοινωνικές εντάσεις από το ταξικό πεδίο στο πεδίο των εθνικών ανταγωνισμών. Δεν είναι τυχαίο ότι οι αρχιτέκτονες της εκλογικής μεταρρύθμισης αυτής της περιόδου ήταν συχνά αυτοί που υποκινούσαν αυτόν τον νέο υπερεθνικισμό – ο Ντισραέλι στην Αγγλία, ο Μπίσμαρκ στην Γερμανία και ο Τζιολίτι στην Ιταλία (σ. 33).

Φασισμός

Δεύτερο παράδειγμα αυτής της διπλής λειτουργίας, ο φασισμός. Αναπτύχθηκε σε μια εποχή που μας ενδιαφέρει ιδιαίτερα σήμερα: στην εποχή που «το κεφάλαιο εκινείτο προς ακόμα πιο εξελιγμένες μορφές συγκέντρωσης, όχι όμως πια μέσα σε ένα πλαίσιο διεθνούς εμπορίου και μακροχρόνιας οικονομικής ανόδου αλλά ύφεσης, προστατευτισμού και αυτάρκειας (σ. 37). Στηριζόμενος θεωρητικά σε έναν μοντέρνο ανορθολογισμό (Νίτσε, Σορέλ, Τζεντίλε), ο φασισμός

Αφενός χρησίμευσε στην κινητοποίηση των υποτελών τάξεων κατά των νικητών του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου για έναν δεύτερο γύρο ενδοϊμπεριαλιστικού ανταγωνισμού [σ.σ.: διεθνής ρόλος] Ταυτοχρόνως, λειτούργησε ως μηχανισμός ανασχέσεως των μαζών σε χώρες όπου η κοινοβουλευτική δημοκρατία είχε περιέλθει σε μία ανέκκλητη κρίση και μεγάλες μερίδες της εργατικής τάξης κινούνταν προς τον επαναστατικό σοσιαλισμό (σ. 39).

Αντιιμπεριαλιστικος εθνικισμος

Η σύνδεση που επιχειρεί ο Άντερσον, ανάμεσα στον εκάστοτε εθνικισμό και διεθνισμό, και τη δυναμική –εθνική και διεθνή– των ταξικών αγώνων, αφορά και τον μεταπολεμικό κόσμο. Στις αντιαποκιακές και αντιιμπεριαλιστικές εξεγέρσεις πρωταγωνιστούν οι πιο διαφορετικές κοινωνικές τάξεις και στρώματα: η τοπική αστική στην Ινδία, οι μεσαίες σε Μεξικό και Τουρκία, μικρομεσαία στρώματα στην Ινδονησία, οι αγρότες στην επαναστατική Κίνα, το Βιετνάμ και τη Γιουγκοσλαβία. Ο κοσμοπολιτισμός, ο «διεθνισμός του κεφαλαίου», φτιάχνει θεσμούς όπως παλιότερα η εργατική τάξη με τις Διεθνείς: το σύστημα Μπρέτον Γουντς, το ΝΑΤΟ, την GΑΤT και την ΕΟΚ. Ενώ η κρίση της δεκαετίας του ’70 κάνει κάποιους από τους θεσμούς αυτούς ξεπερασμένους, η ανταπόκριση του διεθνούς καπιταλισμού είναι ένας ακόμα στενότερος πολιτικός συντονισμός, με την εμφάνιση των G-7.

Στον αντίποδα, στις χώρες του «υπαρκτού», ένας γραφειοκρατικός εθνικισμός αναπληρώνει δύο κενά: στο μεν εσωτερικό, το κενό νομιμοποίησης των ελίτ, ελλείψει μιας φιλελεύθερης δημοκρατίας δυτικού τύπου· στο δε διεθνές πεδίο, το οικονομικό χάσμα με τη Δύση, καθώς οι παραγωγικές δυνάμεις στην Ανατολή «ήταν αντικειμενικά πολύ λιγότερο διεθνοποιημένες από αυτές του καπιταλιστικού κόσμου (σ. 59).

***

Το κείμενο του Πέρι Άντερσον γράφτηκε το 2002, όταν ο επεμβατικός φιλελεύθερος «διεθνισμός» των ΗΠΑ ήταν ακόμα στην ακμή του: δεν είμαστε πια εκεί. Είναι, ωστόσο, εξαιρετικά επίκαιρο, γιατί μας δείχνει μια μέθοδο: οι ιδέες δεν εξηγούνται από άλλες ιδέες ή, ακόμα χειρότερα, ψυχολογικά. Σε κάθε συγκυρία, διαφορετικά τμήματα κοινωνικών τάξεων (οι ξεριζωμένοι τεχνίτες των ευρωπαϊκών πρωτευουσών, στα χρόνια της Πρώτης Διεθνούς· οι νέοι εργάτες στα εργοστάσια της επαρχίας, στα χρόνια της Δεύτερης· το βιομηχανικό κεφάλαιο που επιβάλλει πολιτική δασμών στις ΗΠΑ σήμερα) καθορίζουν τι απαντήσεις παίρνει το ερώτημα «τι είναι η πατρίδα μας;», μέσα από αντίστοιχους θεσμούς και αναδεικνύοντας τις προσίδιες ηγετικές φυσιογνωμίες. Στην περίπτωση των διεθνιστών του εικοστού αιώνα (όσων τουλάχιστον δεν θεωρούσαν διεθνισμό την υπαγωγή στην εξωτερική πολιτική της ΕΣΣΔ), κανείς τους δεν ήταν αφελής, για να πιστεύει στο ταυτόχρονο ξέσπασμα της επανάστασης παντού στον κόσμο. Ιδίως, όμως, μετά το σφαγείο του Β' Παγκόσμιου, κανείς δεν ήταν και αμνήμονας, για να ξεχνά τι συνέβη εκεί που δεν άκουσαν τον Λίμπκνεχτ να προειδοποιεί: ο εχθρός είναι πρώτα στην ίδια μας τη χώρα.