Οι γυναίκες στον αντιδικτατορικό αγώνα-Μαρτυρία της Ασπασίας Καρρά

Το 1943 οι Γερμανοί κάψανε το χωριό μας, το Λιβάδι Ολύμπου. Κάηκαν τότε και το σπίτι και το μαγαζί του μπαμπά μου. Είχε τσαγκαράδικο. Μείναμε κυριολεκτικά στους δρόμους, όπως και το μισό χωριό σχεδόν, οι δύο γονείς μας και τα επτά παιδιά. Το μικρότερό μας, η Λίτσα, ήταν μόλις δυόμισι μηνών και παραλίγο να καεί στην κούνια μέσα στο σπίτι.

Χάρη στη συμπαράσταση των συγγενών, των φίλων και των συγχωριανών, γιατί τότε μετρούσε πολύ η φιλία και η συγγένεια, χάρη στην Αλληλεγγύη, επιβιώσαμε και διασώσαμε και την αξιοπρέπειά μας.

Τα σχολεία στο χωριό σχεδόν δεν λειτουργούσαν, έτσι το 1945 με φιλοξένησε, στην Κοζάνη, η θεία μου η Ελένη, αδελφή της μαμάς μου. Ο μπαμπάς της ήταν δάσκαλος , όπως και ο μεγάλος γιος της. Έπρεπε να πάω στο Γυμνάσιο. Πραγματικά πήγα στο Γυμνάσιο Θηλέων Κοζάνης και η πρώτη τάξη κύλησε ομαλά.

Στη δευτέρα τάξη, κάποια μέρα, ενώ κάναμε το μάθημά μας, ακούσαμε κραυγές, κλάματα και πυροβολισμούς από τις φυλακές, που ήταν πολύ κοντά στο Γυμνάσιο . Την επόμενη μέρα, πληροφορηθήκαμε ότι, χωρίς κανένα λόγο, πυροβόλησαν στο ψαχνό και μέσα στο θύματα ήταν και ο πατέρας μιας συμμαθήτριάς μας. Τότε το Γυμνάσιο Αρρένων και το Γυμνάσιο Θηλέων αποφασίσαμε να μην μπούμε στις τάξεις μας για μάθημα. Το αποτέλεσμα ήταν να πάρουμε είκοσι μέρες Αποβολή, εγώ και τα δυο μου ξαδέλφια, ο Βασίλης και ο Γιώργος Μάστορας. Ο Βασίλης τελείωνε τότε το Γυμνάσιο ο Γιώργος ήταν στην τετάρτη κι εγώ στη δευτέρα. Όσο για τη Διαγωγή μας: Χειρίστη!

Το 1947 φυλακίζεται ο πατέρας μας ως τροφοδότης των ανταρτών, γιατί τους προμήθευε ως τσαγκάρης αρβύλες. Και πάλι επιβιώσαμε. Το 1949 μετακομίσαμε στην Θεσσαλονίκη. Και εδώ ο μπαμπάς μας με τα δύο αδέλφια του ανοίγουν τσαγκαράδικο. Το 1951 αποφοίτησα από το 2ο Γυμνάσιο Θηλέων Θεσσαλονίκης, πέρασα στη Φιλοσοφική Σχολή Θεσσαλονίκης απ’ όπου πήρα το πτυχίο μου. Δε διορίστηκα όμως, γιατί δεν υπέγραψα την επαίσχυντη εκείνη Δήλωση Νομιμοφροσύνης, στην οποία αναφέρθηκε προηγουμένως ο κ. Βόγλης.

Άρχισα τα «ιδιαίτερα», αλλά σε λίγο φραγμός και σ’ αυτά. Ένας χαφιές μονίμως έξω από το σπίτι, ένας άλλος έξω από το μαγαζί. Και τότε στραφήκαμε προς άλλα επαγγέλματα: ράψιμο, κέντημα, πλεκτήριο. Το 1967, συλλαμβάνουν το αδελφό μου, τον Κίμωνα, το γαμπρό μου, το Θεόφιλο, και ταυτόχρονα παίρνουν και τον αδελφό μου τον Κώστα. Ο Κώστας προσφέρθηκε να δικαστεί αντί του πατέρα μου, ο οποίος ήταν υπερήλικας, επειδή δεν είχε δηλώσει τον γαμπρό του που έμενε σπίτι μας, δηλαδή τον άνδρα της αδελφής μας. Έπρεπε τότε καθέναν που φιλοξενούσαμε να τον δηλώνουμε στην ασφάλεια.

Την ίδια μέρα λοιπόν έφυγαν τρία άτομα από το σπίτι μας. Ο Κίμων και ο Θεόφιλος πήραν το δρόμο για την εξορία, ο Κώστας, έκτακτο στρατοδικείο, καταδίκη και εγκλεισμός στις φυλακές Κρήτης. Πάλι επιβιώσαμε, δεν τους δώσαμε τη χαρά και τότε να συρθούμε στα πόδια τους, διαφυλάξαμε την αξιοπρέπειά μας. Η αδελφή μας η Ελένη και τα δύο κοριτσάκια, τριών και έξι χρονών, πήγαν στο χωριό και δούλεψαν το μύλο που είχε ο γαμπρός μου. Το μαγαζί στη Θεσσαλονίκη το κρατήσανε, αφού τα αδέλφια φύγανε, η γυναίκα του Κίμωνα τους αδελφού μου, η Νίκη, και η αδελφή μου, η Λίτσα. Η μία λογίστρια και η άλλη φοιτήτρια, η μία 23 χρόνων και η άλλη 24.

Το 1968, μετά την κηδεία του Πασαλίδη, του προέδρου της ΕΔΑ, συλληφθήκαμε η Λίτσα, η αδελφή μου κι εγώ. Είχαν πέσει τότε πολλές προκηρύξεις και πολλά πανό είχαν σηκωθεί. Κρατηθήκαμε συνολικά 37 ημέρες στο υπόγειο του αστυνομικού τμήματος Καλαμαριάς. Ύστερα μας άφησαν. Το Αύγουστο όμως του 1968 ξανασυλλαμβάνομαι ως μέλος του ΠΑΜ και οδηγούμαι στο Γ΄ Σώμα Στρατού.

Τις πρώτες μέρες κρατήθηκα στην πτέρυγα Λοκατζήδων. Το «μενού» περιλάμβανε κτυπήματα, μπουνιές στο πρόσωπο, κλωτσιές, τράβηγμα μαλλιών, βρισιές, απειλές, αϋπνία και ασιτία. Δεν έτρωγα, δεν κοιμόμουν. Τι ζητούσαν από μένα; Να πω ότι ενημέρωνα τους σταθμούς του εξωτερικού: BBC, Deutsche Welle, Παρίσι… Δεν τους απαντούσα. Και αυτοί έχασαν την υπομονή τους, με πήραν μια μέρα και με κατέβασαν στο «μπαρ» ( έτσι έμοιαζε).

Εκεί με περικύκλωσαν διάφορες φάτσες απαίσιες και άρχισαν τις απειλές που μου έκαναν μέχρι τότε σχεδόν κάθε βράδυ μπαίνοντας στο δωμάτιο όπου με κρατούσαν: «Τι ωραία μάγουλα που έχεις! Θα σου τα κάνω εγώ με το ξυράφι…», «Τι ωραία τα στήθια σου! Θα τα κάνω εγώ με το ξυράφι...».

Ξαφνικά, κάποιος με κουκούλωσε. Με σήκωσαν και με σύρανε με την κουβέρτα στο κεφάλι, καθώς έχω και το πρόβλημα , και βρέθηκα μέσα, κοντά στην πόρτα ενός γραφείου, μπροστά σε μια φάτσα που ήταν ίδιος ο Άιχμαν. Ένα πρόσωπο σκληρό και μάτια γυάλινα. Μου λέει, «Κάτσε είμαι γιατρός.». Κάθομαι. Εξετάζει την καρδιά μου, εξετάζει και τα μέλη, το σώμα μου, τα χέρια μου και τα πόδια μου. Σημαδεύει τα γερά μέρη του σώματός μου, γιατί δεν είναι όλα γερά, λόγω της πολιομυελίτιδας. Και ξαφνικά πάλι, εκεί που καθόμουνα, η κουβέρτα στο κεφάλι.

Κάπου με πήγαν. Με ξάπλωσαν σε ένα κρεβάτι, όχι σε στρώμα, αλλά πάνω σε σούστα, ένα σομιέ (έτσι νόμιζα), και η κουβέρτα πάνω στο κεφάλι. Δέσανε τα δυο μου πόδια μαζί από τη μια πλευρά, όπως του Εσταυρωμένου. Μου ζήτησαν πάλι να τους αποκαλύψω πώς έστελνα στο εξωτερικό τα σημειώματα και πώς ενημέρωνα. Δεν απάντησα. Τότε, τραβήξανε και το φόρεμά μου ψηλά και κάποιος έδωσε εντολή να λειτουργήσουν τα μοτέρ.

Αρχίσανε να ακουμπάνε ηλεκτροφόρα σύρματα στο δεξί μου χέρι που ήταν γερό, στο αριστερό μου χέρι και στον αφαλό. Τα μοτέρ δούλευαν και μια φωνή έλεγε: «Δεξί χέρι, αριστερό πόδι, αφαλός! Δεξί χέρι, αριστερό πόδι, για να μείνεις για πάντα στο κρεβάτι. Στον αφαλό, για να μη κάνεις παιδιά κομμουνιστάκια!». Ένα χέρι μπήχτηκε στα μαλλιά μου και κρατούσε γερά το κεφάλι μου κάτω, διότι το σώμα πάλλονταν, τινάζονταν, εγώ ούρλιαζα, ο πόνος μεγάλος, μα εκείνοι συνέχιζαν και απαιτούσαν να τους πω αυτό που ήθελαν.

Κάποτε κουράστηκαν και σταμάτησαν. Ζητούσαν πάλι να τους απαντήσω, γιατί, απειλούσαν , υπήρχαν και χειρότερα. Και επειδή πάλι δεν τους απάντησα, η φωνή έδωσε εντολή: «Τα μοτέρ να λειτουργήσουν δυνατότερα!» Και τότε άρχισαν πάλι τα ίδια, να ακουμπούν δηλαδή τα σύρματα στα μέλη του σώματός μου. Και όταν πάλι δεν τους έδωσα τις απαντήσεις που ήθελαν, με ξεδέσανε, με την κουβέρτα μονίμως ριγμένη στο κεφάλι, με σπρώξανε κάτω από το κρεβάτι και αρχίσανε, έτσι όπως ήταν και το φόρεμά μου ψηλά, να με μαστιγώνουν. Και όταν και πάλι κουράστηκαν, τράβηξαν το φουστάνι χαμηλά και άρχισαν τις κλωτσιές. Αυτό το φουστάνι, επειδή ήταν το έδαφος βρόμικο, είχε τα αποτυπώματα από τις σόλες των παπουτσιών τους. Όταν αργότερα το έστειλα στο σπίτι , είχα σφουγγαρίσει το πάτωμα μ’ αυτό , για να μη φαίνονται. Όταν τέλειωσε και αυτό με πήγαν στο δωμάτιο, όπου με κρατούσαν.

Την επόμενη μέρα αιμορραγούσα. Ζητούσα κάτι να μου φέρουν, κάτι να βοηθήσουν. Ο φρουρός που ήταν από έξω απαντούσε: «Εγώ δεν έχω κλειδί». Στεκόμουν όρθια, γιατί δεν μπορούσα να καθίσω, επειδή θα λέρωνα το φόρεμά μου, άσπρο φόρεμα, καλοκαίρι Αύγουστος ήταν. Κάποια στιγμή το αίμα πήγε κάτω από την πόρτα, βγήκε στο διάδρομο, το είδε ο φρουρός και φώναξε κάποιον. Αμέσως κάποιος ήρθε, άνοιξε την πόρτα και μου πέταξε δύο πακέτα χαρτοβάμβακα. Τι να κάνω όμως με αυτά τα χαρτοβάμβακα χωρίς μία σταγόνα νερού;

Δύο μέρες μετά το περιστατικό αυτό, φυσούσε δυνατά. Μπήκαμε στο Σεπτέμβρη υπολόγιζα , γιατί είχα χάσει την αίσθηση του χρόνου. Ξαφνικά άνοιξε η πόρτα. Νόμισα πως θα έμπαιναν πάλι οι Εσατζήδες, συνοδευόμενοι από άλλα υποκείμενα, για να αρχίσουν τις απειλές και να με τρομοκρατήσουν. Περίμενα πολλή ώρα αλλά κανείς δε φαινότανε. Ησυχία απόλυτη. Σιγά-σιγά πήγα μέχρι την πόρτα και έσκυψα να δω τι γίνεται.

Ήταν ένας απέραντος διάδρομος. Βλέπω απέναντι το φρουρό να κοιμάται, να έχει το όπλο του έτσι, το κεφάλι του γερμένο, η λόγχη να εξέχει και εκείνος να κοιμάται. Σκέφτηκα πως αν έρθει κανείς τώρα, γιατί πάντα ερχότανε τη νύχτα, κυρίως Εσατζήδες, αυτό το παιδί θα τιμωρηθεί. Αφουγκράστηκα πάλι και είπα : «Άκρα του τάφου σιωπή!». Τίποτε δεν ακουγότανε. Και τόλμησα! Πέρασα απέναντι, χτύπησα το παιδί στον ώμο και του είπα: «Έλα κλείσε την πόρτα, θα ‘ρθούνε και θα σε τιμωρήσουνε…».

Φοβήθηκα, βέβαια, πριν ξεκινήσω γιατί σκέφθηκα: «τρελή είναι η Χούντα, μπορεί μια σφαίρα να μου ρίξουν από πίσω και να πούνε ότι τάχα πήγα να δραπετεύσω.». Το παιδί έκλεισε την πόρτα. Από κει και ύστερα οι φαντάροι, γιατί δίπλα στο θάλαμο, δεν ξέρω ακριβώς τι ήταν, μένανε φανταράκια, τα άκουγα, μου δώσανε αλοιφή, άλειψα τις πληγές, λέγανε να τις δέσω, αλλά τους έλεγα: «Όχι!, γιατί αν με ξαναπάρουν για ανάκριση θα πουν: “Πού τα βρήκες αυτά;”.Θα βρείτε λοιπόν τον μπελά σας.». Μου φέρανε και γαλατάκι ζαχαρούχο, γιατί έβλεπαν ότι δεν είχα τροφή, δε μου δίνανε τροφή. Με αφήσανε έτσι με τα ίδια εσώρουχα, χωρίς λίγο νερό, να έχω βρομίσει σε τέτοιο βαθμό, καθώς ήταν και το αίμα, και υπέθεσα για μια στιγμή πως το έκαναν για να μισήσω το σώμα μου και να τους δώσω την ψυχή μου.Ίσως… Μα εγώ το αγάπησα πιο πολύ, γιατί άντεξε.

Κρατήθηκα στο Γ΄ Σώμα 17 μέρες. Μετά μεταφέρθηκα σε ένα κελί στην Ασφάλεια, στην ταράτσα, πάντα με την αγωνία μήπως ξαναέρθει η ανάκριση. Σκεφτόμουν : «Θα αντέξω πάλι;». Τη ίδια μέρα που με πήγαν στην Ασφάλεια, νύχτα υποθέτω , γιατί δεν ξέραμε αν ήταν νύχτα ή μέρα (εκεί δεν είχε φως, ένα λαμπάκι μόνο άναβε ψηλά στο ταβάνι), ήρθε ένας φρουρός, ένας χωροφύλακας και μου λέει: «Εσύ δεν είσαι του γέρου, εκεί στην Ανάληψη, η καθηγήτρια, η δημοτική σύμβουλος;» Του λέω: «Ναι!». «Σε βασανίσανε;». Του λέω: «Ναι!». «Αν μου δείξεις σημάδια, θα σε βοηθήσω.». Κι εγώ σήκωσα το φουστάνι μου, του έδειξα κάποια που ήταν από το μαστίγωμα και είχαν αρχίσει να πρασινίζουν, του έδειξα το χέρι μου, που είχε ακόμη το έγκαυμα. Μου λέει: « Τι θέλεις;». Του είπα.

Κράτησε το λόγο του και βοήθησε πάρα πολύ. Στην Ασφάλεια και άλλοι φρουροί με βοήθησαν πάρα πολύ. Βέβαια, είχανε τις αμφιβολίες τους γιατί ήμασταν οι «κομμουνιστές». Ένας έλεγε πως του σκοτώσαμε τον πατέρα. Του είπα: «Τι να κάνουμε, τότε έγιναν πολλά και από τις δύο πλευρές, ήταν η εποχή. Παραδέχομαι ότι και από την δικιά μας την πλευρά γίνανε.». Μετά μου λέει: «Εσείς θα μας χαλάσετε τη θρησκεία, εσύ πιστεύεις στο θεό;». Του λέω: «Συγγνώμη, στο θεό που ευλογεί το ηλεκτροσόκ και το μαστίγιο δεν πιστεύω.». « Εσύ τι πιστεύεις;» Του απαντώ: « Σε έναν άλλο θεό, του καλού, στη συνείδησή μου.». «Εγώ ακόμη κουβαλάω το μίσος.» .»Όποιος κουβαλάει το μίσος μέσα του είναι δυστυχισμένος, γιατί δεν σκέφτεται ποτέ τον εαυτό του, σκέφτεται τον άλλον, πώς θα του κάνει κακό. Εσύ είσαι νέος άνθρωπος και δε θα πρέπει να κρατάς ακόμη το μίσος εξαιτίας του πατέρα σου. Ως πότε θα γίνεται αυτό;». Όμως, μια μέρα που με πήγε σε ένα κουζινάκι, όπου μας έφερναν για φαγητό, μου λέει: «Ψέματα σας είπα, ο πατέρας μου ζει, αλλά έτσι μας λένε για να δικαιολογούμε το μίσος απέναντί σας.

Ένας άλλος, πάλι, γύρισε κάποτε και μου είπε: «Μας χαλάτε τη γλώσσα, κρίμα που είσαι και καθηγήτρια!». Του λέω: «Ποια γλώσσα θα σας χαλάσουμε, θέλεις το παιδί σου να σε φωνάζει πάτερ και τη γυναίκα σου να τη φωνάζει μήτερ και συ να το χαϊδεύεις, να το χοροπηδάς και να του λες τέκνον μου, τέκνον μου!;». «Αυτά είναι η γλώσσα μου;». «Και βέβαια, του λέω, αυτή είναι η γλώσσα.». «Εσείς τι θέλετε;». «Θέλω να σε φωνάζει μπαμπά μου, μπαμπάκα μου, πατέρα μου, πατερούλη μου, όπως λέει και η γιαγιά σου, λέει και η μαμά σου. Και τη μάνα τη λέει μάνα, μανούλα, μαμά.». Αυτός μαζί με έναν άλλον με βοήθησαν πραγματικά πάρα πολύ. Ο ένας κατέβαινε κάτω, το μεσημέρι που φεύγαν τα αφεντικά, ενώ εμείς ήμασταν ψηλά στη Ασφάλεια. Κοίταγε αν κάποιος θα μπει. Ο άλλος με έβγαζε στην ταράτσα για να με δει ο ήλιος. Και το μεσημέρι που μας κλειδώνανε, μου είχαν δείξει μία τρυπούλα που είχε η πόρτα του κρατητηρίου και αυτοί στέκονταν απέναντι, άνοιγαν την εφημερίδα για να τη διαβάσω εγώ ή άνοιγαν το ραδιόφωνο για να ακούσω ή τάχα τσακωνόντουσαν και έλεγαν ο ένας στον άλλον: «Πόσοι είναι, βρε, αυτοί; Πάλι προκηρύξεις πετάξανε, πάλι πανό κρεμάσανε!». Τα λέγανε για να ακούω και να παίρνω θάρρος.

Τη μέρα του «δημοψηφίσματος» ο βασανιστής μου με έβγαλε στην ταράτσα και αυτός για να με δει ο ήλιος, γιατί είχα μήνες εκεί. Μου λέει: «Κοίταξε, Ασπασία, αν ψηφίσεις φανερά «ναι», εγώ θα σε πάω στο σπίτι σου, εγώ θα σε απολύσω.». «Αυτό δε γίνεται!». «Μα γιατί; Εμείς έχουμε δύναμη, έχουμε το στρατό μας, έχουμε τα τανκς.». Τον κοίταξα κατάματα. «Έχετε το στρατό, έχετε τα τανκς και φοβάστε εμένα, μια ανάπηρη γυναίκα, μια κουτσάβλα, όπως λέτε;». Με αρπάζει από τα μαλλιά, με πηγαίνει στα κάγκελα της ταράτσας, μου λέει: «Θα σε πετάξω από δω και θα πω ότι αυτοκτόνησες.». Του λέω: «Να με πετάξεις! Έτσι κι αλλιώς τη ζωή μου την έχω χαλαλίσει. Εσύ όμως με τη συνείδησή σου τι θα κάνεις;». Με αρπάζει πάλι από τα μαλλιά, με χτυπάει μια στον τοίχο και μου λέει: «Εσύ δεν τρώγεσαι με τίποτε!».

Είναι και ένας άλλος που βοήθησε και αυτός πάρα πολύ. Του δώσανε μια μέρα ένα χαρτί και ένα μολύβι και μου λέει στο κελί:»Γράψε τι θέλεις, ρούχα (γιατί ήμουνα όπως με είχαν πιάσει), περιοδικό… ότι θέλεις!». Γράφω κι εγώ ό,τι ήθελα, ένα περιοδικό, τη Γυναίκα, απολίτικο ουδέτερο περιοδικό. Αυτός είδε πως περιοδικό δε μου φέρανε, ανεβαίνει την άλλη μέρα το βράδυ και μου λέει: «Να σου φέρω περιοδικά εγώ, να διαβάζεις, να περνάς την ώρα σου;». «Όχι, γιατί αν τα βρουν, εσύ θα βρεις τον μπελά σου.». Έκανε το σταυρό του: «Καλά, εσείς οι κομμουνιστές και για μας του χωροφύλακες σκέφτεστε;». «Βέβαια, γιατί έχεις παιδιά.». Από τότε , όταν ήταν η βάρδιά του, μόλις ανέβαινε τις σκάλες και έφθανε στο πλατύσκαλο, απέναντι από το δικό μου το κελί φώναζε: «Καρρά, γαμώ τη φάρα σου!». Φώναζε δυνατά για να ‘ρθει κοντά και να μου πει: «Η μάνα σου είναι καλά. Είναι κάτω. Τι θέλεις να της πω;». Μια μέρα, επειδή ξέραμε πως θα με πιάσουν και είχαμε μια γλώσσα συνθηματική με την αδελφή μου και τη νύφη μου, του λέω: «Να πεις στη μητέρα μου λιθρίνι!». (Λιθρίνι σήμαινε στη γλώσσα μας ότι είμαι καλά.) «Τι! Τι είναι αυτό;». «Τι είναι; Λιθρίνι, το ψάρι.». Έφυγε μονολογώντας σαστισμένος: λιθρίνι, λιθρίνι!.

Τέλη Οκτωβρίου με πήγαν στις Νέες Φυλακές, όπου βρήκα τη Δώρα, την Έλλη και την Ισμήνη. Εκεί για πρώτη φορά πλύθηκα μετά από δύο μήνες. Λίγο πριν τη δίκη μεταφερθήκαμε, όπως προανέφερε και η Δώρα, στο Μεταγωγών και κει βρήκαμε τη Γεωργία και δε θα ξεχάσω το ξέσπασμά της, όταν αγκαλιαστήκαμε οι τρεις μας και νιώσαμε δυνατές. Η Γεωργία ήταν δέκα μήνες μόνη της. Όταν άρχισε η δίκη μας, την πρώτη μέρα φέρανε για να μας μεταφέρουν ένα μεγάλο τζέιμς. Τα κορίτσια, νεαρά όπως ήταν, σκαρφαλώσανε με ευκολία , εγώ όμως η ανάπηρη πώς να ανεβώ; Με βοήθησαν από κάτω. Πήγαμε τέλος πάντων στο στρατοδικείο, για την πρώτη μέρα, την η έναρξη. Στο γυρισμό δύσκολο πάλι να κατεβώ. Τη δεύτερη μέρα φέρανε ένα τζιπ. Ήμασταν συγκατηγορούμενοι με τον κουμπάρο μας. Ανεβαίνει ο Μιχάλης, μου δίνει το χέρι να ανεβώ κι εγώ. Φθάσαμε στην Έκθεση. Εκεί ένας εκθεσιακός χώρος είχε διαμορφωθεί σε αίθουσα του Στρατοδικείου. Ο Μιχάλης μαζί με τα’ άλλα παιδιά με βοήθησαν ε να κατεβώ.

Στο Μεταγωγών υπήρχε ένας Μοίραρχος. Κάποια μέρα που με κάλεσαν επάνω στα γραφεία για πληροφορίες, ήρθε ένας χωροφύλακας για να με πάρει , αλλά ο Μοίραρχος δεν τον άφησε: «Πήγαινε εσύ! Θα την πάω εγώ την Καρρά πάνω.» Καθώς πηγαίναμε μου λέει: «Τι σόι οικογένεια είσαστε εσείς; Είδα το φάκελό σας. Ο ένας αδελφός σου φυλακή στην Κρήτη, ο άλλος αδελφός σου εξορία στη Λέρο, η αδελφή σου η Ελένη έχει καταδικαστεί τρεις μήνες με αναστολή, η άλλη αδελφή σου, η Λίτσα, τρεις μήνες με αναστολή για τα αγροτικά. Εσυ τώρα εδώ. Γιατί;». Του λέω: «Αυτές ήταν οι επιλογές μας! Σε άλλες οικογένειες πήγαν δύο αριστερά, δύο δεξιά, δύο κεντρώα, εμείς έτσι πήγαμε όλοι μαζί, μονοκούκι!». Μου λέει: «Έχω διαβάσει μαρξισμό, δεν σας φαίνεται ότι αυτή η θεωρία είναι ουτοπία;». «Κοιτάξτε, όλες οι θεωρίες και μάλιστα οι ριζοσπαστικές έτσι κι’ αλλιώς είναι ουτοπίες. Δε θυμάστε τον Μακρυγιάννη που έλεγε μας λέγανε τρελούς γιατί τα βάζαμε μια χούφτα Έλληνες με μιν αυτοκρατορία;».

Τη μέρα που πήγαμε στο Στρατοδικείο, όπως σας είπα, με το τζιπ βοηθός μου ήταν ο κουμπάρος μου ο Μιχάλης. Από τη δεύτερη μέρα και μετά ο Μοίραρχος ανέλαβε να με βοηθάει. Του είπε: «Κύριε Γλερίδη, αφήστε την Καρρά σε μένα!». Με βοηθούσε λοιπόν και ανέβαινα, με βοηθούσε και κατέβαινα. Μετά με έπιανε αγκαζέ και περνούσαμε οι δυο μας ανάμεσα από χαφιέδες, ήταν , βλέπετε, μεγάλος ο διάδρομος, με πήγαινε εν στολή στη θέση μου. Κάποια στιγμή του λέω: «Κύριε Μοίραρχε, γιατί το κάνετε αυτό; Εμείς έτσι αποφασίσαμε, εσείς όμως είστε σε διατεταγμένη υπηρεσία, θα τιμωρηθείτε.». «Το κάνω για να σώσω την αξιοπρέπειά μου.». Η δίκη διήρκεσε δύο βδομάδες κι αυτό γινόταν κάθε μέρα. Τελείωσε η δίκη, δικαστήκαμε, καταδικαστήκαμε, μεταφερθήκαμε στην Αθήνα στου Αβέρωφ και μετά από δύο τρεις μήνες μάθαμε ότι βρήκανε το Μοίραρχο με μια σφαίρα στο κεφάλι. Είπανε ότι αυτοκτόνησε...

Μεμονωμένες όμως περιπτώσεις καλής συμπεριφοράς δεν ξεπλένουν τους άλλους, τους αδιάφορους, κακούς, απάνθρωπους ένστολους πολίτες. Στην προκειμένη περίπτωση όμως εμένα μου έδωσαν μιαν ανάσα όλοι αυτοί. Όχι τόσο επειδή με βγάζανε στην ταράτσα ή μάθαινα τα νέα ή μάθαιναν οι δικοί μου τα νέα μου , αλλά γιατί γέννησαν μέσα μου μιαν ελπίδα. Ξέραμε ότι γινόταν μια φοβερή προσπάθεια τα Σώματα Ασφαλείας και ο στρατός να υποστούν τέτοια πλύση εγκεφάλου, που, αν ήταν δυνατό, να μη τους μείνει ούτε ίχνος ανθρωπιάς ούτε ίχνος αξιοπρέπειας.

Όλοι αυτοί που βοήθησαν εμένα , έσωσαν χωρίς να το ξέρουν και άλλους συντρόφους, αφού κανείς δεν πιάστηκε από την οργάνωσή μας. Έτσι δεν εξαρθρώθηκε ο μηχανισμός και κρατήθηκε έξω ο Γάκης Παπαδόπουλος, που σήμερα δυστυχώς δεν υπάρχει ανάμεσά μας. Αυτός ανέλαβε να ενημερώνει τους έξω σταθμούς και το ‘κανε τόσο καλά , που τις μέρες που γινόταν η δίκη μας μεταδίδαν πληροφορίες σε καθημερινή βάση. Ο Καραπάνος, ο πρόεδρος του Στρατοδικείου, είχε πραγματικά αφηνιάσει. Δεν μπορούσε να εξηγήσει πώς γινόταν αυτό. Είπε τότε ένας από τους δικηγόρους μας: «Βλέπετε, κύριοι, όλοι οι σταθμοί στο εξωτερικό αναφέρουν ότι έχετε την Καρρά εδώ!» Στο δικαστήριο ένας από τους δικηγόρους ήταν και ο Θανάσης Διαλυνάς. Με το Διαλυνά ήμασταν μαζί δημοτικοί σύμβουλοι, αλλά ήτανε αντίθετες οι ιδεολογίες μας. Τις πρώτες μέρες της δίκης έρχεται και μου λέει: « Ασπασία, θέλω να σε υποστηρίξω, να σε υπερασπιστώ, να μιλήσω για το ήθος σου.». Του λέω: «Ευχαριστώ αλλά έχω δικηγόρο.». «Θα πάω μέσα να τους πω να σου βάλουν μια ποινή, αλλά με αναστολή!». Πήγε πραγματικά μέσα, μίλησε στους δικαστές, και όταν βγήκε μου είπε: «Ασπασία, είναι εξαγριωμένοι! Θα φας πολλά χρόνια!

Ήταν πολύ σημαντική λοιπόν η επίδραση που άσκησαν αυτοί οι ένστολοι πολίτες στο χαρακτήρα μου με τη συμπεριφορά τους. Και τη θεωρώ πραγματικά πάρα πολύ σημαντική, γιατί από εκείνη τη στιγμή συνέβη κάτι που προηγουμένως το ψιλοπίστευα. Κατάλαβα ότι κι εμείς, που περάσαμε μέσα από οργανώσεις και οργανώσεις κουβαλώντας τους δογματισμούς μας, δεν ήμασταν αλάθητοι, ότι δεν είναι από δω όλοι οι «καλοί» και από κει όλοι οι «κακοί». Και νομίζω ότι αυτό είναι κάτι που είναι καιρός να το δούμε όλοι.

Θέλω να τελειώσω με το τελευταίο μέρος της επιστολής του Χάρολντ Πίντερ, της μαγνητοσκοπημένης ομιλίας του για το περσινό Νόμπελ Λογοτεχνίας:

Και η σιωπή είναι συνενοχή. Πιστεύω ότι, παρά τις αντιξοότητες που υπάρχουν, η άφοβη, ακλόνητη, ασυγκράτητη πνευματική απόφαση, ως πολίτες, να ορίσουμε την πραγματική αλήθεια της ζωής μας και των κοινωνιών μας, είναι ένα κρίσιμο καθήκον που μας βαρύνει όλους. Είναι πραγματικά επιτακτικό. Αν μια τέτοια απόφαση δεν ενσωματωθεί στο πολιτικό μας όραμα, δεν έχουμε ελπίδες να αποκαταστήσουμε αυτό που σχεδόν έχουμε χάσει. Την ανθρώπινη αξιοπρέπεια...

* ΑΣΠΑΣΙΑ ΚΑΡΡΑ-ΜΑΡΑΒΕΑ: Γεννήθηκε στο Λιβάδι Ολύμπου το 1933. Απόφοιτος της Φιλοσοφικής Σχολή του Α.Π.Θ. Ζει στη Θεσσαλονίκη. Δραστηριοποιήθηκε από τα νεανικά της χρόνια στην Αριστερά, στην Πανελλήνια Ένωση Γυναικών και το Σύνδεσμο Επιστημόνων Γυναικών. Διετέλεσε δημοτική σύμβουλος του Δήμου Θεσσαλονίκης για δύο τετραετίες. Δεν διορίστηκε στη δημόσια εκπαίδευση λόγω της αριστερής της δράσης.

 

Πηγή: ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΣΩΣΗΣ ΙΣΤΟΡΙΚΩΝ ΑΡΧΕΙΩΝ (Ε.Δ.Ι.Α.) 1940-1974 Κ.- Δ. ΜΑΚΕΔΟΝΙΑΣ

Ιστορική θεώρηση:

ΠΟΛΥΜΕΡΗΣ ΒΟΓΛΗΣ

ΕΛΠΙΔΑ ΒΟΓΛΗ

ΤΑΣΟΥΛΑ ΒΕΡΒΕΝΙΩΤΗ

Επιμέλεια έκδοσης:

Τριαντάφυλλος Μηταφίδης

Χρήστος Μουχάγιερ

Φωτογραφία από το thessmemory.wordpress.com Η δίκη των «17» του ΠΑΜ  στο στρατοδικείο Θεσσαλονίκης -Μία από τις τρεις γυναίκες της δίκης αυτής είναι η Ασπασία Καρρά.

Η μαρτυρία πρωτοδημοσιεύθηκε στο alterthess στις 17 Φεβρουαρίου του 2013