in

Η ελληνική κινηματική κοσμογονία. Του Χρήστου Λάσκου

Η ελληνική κινηματική κοσμογονία. Του Χρήστου Λάσκου

Νίκος Σερντεδάκις–Σταύρος Τομπάζος (επιμέλεια), Όψεις της ελληνικής κρίσης – Συγκρουσιακός κύκλος διαμαρτυρίας και θεσμικές εκβάσεις, εκδόσεις Gutenberg, 2018, σελ. 604

Καθώς σιγά σιγά ξαναβγαίνουμε έξω, επιστρέφουμε στο δημόσιο χώρο και, ακόμη, αντιμετωπίζουμε τα πρώτα φυσικά ξεσπάσματα μιας «ανυπάκουης» δυναμικής, η οποία επιχειρεί να αμφισβητήσει, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, την καταθλιπτική, σχεδόν απόλυτη, ισχύ του κράτους στη διαμόρφωση της ζωής και της κίνησής της –ή της ακινησίας, καλύτερα– για δύο και πάνω μήνες, τι ωφελιμότερο από  ένα βιβλίο που αναλύει την μεγάλη κινηματική έκρηξη που βίωσε η ελληνική κοινωνία λίγα μόλις χρόνια πριν;  

Το βιβλίο που επιμελήθηκαν ο Νίκος Σερντεδάκις και ο Σταύρος Τομπάζος έχει περάσει, νομίζω, σχετικά απαρατήρητο. Η αορατότητά του, μάλιστα, είναι αντιστρόφως ανάλογη της μεγάλης αξίας του, όπως και του προφανούς πολιτικού ενδιαφέροντος, που θα έπρεπε λογικά να προκαλέσει. Γιατί η συστηματική και σε βάθος ανάλυση της περιόδου από το 2010 μέχρι το 2018, ενταγμένη μέσα στο ευρύτερο κοινωνικοοικονομικό συγκείμενο της μεγάλης καπιταλιστικής κρίσης, της Long Depression, για να χρησιμοποιήσω τον όρο του Μάικλ Ρόμπερτς, προσφέρει με μοναδικό τρόπο μια προσέγγιση, η οποία είναι εκ των ων ουκ άνευ προκειμένου να διαμορφώσουμε ολοκληρωμένη εικόνα μιας περιόδου καθοριστικής σημασίας για την πορεία της ελληνικής κοινωνίας.

Το πανδημικό σοκ δημιουργεί την εντύπωση πως «τίποτε δεν θα είναι όπως πριν» – φράση κλισέ πλέον. Νομίζω, όμως, πως ήδη από καιρό τώρα, ακριβώς λόγω όσων συνέβησαν και δεν συνέβησαν ή αθετήθηκαν στα δέκα προηγούμενα χρόνια, στην Ελλάδα «τίποτε δεν είναι όπως πριν».

Δείτε, για παράδειγμα, την συζήτηση για την αντιμετώπιση της εν εξελίξει ύφεσης. Θα πρέπει, λέει, να ενισχυθεί ο τουριστικός κλάδος και να του δοθεί όλη η απαιτούμενη «ευελιξία» -να μην πληρώνει και να απολύει ελεύθερα σημαίνει αυτό- προκειμένου να «μείνει όρθιος», αυτός που αποτελεί τη «βαριά μας βιομηχανία». Το γεγονός πως ο συγκεκριμένος τομέας ευνοήθηκε επί χρόνια από μια ασύλληπτη μεγέθυνση δεν λαμβάνεται υπόψη. Στις κλάψες του ΣΕΤΕ –εργοδοτικού φορέα πιο απεχθούς κι από τον ΣΕΒ ακόμη- κανείς δεν απαντάει με το πολύ απλό: τόσα χρόνια εξωφρενικών κερδών τι έγιναν; Γιατί «επιχειρηματίες» που «τα πήραν όλα» επί τόσο καιρό δεν μπορούν να ανταποκριθούν σε μια κακή χρονιά; Γιατί πρέπει να απολύσουν; – έδιναν μεγάλα μπόνους στις καμαριέρες όταν τα κέρδη τους αυξάνονταν με ιλιγγιώδεις ρυθμούς;

Το ότι όλα αυτά τα απολύτως εύλογα δεν τίθενται με τον δέοντα αντι-εργοδοτικό τρόπο οφείλεται όχι στον κορωνοϊό, αλλά σε όσα προηγήθηκαν και παίζουν πολύ σημαντικότερο ρόλο από την πανδημία.

Το βιβλίο, λοιπόν, των Σερντεδάκι και Τομπάζου είναι η καλύτερη μέχρι σήμερα αποτίμηση της τρομερής δεκαετίας με έμφαση στα κινήματα, στις αντιστάσεις, στη διαμαρτυρία, στην κίνηση από τη βάση. Οι 21 συγγραφείς των επιμέρους κεφαλαίων καλύπτουν ένα ευρύ πεδίο από την ανάλυση της κρίσης στο οικονομικό επίπεδο μέχρι τις μείζονες αλλαγές στο κομματικό σύστημα, τη σχέση κομμάτων και κινημάτων με ειδική, προφανώς, προσοχή στον ΣΥΡΙΖΑ. Ακόμη έχουμε εξαιρετικές παρουσιάσεις των διεθνών αντίστοιχων κινημάτων και των πολιτικών εξελίξεων με τις οποίες συνδέθηκαν: από το «εξεγερμένο 2011» στη λατινοαμερικάνικη «ροζ παλίρροια» και τις μεσογειακές πολιτικές μεταβολές.

Στο δεύτερο και εκτενέστερο μέρος  του βιβλίου έχουμε, θα μπορούσαμε να πούμε, «μελέτες περίπτωσης» για τη διαμαρτυρία στην Ελλάδα της κρίσης, τους αγανακτισμένους των πλατειών, τις εργατικές αντιστάσεις στην περίοδο των Μνημονίων, τους αγώνες των εργαζομένων στο Δημόσιο, τις αγροτικές κινητοποιήσεις, τις περιβαλλοντικές διαμαρτυρίες με επίκεντρο τη Χαλκιδική και την Κερατέα, τις αντιρατσιστικές και αντιφασιστικές δραστηριότητες.

Επιπλέον, στο τμήμα αυτό παρουσιάζονται δύο πολύ ενδιαφέρουσες μελέτες σχετικά με την αλληλέγγυα οικονομία: του Κάρολου Καβουλάκου με τίτλο  «Κοινωνική αλληλέγγυα οικονομία, κρίση και κοινωνικά κινήματα» και του Μιχάλη Ψημίτη «Κριτική της μαρξιστικής κριτικής στην αλληλέγγυα οικονομία». Ειδικά η δεύτερη δίνει τη δυνατότητα να τεθούν καίρια στρατηγικά ζητήματα αναφορικά με το θέμα της μετάβασης και του κοινωνικού μετασχηματισμού: το πλεονέκτημα είναι πως ο Ψημίτης παρουσιάζει την πρόταξη των αλληλέγγυων δομών με πολύ συνεκτικό τρόπο, ώστε να μπορεί και η αντίρρηση, από την πλευρά των υποστηρικτών πιο «συγκεντρωτικών» μορφών οικονομικού σχεδιασμού, να διατυπωθεί με πραγματικά ουσιαστικό τρόπο.

Αυτό το χαρακτηριστικό το μοιράζονται οι περισσότερες από τις εργασίες που περιέχονται στο βιβλίο: ανοίγουν με παραγωγικό τρόπο τη συζήτηση, ανοίγουν δρόμους έρευνας, που είναι αναγκαίο να περπατήσουμε.

Ο χώρος δεν μου επιτρέπει αναλυτικό σχολιασμό για όλες τις συμβολές. Θα ήταν ανεπίτρεπτο, όμως, να μην επισημάνω κάποιες από αυτές –πάντοτε βάσει και των πιο ειδικών προσωπικών μου ενδιαφερόντων και γνώσεων.

Η μελέτη του Νίκου Σερντεδάκι «Η διαμαρτυρία στην Ελλάδα της κρίσης, 2009 -2014» αποτελεί τρόπον τινά την καρδιά του βιβλίου στο μέτρο που παρουσιάζει την κινηματική, πολιτική –κομματική και διανοητική κίνηση της περιόδου διαμορφώνοντας τον καμβά πάνω στον οποίο μπορούν να αρθρωθούν οι πιο ειδικές μελέτες. Προσόν ιδιαίτερο είναι μια πολύ περιεκτική –και καθόλου «θετικιστικών» στοχεύσεων– ποσοτική ανάλυση των φαινομένων που εκτυλίχτηκαν την πολύ κρίσιμη αυτήν περίοδο. 

Το κείμενο του Σταύρου Τομπάζου, «Οι δύο όψεις της ελληνικής οικονομίας, 2000 -2017», είναι από τα καλύτερα και πιο περιεκτικά σχετικά άρθρα. Μέσα σε λιγότερες από 30 σελίδες ο Τομπάζος θέτει όλα τα κρίσιμα στοιχεία που επιτρέπουν έναν προσανατολισμό μας σε σχέση με όσα συνέβησαν και με τις δυνατότητες που απομένουν. Κυρίως, διευκρινίζει με διαυγή τρόπο την καθοριστική σημασία της προσχώρησης των κυβερνήσεων Τσίπρα στις νεοφιλελεύθερες πολιτικές. Όπως σημειώνει:

Θα ήταν καλύτερα τα πράγματα αν η κυβέρνηση (του ΣΥΡΙΖΑ) ακολουθούσε τη λογική της ετυμηγορίας του ελληνικού λαού στο δημοψήφισμα της 5ης Ιουλίου και τις προεκλογικές της δεσμεύσεις και δεν ενέδιδε στα τελεσίγραφα των δανειστών; Πολύ πιθανόν, αν και δεν είναι απολύτως βέβαιο. Οι μεγάλες κοινωνικές ανατροπές  τέλος. Αυτό που είναι ωστόσο βέβαιο είναι πως ακόμα και η ήττα είναι προτιμότερη από την παράδοση και την άνευ όρων συνθηκολόγηση.

Πραγματικά εξαιρετικό είναι το κεφάλαιο που έγραψε η Λουκία Κοτρωνάκη – «Από τον δρόμο στο Κοινοβούλιο: Οι τοπογραφίες της διαμαρτυρίας και ο ΣΥΡΙΖΑ στα χρόνια της κρίσης, 2009 -2015». Η Κοτρωνάκη κάνει κάτι πολύ χρήσιμο, πολύτιμο πραγματικά, προκειμένου να γίνει κατανοητή η πορεία του ΣΥΡΙΖΑ από την εκκίνησή του μέχρι και σήμερα. Αυτό που εύλογα μπορεί πια να χαρακτηριστεί «μετάλλαξη» ενός ριζοσπαστικού πολιτικού οργανισμού σε άμορφη i-παράταξη με μόνο στόχο την παρουσία στην κυβέρνηση μπορεί να προσεγγιστεί μόνο στο μέτρο που μελετηθεί το σύνολο των εξελίξεων που προηγήθηκαν, «εντός και εκτός» του κόμματος. Γιατί η κατάληξη υπήρξε αποτέλεσμα πολλών εσωτερικών μαχών, συγκρούσεων με σαφές το ιδεολογικό διακύβευμα, έντονων αποκλίσεων αναφορικά με την ερμηνεία της κρίσης, ανοιχτών και άγριων πολλές φορές διαμαχών σε σχέση με τον τύπο του πολιτικού οργανισμού. Η έκβαση δεν ήταν εξαρχής δεδομένη. Μάχες δόθηκαν, κερδήθηκαν και χάθηκαν. Το πράγμα έχει πολλή ιστορία, με την οποία λίγο έχει ασχοληθεί η έρευνα. Η Κοτρωνάκη ανοίγει αυτήν την ερευνητική περιοχή με πολύ παραγωγικό τρόπο και, νομίζω, πως μαζί με την αντίστοιχη εργασία του Κώστα Ελευθερίου –«Ο ΣΥΡΙΖΑ από την αντιπολίτευση στην κυβέρνηση: Οργανωτική στρατηγική στη σκιά του Συνασπισμού», στο: Γιάννης Μπαλαμπανίδης, ΣΥΡΙΖΑ, ένα κόμμα εν κινήσει, Θεμέλιο, 2018– θα αποτελούν για καιρό τα έργα αναφοράς στην συγκεκριμένη περιοχή[1].

Πράγμα που ισχύει και για το κείμενο του Σεραφείμ Σεφεριάδη –«Κόμματα και κινήματα χωρίς την πολιτική: Το μοντέλο του «κόμματος καρτέλ» υπό το φως της εμπειρίας ΣΥΡΙΖΑ»–, μια πολύ κατατοπιστική άσκηση πολιτικής κοινωνιολογίας και όχι μόνο. Ο Σεφεριάδης  αναλύει τον κυβερνώντα ΣΥΡΙΖΑ ως κόμμα-καρτέλ και, ταυτόχρονα, επεξηγεί με εμβριθή τρόπο τι είναι ένα κόμμα-καρτέλ. Πρόκειται, πραγματικά, για πρότυπη εργασία στο θέμα της – μοναδική.

Το βιβλίο των Σερντεδάκι-Τομπάζου αποτελεί απαραίτητη αναφορά για όποιον ενδιαφέρεται για την δεκαετία που τράνταξε τον ελληνικό κοινωνικό σχηματισμό με τον πιο βίαιο τρόπο από πολλές δεκαετίες. Η συμβολή όλων των συντελεστών, λίγο ως πολύ, διαμορφώνει ένα πλήρες έργο, χωρίς να εκμαιεύει κάποια αναγκαστική συμφωνία εφ’ όλης της ύλης. Πρόκειται για επιτυχία των επιμελητών.

           


[1] Είναι προφανές, βέβαια, πως μεγάλη θα ήταν η συνεισφορά των ίδιων των «πρωταγωνιστών», που αποχώρησαν αν αναλάμβαναν να γράψουν γι’ αυτά – ο Τάσος Κορωνάκης, ο Ανδρέας Καρίτζης, μέλη του Κοκκινοπράσινου Δικτύου θα είχαν πολλά να καταθέσουν, που θα άλλαζαν σίγουρα την κυρίαρχη πρόσληψη για μια σειρά από συμβάντα.

 

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Στις 21 Οκτωβρίου η δίκη για τη δολοφονία του Ζακ

Οι New York Times αφιερώνουν την πρώτη σελίδα τους στους νεκρούς από την Covid-19