Η κρύα εκδίκηση του Λεωνίδα Κύρκου. Του Χρήστου Λάσκου

Αν θέλαμε σήμερα, λίγες μέρες μετά τις εκλογές, να συνοψίσουμε τα όσα συνέβησαν τον τελευταίο χρόνο στην ελληνική πολιτική ζωή, νομίζω πως η πιο περιεκτική διατύπωση είναι πως πρόκειται για την συντριπτική δικαίωση της ΔΗΜΑΡ.

Δεν είναι μόνο η ακραία επικράτηση του κυβερνητισμού σε αυτό –ή, καλύτερα, ό,τι απέμεινε από αυτό- που υπήρξε σε άλλους, κοντινούς πάντως καιρούς, η πιο προωθημένη ενσάρκωση της ριζοσπαστικής Αριστεράς στην Ευρώπη. Είναι ακόμη η κατίσχυση της ιδέας πως θα πρέπει να τελειώνουμε με την επαγγελία της ρήξης, στο μέτρο πως, όπως έδειξε η ζωή (sic), πρόκειται για «επαγγελία της αδύνατης ρήξης».

Οι χειρισμοί της διαπραγμάτευσης, αλλά και της διακυβέρνησης, υποτίθεται πως το απέδειξαν χωρίς αμφιβολία. Και όσοι συνεχίζουν να το αμφισβητούν απλώς δεν καταλαβαίνουν από ρεαλιστική πολιτική, δηλαδή δεν καταλαβαίνουν από πολιτική.

Είναι μαξιμαλιστές και βολονταριστές, έστω κι αν αυτοί ήταν που κατεξοχήν επέμεναν πως τα περί νταουλιών και βέβαιων συμφωνιών ήταν ασυνάρτητες ανοησίες, που οδηγούσαν στην ήττα ενός λαού κάθε άλλο παρά προετοιμασμένου να δώσει την αναγκαία από τα πράγματα σκληρή μάχη.

Πρόκειται για την στάση που συγκεφαλαιώνεται στη διατύπωση: τι να κάνουμε ρε παιδιά; Έτσι είναι τα πράγματα. Ας είμαστε ρεαλισταί. Όπως ρεαλιστές είμασταν όταν δημαγωγούσαμε πριν από τις 25 Ιανουαρίου λέγοντας τις ασυνάρτητες ανοησίες, που αναφέρθηκαν προηγουμένως. Έτσι κερδίζονται οι εκλογές, πράγμα που αδυνατούν να καταλάβουν οι αριστεριστές που φώναζαν πως δεν μπορείς να καταργείς τον ΕΝΦΙΑ χωρίς να τον αντικαθιστάς από έναν ακόμη αποδοτικότερο σε έσοδα ταξικό φόρο για τον πλούτο. Που αδυνατούν να καταλάβουν, δηλαδή, πως αν δεν είσαι πολυσυλλεκτικός (sic) δεν κερδίζεις εκλογές.

Έλα, όμως, που η πρόσφατη «ρεαλιστική» παραδοχή σημαίνει πως οι άνεργοι θα παραμείνουν άνεργοι και άφαγοι, αυτοί και τα παιδιά τους, γιατί «έτσι είναι τα πράγματα». Και, ακόμη, σημαίνει πως τα εκατομμύρια των φτωχών θα πρέπει να περιμένουν καμιά δεκαετία, για να αρχίσει η «ανάπτυξη» να αποδίδει και γι’ αυτούς –αφού μεγαλώσει η πίτα!

Που πάει να πει πως δεν υπάρχουν «παραμετρικές βελτιώσεις» σε αυτά που είναι τα πιο επείγοντα προβλήματα της κοινωνίας μας. Και, από αυτήν την άποψη, η ρήξη, η μεγάλη ρήξη, δεν είναι παρά η μόνη πιθανότητα, για να αλλάξουν τα πράγματα για τους φτωχούς και τους ανέργους.

Αντίθετα, η απόσειση της ρήξης, της μετωπικής σύγκρουσης –με προετοιμασία και σχέδιο, βέβαια, όχι στα κουτουρού- δεν είναι παρά τοποθέτηση στο ταξικό πεδίο, όχι από την πλευρά των πιο εκμεταλλευόμενων και των κατεστραμμένων –αλλά από την άλλη πλευρά. Θέλω να πω, ανεξαρτήτως προθέσεων, η στρατηγική (;) του μερεμετίσματος του μνημονίου συν δυο τρία ακόμη πράγματα, εκτός του ό,τι δεν είναι ρεαλιστική, συνιστά και επιλογή, για να χρησιμοποιήσω την ακριβή διατύπωση ενός καλού αρθρογράφου: με τους καταθέτες και όχι με τους ανέργους. Και, πιστέψτε με, ξέρω καλά τι διακυβεύεται σε σχέση με τις τράπεζες και δεν θεωρώ πως το μπουρλότο αποτελεί αξιοποιήσιμη δυνατότητα: γι’ αυτό, άλλωστε, το πρόγραμμα το ΣΥΡΙΖΑ παλιά (!) έλεγε πως πρώτος όρος για την άσκηση αριστερής πολιτικής στην οικονομία είναι ο δημόσιος έλεγχος των τραπεζών –ό,τι, δηλαδή, κατεξοχήν αποφεύχθηκε από την κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ –ΑΝΕΛ και ό,τι, στοιχηματίζω, θα αποφευχθεί δια παντός.

Με αυτά και με αυτά, η τοποθέτηση του σημερινού ΣΥΡΙΖΑ –χρησιμοποιώ ακόμη αυτήν την ονομασία λόγω της εξουσίας του πρωτοδικείου, όπως καταλαβαίνετε- είναι πολύ πέρα από τα όρια, κατά τη γνώμη μου, του δεξιού ευρωκομμουνισμού. Γι’ αυτό και θεωρώ, όπως ήδη είπα, πως οι εξελίξεις δικαιώνουν απολύτως τον κατεξοχήν φορέα του μερεμετίσματος, δηλαδή, τη ΔΗΜΑΡ. Το γεγονός πως το μερεμέτισμα είναι ανέφικτο κάνει, απλώς, τα πράγματα ακόμη χειρότερα.

Με τον τρόπο αυτό, η απόσειση της πιθανότητας της «αδύνατης» ρήξης ισοδυναμεί με την επαγγελία του αδύνατου μερεμετίσματος. Και συνοδεύεται από πλείστα όσα ακόμη επιβαρυντικά στοιχεία:

  • Δείτε την πρόσφατη εκλογική καμπάνια. Και δεν εννοώ τα «παλιά» και τα «νέα», τα «μπροστά» και τα «πίσω», την πλήρη, δηλαδή, απουσία προγραμματικού λόγου. Αυτό που λέω είναι πως δεν μπορεί να μην εκλαμβάνεται ως πολιτισμικό σοκ το σύνθημα «Στις 20 ψηφίζουμε για πρωθυπουργό» από ανθρώπους που σε όλη τους τη ζωή όλα τα έκαναν για σκοπούς συλλογικούς, σχεδόν «απρόσωπα» και αυτό το θεωρούσαν πυρήνα της ύπαρξής τους και θεμέλιο όλων των άλλων: αξιών, πρακτικών και στάσεων. Δεν γίνεται –ακόμη και τώρα, που όλα γίνονται- αυτό για ανθρώπους διαπαιδαγωγημένους στους δρόμους της ριζοσπαστικής Αριστεράς. Και δεν πρόκειται για κάτι δευτερεύον. Άλλωστε, ότι έχει χαθεί στην ιστορία για την Αριστερά, αιώνες τώρα, πάντοτε χάθηκε στο όνομα της επιδίωξης … μειζόνων αγαθών. Ή στο όνομα του ρεαλισμού, για να χρησιμοποιήσω μιαν άλλη, περισσότερο κοινή, έκφραση.

Στο παράδειγμα της «ψήφου για πρωθυπουργό στις 20 Σεπτέμβρη» σας καλώ να το δείτε και με … ιστορικοσυγκριτικό τρόπο: μπορεί να πιστέψει κανείς την χρήση ενός τέτοιου συνθήματος από το Ιταλικό Κομμουνιστικό Κόμμα του Μπερλινγκουέρ, ακόμη και στην πιο δεξιά του φάση, αυτήν του «ιστορικού συμβιβασμού»; Δεν μπορεί. Γιατί και δεν συνέβη, αλλά και –για τους κομμουνιστές- δεν θα μπορούσε να είχε συμβεί. Αυτά είναι Ρέντσι, όχι Μπερλινγκουέρ.

 

  • Ας πάμε τώρα στην θεωρία του «παράλληλου» προγράμματος. Δεν έχω καμιά αμφιβολία πως στις προθέσεις του Ευκλείδη Τσακαλώτου είναι η δημιουργία ενός πλαισίου αναδιανομής του πλούτου σε βάρος των πλούσιων και στις προθέσεις του Ανδρέα Ξανθού η προώθηση της πρωτοβάθμιας φροντίδας υγείας. Μόνο που, όπως και οι ίδιοι είμαι βέβαιος πως καταλαβαίνουν, για να γίνουν αυτά θέλουν κινήματα βάσης και ταγμένους, αποφασισμένους και ενθουσιώδεις ανθρώπους, που δύσκολα θα βρεις μεταξύ των σημερινών οπαδών των κυβερνώντων. Πράγμα που σημαίνει πως ο αριστερός ευρωκομμουνισμός, με την εμμονή του στα κοινωνικά κινήματα ως ισότιμου, αν όχι σημαντικότερου, βραχίονα κοινωνικού μετασχηματισμού σε σχέση με την παρέμβαση για ριζοσπαστικές τομές στο κράτος, δεν έχει καμιά σχέση με την τωρινή κυβέρνηση, τη στρατηγική και τις δυνατότητές τους. Και η τωρινή σύνθεσή της είναι μια ακόμη επιβεβαίωση –αν χρειάζεται κι άλλη επιβεβαίωση: όποιος πιστεύει πως με Σπίρτζη, Τζάκρη και Μπόλαρη θα προχωρήσει στους δρόμους της κοινωνικής και αλληλέγγυας οικονομίας, νομίζω, έχει ένα θεματάκι.

***

Θυμάμαι πριν από μερικά χρόνια, λίγο μετά την εκλογή του Αλέξη Τσίπρα στην προεδρία του ΣΥΝ, μια εκδήλωση στο Ιβανώφειο της Θεσσαλονίκης. Μετά από την ομιλία του Τσίπρα δόθηκε ο λόγος στο Λεωνίδα Κύρκο, που ήταν παρών στην εκδήλωση. Ο Κύρκος, λοιπόν, γρήγορα, κατά τη διάρκεια της ομιλίας του, εξεμάνη κατά της τότε «αριστερίστικης κλίσης» του κόμματος και απευθυνόμενος στον Τσίπρα, του είπε πως όλη του η ρητορική –του ΣΥΝ- τον αναγκάζει –τον Λεωνίδα- να πει «τον κακό σας τον καιρό», αν νομίζετε πως αυτά τα περί ρήξης και ανατροπής που λέτε είναι κάτι περισσότερο από πτωχοαλαζονεία απέναντι στους φύσει συμμάχους, πάει να πει το ΠΑΣΟΚ –ίσως και τον Λαυρεντιάδη, αν θυμηθούμε την εποχή και τα συμβάντα της.

Ποιος, αλήθεια, δικαιώθηκε από την οπτική του παρόντος; Η ερώτηση είναι ρητορική. Η εκδίκηση του Λεωνίδα Κύρκου είναι ήδη ένας θρίαμβος εν εξελίξει.

Γι’ αυτό και η περίφημη διατύπωση του Άγγελου Ελεφάντη πως «[Α]πό την άποψη του σοσιαλισμού το ΠΑΣΟΚ μας αφήνει παγερά αδιάφορους» ταιριάζει πολύ στην σημερινή κυβέρνηση.

Το ακόμη χειρότερο, βέβαια, είναι πως ίσως θα έπρεπε να μας αφήνει «παγερά αδιάφορους» και σε σχέση με πράγματα πολύ μικρότερα από το σοσιαλισμό. Πράγμα, για το οποίο περισσότερο και από την κυβερνητική πρακτική μας υποψιάζει η στάση πολλών «οπαδών» της. Οι οποίοι πανηγυρίζουν π.χ. για την πιθανή αλλαγή της εγκυκλίου για την απαλλαγή των μαθητών από την παρακολούθηση των Θρησκευτικών ξεχνώντας πως αυτό το απειροελάχιστο χρειάστηκε εννιά μήνες για να «τεθεί», όταν ο τόσο δεξιός –και για τα δικά τους γούστα- Σημίτης ήρθε κόντρα με εκατομμύρια οπαδούς του Χριστόδουλου, αλλά δεν υποχώρησε: κατάργησε την αναγραφή του θρησκεύματος στις ταυτότητες.

Ποιός δεξιός ευρωκομμουνισμός, λοιπόν; Εδώ θα πρέπει να φοβόμαστε πολύ, ίσως, για την τύχη του αστικού εκσυγχρονισμού.

ΥΓ. Όλα τα επιχειρήματα του παραπάνω κειμένου προέρχονται από τις συνεδριακές αποφάσεις του ΣΥΡΙΖΑ. Που επαναλάμβανε εκατοντάδες φορές και ο Αλέξης Τσίπρας, άλλωστε.

Δεν χρειάστηκε να προσθέσω τίποτε δικό μου, τίποτε πραγματικά πρωτότυπο.