Η πρώτη εργατική Πρωτομαγιά στην Οθωμανική Αυτοκρατορία

Του Γιάννη Γκλαρνέτατζη

Το εργατικό κίνημα εμφανίστηκε στην ημιφεουδαλική αυτοκρατορία των σουλτάνων στα τέλη του 19ου αιώνα με σποραδικές κινήσεις και μικρές, ενίοτε, ατομικές προσπάθειες. Η μόνη μορφή οργάνωσης των εργατών που υπήρχε ήταν αλληλοβοηθητικοί σύνδεσμοι συνήθως υπό τον έλεγχο των ίδιων των εργοδοτών. Τα πρώτα χρόνια του 20ου αιώνα είχαν γίνει μερικές απεργίες ιδιαίτερα στις ευρωπαϊκές πόλεις της χώρας (Κωνσταντινούπολη, Θεσσαλονίκη, Καβάλα, Μοναστήρι, Σκόπια).[1] Η κατάσταση θα αλλάξει έντονα, μετά την επανάσταση των Νεότουρκων τον Ιούλιο του 1908. Τότε ένα απεργιακό κύμα σαρώνει τις μεγάλες πόλεις και ιδιαίτερα τη Θεσσαλονίκη· «οι απεργοί κυριαρχούν στην πόλη» αναφέρει έκθεση του γαλλικού προξενείου τον Αύγουστο του 1908.[2] 
 
Στην πόλη υπήρχε ήδη μικρή ομάδα εξαρχικών σοσιαλιστών που, σε επαφή με τους Βούλγαρους Στενούς σοσιαλιστές, είχαν δημιουργήσει το Σοσιαλδημοκρατικό Κέντρο. Εκείνη την περίοδο έρχεται από το Βιντίν της Βουλγαρίας κι ο Αβραάμ Μπεναρόγια που θα παίξει καθοριστικό ρόλο στις εξελίξεις. Όπως, χαρακτηριστικά, γράφει ο ίδιος: «Πέντε εξ Ισραηλίται καπνεργάται, με τον γραμματέα τους Σαμουήλ Σααδί, ολίγοι τυπογράφοι με τον Μπεναρόγια, εμποροϋπάλληλοί τινες, μεταξύ των οποίων ο Αλβέρτος Δάσσα, ραπτεργάται με τον Αβραάμ Χασόν, τριάντα περίπου εν συνόλω τον αριθμόν, συνέπηξαν την πρώτην εργατικήν λέσχην μεταξύ των Ισραηλιτών. Εις εν καφενείον έναντι του Διοικητηρίου έγιναν δύο-τρεις προκαταρκτικαί συσκέψεις και τέλος εις το άνω πάτωμα ενός αλβανικού μαγειρείου επί της οδού Εγνατίας ενοικιάσθη δωμάτιον προς εγκατάστασιν των γραφείων αυτής. Έμβλημα της λέσχης υπήρξε χειρ εργάτου κρατούσα σφυρί».[3] Τον Απρίλιο του 1909 η Λέσχη αριθμεί πλέον εκατοντάδες μέλη και αποφασίζει να μετεξελιχθεί σε πολιτική οργάνωση, τον Εργατικό Σύνδεσμο Θεσσαλονίκης (Ασοσιασιόν Οβραδέρα ντε Σαλονίκα).[4]
 
Τον ίδιο μήνα όμως έχουμε, μια σημαντική εξέλιξη στην κεντρική πολιτική σκηνή της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Τη νύχτα της 12ης προς 13η Απριλίου (ν.η.) στασίασαν μονάδες του Α΄ Σώματος Στρατού που έδρευαν στην πρωτεύουσα ζητώντας την επιβολή του Σεριάτ (ιερού ισλαμικού νόμου), κάτι που διακήρυξε ο Αμπντούλ Χαμίτ Β΄ δυο μέρες αργότερα, ενώ την ίδια στιγμή αποπεμπόταν ο πρόεδρος του κοινοβουλίου Αχμέτ Ριζά, ηγέτης της Επιτροπής Ένωσης και Πρόοδος που είχε περάσει πολλά χρόνια εξόριστος στο Παρίσι. Αμέσως στη Θεσσαλονίκη, το «λίκνο της επανάστασης» όπως ονομαζόταν, οργανώθηκε ένας Στρατός Δράσης (Hareket Ordusu), αποτελούμενος τόσο από τακτικά στρατεύματα όσο κι από εθελοντές. Στις 23.4 αυτός ο στρατός έφτασε στην Κωνσταντινούπολη και την επόμενη μέρα την κατέλαβε μετά από σύντομη μάχη. Τις επόμενες μέρες οι Νεότουρκοι εκθρόνισαν τον σουλτάνο, θέτοντάς τον σε κατ’ οίκον περιορισμό στη βίλλα Αλλατίνι στη Θεσσαλονίκη.[5]
 
Η στάση των νεαρών σοσιαλιστικών ομάδων απέναντι στην αντεπανάσταση του Απρίλιου 1909 ήταν εκ διαμέτρου αντίθετη. Ο Μπεναρόγια κι οι ομοϊδεάτες του συμμετείχαν στον Στρατό Δράσης (ο ίδιος ο δάσκαλος από το Βιντίν ήταν στην ομάδα του ηγέτη του VMRO Τσερνοπέεφ). Το Σοσιαλδημοκρατικό Κέντρο αντιμετώπισε αδιάφορα την επανάσταση και απαξίωσε τους σοσιαλιστές που συμμετείχαν στην εκστρατεία εναντίον του σουλτάνου. Όπως αναφέρει το έντυπο όργανό τους: «Πήγαν εθελοντικά να χύσουν το αίμα τους προς υπεράσπιση του Συντάγματος και της ελευθερίας. Αυτό δείχνει ότι η εργατική τάξη στην Ευρωπαϊκή Τουρκία έχει επαναστατικά ένστικτα. Όμως δεν είναι ταξικά συνειδητοποιημένη, δεν δρα σαν μια τάξη με το δικό της πρόγραμμα. Πήγε να χύσει το αίμα της προς υπεράσπιση του Συντάγματος και της ελευθερίας, αλλά δεν χρησιμοποίησε αυτό τον αγώνα για να κερδίσει δικαιώματα για τον εαυτό της. Αυτό σημαίνει ότι πήγε υπό μια αλλότρια σημαία και ακολούθησε το κάλεσμα ενός κόμματος ξένου προς αυτήν».[6]
 
Η συμμετοχή όμως στον Στρατό Δράσης, αύξησε την απήχηση των συγκεκριμένων σοσιαλιστών. «Μεταξύ των εργατών συγκαταλέγοντο και πολλοί εθελονταί, επιστρέψαντες εκ της “ενδόξου” εκστρατείας κατά του Σουλτάνου και της πρωτευούσης του, οι οποίοι εξήσκουν ο ιδιατέραν επιρροήν, ως οι πλέον θαρραλέοι», όπως σημειώνει ο Μπεναρόγια.[7] Το αυξημένο κύρος της οργάνωσης της επέτρεψε να πάρει κι άλλες πρωτοβουλίες. Η πιο σημαντική ήταν ο δημόσιος εορτασμός της εργατικής Πρωτομαγιάς, για πρώτη φορά στα χρονικά της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Σύμφωνα και πάλι με τα λεγόμενα του Μπεναρόγια: «Η Πρωτομαγιά, η διεθνής αυτή ημέρα των προλεταρίων, εωρτάσθη το έτος εκείνο (1909) από την εργατικήν λέσχην, κατόπιν μεγάλης προπαρασκευής, δημοσίως. Δύο-τρεις συμπαθούντες τούρκοι, βούλγαροι σοσιαλισταί (τυπογράφοι και άλλοι) και πλήθος Ισραηλιτών –εργατών εν διαδηλώσει, με ερυθράς σημαίας και μουσικάς παρήλασαν εις τους δρόμους της πόλεως προς μεγάλην κατάπληξιν πάντων. Τούτο αποτέλεσε πράγματι ένα εξαιρετικό γεγονός δια την Θεσσαλονίκην, γεγονός νέο και πρωτοφανές, το οποίον έκαμε ζωηρότατην εντύπωσιν εις όλους, ιδίως όμως εις τους εργάτας. Η λέσχη εκέρδισε έδαφος, ήρχισε να εξασκή γόητρον και αι συμπάθειαί της ολονέν και εμεγάλωναν».[8]
 
Η μεγάλη επιτυχία της πρωτομαγιάτικης διαδήλωσης μπορεί να ενίσχυσε το κύρος των σοσιαλιστών και να έδωσε ελπίδα στα εργατικά στρώματα της πόλης, αλλά προκάλεσε και την αντίδραση του νεοτουρκικού κομιτάτου. Οι Νεότουρκοι, ενώ στήριξαν τις απεργίες το προηγούμενο καλοκαίρι, καθώς αυτές ενίσχυαν την επανάστασή τους, κι είχαν πολεμήσει μαζί με τους σοσιαλιστές εθελοντές τον προηγούμενο μήνα, τώρα –που είχαν ξεμπλέξει με την απολυταρχική αντίδραση του σουλτάνου– στρέφονταν εναντίον του συνδικαλισμού και του σοσιαλισμού που φαινόταν να απειλεί την παντοδύναμη εξουσία τους. Τους αμέσως επόμενους μήνες  θα εμφανιστούν οι νόμοι του Φερίτ Πασσά που προσπαθούν να καθυποτάξουν το συνδικαλιστικό κίνημα και να επιβάλλουν απαγορεύσεις στο δικαίωμα της απεργίας. Εναντίον αυτών των νόμων θα αγωνιστεί σθεναρά η Φεντερασιόν που θα δημιουργηθεί μέσα στο επόμενο τρίμηνο μετά την Πρωτομαγιά του 1909.[9]
 
Παραπομπές: 
[1] Archives Huysmans, Rapport de la Fédération Ouvrière Socialiste de Salonique au Congrès de Copenhague [Αναφορά της Σοσιαλιστικής Εργατικής Ομοσπονδίας Θεσσαλονίκης στο Συνέδριο της Κοπεγχάγης], 1910, στο Κωστής Μοσκώφ, Εισαγωγικά στην ιστορία του κινήματος της εργατικής τάξης: Η διαμόρφωση της εθνικής και κοινωνικής συνείδησης στην Ελλάδα, 3η έκδ., Καστανιώτης, Αθήνα 1988, σ. 344.
[2] Κ. Μοσκώφ, Εισαγωγικά στην ιστορία του κινήματος της εργατικής τάξης…, ό.π., σ. 338.
[3] Γιάνης Κορδάτος, Ιστορία του ελληνικού εργατικού κινήματος, 7η έκδ., Μπουκουμάνης, Αθήνα 1972, σ. 238-239.
[4] Κ. Μοσκώφ, Εισαγωγικά στην ιστορία του κινήματος της εργατικής τάξης…, ό.π., σ. 341.
[5] Bernard Lewis, Η ανάδυση της σύγχρονης Τουρκίας, Τόμος Ι: Τα στάδια της ανάδυσης, μτφρ. Π. Κωνσταντέας, Παπαζήσης, Αθήνα 2001, σ. 434-437.
[6] Rabotnicheska Iskra (Εργατική Σπίθα), 16.5.1909, στο The Balkan Socialist Tradition: Balkan Socialism and the Balkan Federation, 1871-1915, Revolutionary History, Vol. 8, No 3, Λονδίνο 2003, σ. 104 (μτφρ. του συντάκτη).
[7] Γ. Κορδάτος, Ιστορία του ελληνικού εργατικού κινήματος, ό.π., σ. 238.
[8] Γ. Κορδάτος, Ιστορία του ελληνικού εργατικού κινήματος, ό.π., σ. 239.
[9] Κ. Μοσκώφ, Εισαγωγικά στην ιστορία του κινήματος της εργατικής τάξης…, ό.π., σ. 342-343.