«Όσα είπαμε παλιά ισχύουν». Του Δημοσθένη Παπαδάτου-Αναγνωστόπουλου

Τον Σεπτέμβρη του 1883, ο ποιητής Νίκος Καμπάς υπηρετεί ως δικαστής στην Αλεξάνδρεια· από εκεί γράφει στον Κωστή Παλαμά, ο οποίος τον παροτρύνει να συνεχίσει να γράφει ποίηση:

μη ελπίσεις παρ' εμού ούτε στίχους ούτε άλλο τι∙
μόνον δια της λύπης είμαι εισέτι ποιητής.

Τον στίχο του (δικαστή) Καμπά σώζει ο (δικηγόρος) Βύρωνας Λεοντάρης. Ο ίδιος ξεκινά να γράφει ποιήματα στα χρόνια που η στρατιωτική συντριβή του ελληνικού κομμουνισμού είναι παρούσα παντού· και που ακριβώς γι’ αυτό, η λύπη δεν είναι άσκηση ύφους κάποιων εστέτ. Τώρα πάνε μόλις δυο χρόνια που έχει πέσει η Χούντα – η Χούντα που δεν απέτρεψαν τα πεζοδρόμια του ’65, και που δεν έριξαν, κι ας το προσπάθησαν, τα πεζοδρόμια της Νομικής και του Πολυτεχνείου:

Κάτω απ’ τα ραγισμένα πεζοδρόμια δεν ήταν η αμμουδιά
κάτω απ’ τα πεζοδρόμια δεν ήταν –
Γι’ αυτό είμαστε τόσο λυπημένοι
(Μόνον δια της λύπης, 1976)

 «Τ’ απελπισμένα είναι τα πιο καλά ποιήματα», γράφει λίγο νωρίτερα ο ποιητής Μάριος Μαρκίδης. Και σ’ ένα γράμμα του στην Ειρήνη, που φιλοξενούν οι Σημειώσεις δεκαοχτώ χρόνια μετά («Ο Τούρκος Αθηναίος») (1), εξηγεί:

[Ε]ίναι κάτι στο οποίο το ποίημα μειονεκτεί από τ’ ανέκδοτα, γιατί ενώ ένα καλαμπούρι έχει όπως λένε «αξία όψεως», η ποίηση πρέπει να περιμένει πολύ την εξαργύρωση. Και τότε ακόμη, αν και με πνευματικά μέτρα πρέπει να λογίζεσαι πλούσιος, δεν σε κάνει πιο ευτυχισμένο.

***

Οι Σημειώσεις φτιάχτηκαν και φτιάχνονται ακόμα από ποιητές που τα περισσότερα καλαμπούρια τα κράτησαν για την παρέα· από ανθρώπους, θέλω να πω, εξοικειωμένους με την προσμονή και την αξία του αργού χρόνου, δηλαδή την αρχή της πραγματικότητας. Το δείχνει η αντοχή του περιοδικού, που δεν έζησε γρήγορα για να πεθάνει νέο: σαράντα τέσσερα χρόνια τώρα, τα υλικά που το έφτιαξαν αντέχουν. Γι’ αυτό και ο τίτλος του σημερινού σημειώματος – στίχος ποιητή της γενιάς των προαναφερθέντων, κυρίως όμως της ίδιας συντροφιάς: ο λόγος βέβαια για τον Εδεσσαίο Μάρκο Μέσκο, έναν «ουμανιστή κομμουνιστή χωρίς κομματική ταυτότητα», όπως λέει. 

Τι είναι όμως αυτό που ειπώθηκε και ισχύει ακόμα; 

Κάνοντας τον στίχο του Μέσκου επίλογο της «Ρωμιοσύνης» στον Παράδεισο, ο Γεράσιμος Λυκιαρδόπουλος εξηγεί πως πρόκειται για «την τήρηση κάποιας παλαιόθεν δοσμένης υπόσχεσης - κάτι σαν επανεπικύρωση, έστω και μονομερώς, κάποιου αμοιβαίου λόγου τιμής». 

Κομμουνιστές χωρίς κόμμα, απεγνωσμένοι ποιητές, υπόσχεση μονομερώς λόγω τιμής: ο Μέσκος και ο Λυκιαρδόπουλος, ο Μαρκίδης και ο Λεοντάρης, ο Λαμπρίδης και ο Ροζάνης: η παρέα των Σημειώσεων, που τιμάμε την ερχόμενη Παρασκευή, ακριβώς γι’ αυτό το «λόγω τιμής»: γιατί πήρε θέση τη σωστή στιγμή, κόντρα στο κοινό αίσθημα, σχεδόν για όλα. Θέση μονομερώς και χωρίς εξαργύρωση, αγνοώντας σαρκαστικά τον κανόνα του ευπώλητου· την τεχνοτροπία να πουλάς τον εαυτό σου.

Ανεξαρτήτως πωλήσεων, «θέσεις» λέγονταν και ως «θέσεις» παρουσιάζονταν κάμποσα κείμενα και εκδοτικά σημειώματα (της πρώτης περιόδου) του περιοδικού. Ευπώλητες ή μη, το σημαντικό για τις Σημειώσεις ήταν οι θέσεις του: για τον Καρυωτάκη και τον Ρίτσο, τον Σικελιανό και τον Βάρναλη, και φυσικά τον Αναγνωστάκη. Αλλά και για τους ένοπλους του ’70 (και την κουμπουροφόρα ανοησία στην Ελλάδα, 40 χρόνια μετά…)· για την αξιοθρήνητη εθνικοποίηση του Πολυτεχνείου και το ανερχόμενο ΠΑΣΟΚ· για τα Δεκεμβριανά του 2008 και τον αντικομμουνισμό την επομένη του θαυμαστού 1989.

«Το γεγονός ότι έπεσε το τείχος, Γεράσιμε», παραθέτει ο Λυκιαρδόπουλος τον Μαρκίδη, «δεν σημαίνει πως εγώ τώρα πρέπει να γίνω παλιάνθρωπος». Αυτός ήταν ένας από τους τρόπους με τους οποίους οι Σημειώσεις έδειξαν τη δυσφορία τους με την «υστερία αναδρομικών καταγγελιών της ‘κομμουνιστικής ανελευθερίας’» (Γ. Λυκιαρδόπουλος, Ο Κάντιος και τα Βαλκάνια). Δυσφορία μειοψηφική, σχεδόν ακατανόητη, καθότι σε ανύποπτούς χρόνους, την εποχή δηλαδή της προολυμπιακής ευφορίας και της χρηματοπιστωτικής εξάπλωσης, που δεν είχαν χώρο για αντιφρονούντες πέρα από τους αφομοιώσιμους πρώην. Την εποχή της à la mode διανοούμενης κοινοτοπίας – αντιολοκληρωτικής, αντιλαϊκιστικής και εκσυγχρονισμένης.

Ο Μαρκίδης δεν αυτοπροσδιορίστηκε ποτέ του κομμουνιστής. Ο Μανόλης Λαμπρίδης ήταν ένας «ανορθόδοξος τροτσκιστής». Ο Λυκιαρδόπουλος είδε στον Απόστολο Παύλο τον «Λένιν τού χριστιανισμού [που] όδηγούσε τό κίνημα άπό τούς σκουπιδότοπους καί τά σπήλαια στήν κεντρική λεωφόρο τής ιστορίας, όργανώνοντας κι άπολιθώνοντας τα όνειρα τών ξυπόλητων σέ κάστρα τής έξουσίας». Όμως το 1985, σχολιάζοντας την εκτέλεση του εισαγγελέα Μπούμπαχ στην Καρλσρούη από την «Επιτροπή Δράσης Ούλρικε Μάινχοφ, γράφει: 

‘Αναρχικοί’ καί ‘τρομοκράτες’, κομμάτια μοναξιάς πού σφαδάζουν μέσα σέ σιδερένια δάχτυλα καί σκοτώνουν έν άμύνη - μόνο πού ή άμυνά τους είναι παράνομη γιατί καμιά άμυνα δέν είναι νόμιμη έναντίον τοϋ Κράτους» (Η έσχατη στράτευση).

***

Όσα λέγονται από τον Σεπτέμβρη του ’73, όσα είπαν δηλαδή απ’ όταν πρωτοβγήκαν οι Σημειώσεις, ισχύουν ακόμα: το περιοδικό «το έχει το κοινό του». Το έβλεπε κανείς το καλοκαίρι στο Φεστιβάλ Ελευθεριακού Βιβλίου, εδώ στη Θεσσαλονίκη, περνώντας από τον πάγκο των εκδόσεων «Έρασμος». Το καταλαβαίνει, μιλώντας με ανθρώπους που αγαπούν το βιβλίο ή παρακινήθηκαν να γράψουν οι ίδιοι χάρη στους ανθρώπους των Σημειώσεων, όπως μου έλεγε τις προάλλες ο Κώστας Δεσποινιάδης. Το έχουν το κοινό τους οι Σημειώσεις, παρά την «παπαδιαμαντική» στάση των ανθρώπων τους: την αφάνεια και την αποχή από τις τελετές και τις παράτες, την παλιακή εχθρότητα για την τεχνολογία, τις αποστάσεις ασφαλείας από τον κόσμο του θεάματος. Παρά τις αποστάσεις αυτές, ή μάλλον ακριβώς εξαιτίας τους, οι Σημειώσεις ζουν – και ας μην «πουλάνε».  

***

Με την επίγνωση του «αντιεμπορικού» του πράγματος (πού ακούστηκε διήμερη εκδήλωση στη Θεσσαλονίκη μέσα στο τετραήμερο του πολιούχου και της εθνικής γιορτής;), την άλλη Παρασκευή θα συζητήσουμε γι’ αυτά και για άλλα ακόμα, γι’ αυτά τα 44 χρόνια των Σημειώσεων: Για την εντοπιότητα της κριτικής τους και, την ίδια στιγμή, για την εξοικείωση με τη «Σχολή της Φραγκφούρτης» ή τον αναρχικό Βικτόρ Σερζ (του Στέφανου Ροζάνη και της Ρεβέκας Πέσσαχ, ανθρώπων δηλαδή του πυρήνα του περιοδικού, ήταν ο κόπος για τις Αναμνήσεις ενός επαναστάτη). Για τη γνωριμία, μέσα από τις σελίδες τους, με τα ουτοπικά «θερμά ρεύματα του μαρξισμού» και τον Ερνστ Μπλοχ - αντίδοτο σε έναν εξουσιαστικό, ψυχρό, οικονομίστικο μαρξισμό. Για την ανάδειξη «αντιφρονούντων» όπως ο Κάρελ Κόσικ, και πιο γενικά, για μια κριτική στον σταλινισμό που δεν μπερδεύει την ελευθερία της σκέψης με τον φιλελευθερισμό. Για την έκδοση στα ελληνικά από τον «Έρασμο» (αλλά και τη Νεφέλη, τη Scripta και το Ύψιλον) δεκάδων μικρών διαμαντιών: κειμένων της Άρεντ και του Αντόρνο, του Φουκώ και του Μπάουμαν, του Λεβί και του Γκολντμάν, του Κασίρερ και του Σόλεμ.

Προσωπικά δεν είχα ιδέα γι’ αυτά πριν δέκα χρόνια. Και νομίζω δύσκολα τα φαντάζεται κανείς σήμερα, αν τύχει και πέσει πάνω σε ένα περιοδικό τόσο λιτό και «παρωχημένο» γραφιστικά · τόσο «μελαγχολικό» ή και στριφνό· και σε τόση εγνωσμένη απόσταση από το πολιτικό θέαμα. Ένα περιοδικό σε τέτοιο βαθμό δημιούργημα μιας παρέας – και μιας παρέας με αυστηρούς κώδικες, σχεδόν δογματική πίστη στην αξία του προσωπικού παραδείγματος. Σε αυτό το παλιομοδίτικο περιοδικό, όμως, είναι που χρωστά πολλά η κριτική σκέψη στην Ελλαδα. Καμιά εξιδανίκευση: Υποψιάζεται κανείς τα όρια κάθε «πολιτικής της φιλίας», σαν αυτή που υπερασπίστηκε στην πράξη το περιοδικό. Μπορεί ακόμα να πει πολλά για τα «τυφλά σημεία» μιας  ρομαντικής πίστης στην εξέγερση, όταν η εξέγερση ξεχωρίζει την ουτοπία από τη λύτρωση· όταν ξορκίζει, ως έκπτωση ή ως κίνδυνο, τη θέσμιση. Κι έχουν τέλος γραφτεί πολλά για τη ροπή της λύπης στην παραίτηση· για κάποια προειδοποιεί έμμεσα ο Έντζο Τραβέρσο στην Αριστερή Μελαγχολία. Όμως χρωστάμε πολλά στο περιοδικό: μέσα σε τόση ρευστότητα, είναι τουλάχιστον παρήγορο, πράγματα που λέχθηκαν παλιά, ακόμα να ισχύουν.

* Για το πρόγραμμα του διημέρου για τις Σημειώσεις: simeioseis2017.wordpress.com

(1) Μου το έδειξε η Σταυρούλα Πουλημένη.