Η ελληνική αριστερά και ο νόμος του Μέρφι. Του Χρήστου Λάσκου

Σε μια ελεύθερη απόδοσή του, μπορούμε να διατυπώσουμε το νόμο  του Μέρφι, ως εξής περίπου: αν κάτι στραβώσει, θα στραβώσει κι άλλο. Και μετά κι άλλο κι άλλο.

Παρακολουθώντας, ευτυχώς όχι εκ του σύνεγγυς, όσα διαμείβονται τις τελευταίες μέρες στο διάλογο (;) μεταξύ προσώπων, αλλά και πολιτικών οργανισμών, του ευρύτατου αντιμνημονιακού χώρου, καταλήγω πως ο νόμος του Μέρφι αναμένεται να ζήσει λαμπρές μέρες δόξης και επιβεβαίωσης. Αν η ΛΑΕ, η ΑΝΤΑΡΣΥΑ και η Πλεύση ανταλλάσσουν όσα ανταλλάσσουν, με τον πιο επίσημο τρόπο πολλές φορές, με διακοινώσεις (sic) και επίσημες τοποθετήσεις, τότε το πράγμα δεν διορθώνεται εύκολα.

Και τι δεν είδαν τα ματάκια μας τις τελευταίες μέρες. Προσωπικές καταγγελίες για χρηματισμούς, χαρακτηρισμοί πρώην (στο απολύτως άμεσο παρελθόν) συντρόφων ως λαμόγιων, ένθεν και ένθεν,  κατηγορίες για εκμετάλλευση περιστάσεων προς ίδιον όφελος συνοδεύτηκαν από «αποκαλύψεις» για πολιτικά συμβόλαια και ισχυρές (;) εικασίες περί «ανώμαλων» σχεδίων.

Μου είναι απολύτως προφανές πως τα περισσότερα από αυτά είναι παθολογικά προϊόντα αχαλίνωτης φαντασίας. Όπως, επίσης, μου είναι προφανές πως δεν έχουν όλοι και όλες τον ίδιο βαθμό ευθύνης γι’ αυτό το ανεπανάληπτο ξεκατίνιασμα.

Δεν είναι αυτό που έχει σημασία, όμως. Η εικόνα την οποία εισπράττουν μέσα από όλα αυτά όσοι και όσες προσβλέπουν σε μια δυνατότητα όσο το δυνατόν ενωτικής αντιμνημονιακής απάντησης είναι επονείδιστη, απεχθής και επαχθής –για να το συνδέσουμε και με το χρέος! Η ζημιά που γίνεται δεν είναι καθόλου δύσκολο να εξελιχθεί σε ανήκεστη.   

Το περίφημο «ηθικό πλεονέκτημα», αφού ευτελίστηκε επαρκώς με την χρήση που του έγινε από την κυβέρνηση, τείνει με τα τελευταία να γίνει τμήμα μιας παράστασης παρόμοιας με αυτήν του «Κλουβιού με τις τρελές» –και μην με ελέγξει κανείς από την οπτική του politically correct πριν ξαναδεί την ταινία των Monty Pythons. Αρκεί να δοθεί η σημασία που πρέπει σε αιτιάσεις συμμετόχων στο διάλογο (;), κατά τις οποίες δώσανε μάχες μέσα στη μοναξιά και ενώ οι «άλλοι» δεν βάζανε πλάτη! Θοῦ, Κύριε

Πρόκειται περί κακοδαιμονίας. Η οποία εξελίσσεται, ως στράβωμα, εδώ και καιρό, ακόμη κι όταν τα πράγματα φαίνονταν ανθηρά. Στιγμιότυπα, για του λόγου το αληθές; Η άρνηση ενός μεγάλου τμήματος της αριστεράς –του ΚΚΕ προεξάρχοντος- να εμπλακεί σε μια πραγματική μάχη για χρόνια, από το 2010 κι έπειτα, είναι κορυφαίο. Η ολοκλήρωσή του με την κλήση για αποχή από το Δημοψήφισμα είναι ενδεικτική της λειτουργίας του νόμου του Μέρφι. Και πολλά άλλα θα μπορούσαν να ανακληθούν, στο μέτρο που είναι πλούσια η ιστορία των χρόνων της κρίσης σε τέτοια πράγματα. Νομίζω, όλοι μπορούμε να το κάνουμε τόσο εύκολα…

Την ίδια στιγμή, η other side, οι εναπομείναντες, που «δίνουν τη μάχη» (αριστερής) εφαρμογής των Μνημονίων στο δρόμο προς τη δίκαιη ανάπτυξη δια της παρανοϊκής λιτότητας, οδηγούνται, από κάποιες απόψεις, σε αληθινή παράκρουση. Εξ όνυχος τον λέοντα –δείτε τι γράφηκε στην τελευταία «Εποχή», μεταξύ άλλων, και βγάλτε τα συμπεράσματά σας: «Όμως το είπε ο έλληνας πρωθυπουργός. Και ανεξάρτητα αν το είπε για τον Σόιμπλε ή για τον… Χατζηπετρή, το απόφθεγμα πήρε την υπόσταση μιας γενναίας ελληνόφωνης λεζάντας, κάτω από μια φωτογραφία του Βόλφγκανγκ Σόιμπλε: ο γερμανός υπουργός Οικονομικών στο αναπηρικό καροτσάκι του, με παγωμένη τη μάσκα του αυταρχικού μυαλοπώλη στη φάτσα, ως συνήθως. Κι από κάτω να γράφει: «Όσοι δεν είναι καλά στην ψυχή τους δεν μπορούν να αντιμετωπίσουν τα προβλήματα της χώρας τους, ούτε της Ευρώπης ούτε του κόσμου»…
Ανεξάρτητα από όσα μικροπολιτικά και παραπολιτικά ή μικροθεσμικά και παραθεσμικά ακολούθησαν το εν λόγω απόφθεγμα του Αλέξη Τσίπρα εντός και εκτός της χώρας, η πεμπτουσία του έπεσε σαν μια σταγόνα βάλσαμο στις ψυχές των απλών Ελλήνων. Ακριβώς όπως το έκτακτο βοήθημα προς τους μικροσυνταξιούχους που προηγήθηκε. Έτσι, στους αντιδρώντες πολιτικούς και δημοσιογράφους κάθε πολιτικής και κοινωνικής κατηγορίας και προέλευσης, θα ταίριαζε μια παράφραση του, διάσημου πια, πρωθυπουργικού αποφθέγματος: «Όσοι δεν είναι καλά στην ψυχή τους δεν μπορούν να αντιληφθούν τα προβλήματα που αντιμετωπίζει η χώρα τους, ούτε η Ευρώπη ούτε ο κόσμος»… Ο Σόιμπλε πήρε τη θέση του «κατηγορούμενου» στο απόφθεγμα του Αλέξη Τσίπρα, γιατί στη συλλογική συνείδηση των Ελλήνων είναι ο κατηγορούμενος. Η προσωποποίηση του κακού που μας κατατρύχει και μας ταπεινώνει: «Βλέπουμε τον Σόιμπλε σαν τον σκατόψυχο σαιξπηρικό δανειστή Σάιλοκ», μου είχε πει παλαιότερα, ένας εξαίρετος έλληνας ψυχαναλυτής: «θα σου δανείσω, αλλά θέλω ένα κομμάτι από τη σάρκα σου… Και τον σιχτιρίζουμε. Και τον περιγελούμε. Και τον οικτίρουμε…»
Πράγματι, οι Έλληνες οικτίρουν τον Σόιμπλε. Όχι (μόνο) για την σωματική αναπηρία του, αλλά για την ευκρινή ψυχική σκιά της. Που αδυνατεί να κρύψει τους λεκέδες του βίου και της πολιτείας του…». Ο συντάκτης του προηγουμένου ισχυρίζεται πως αυτή η φράση του Τσίπρα περί ψυχής άλλαξε τα δεδομένα! Σηματοδότησε μια καίρια πολιτική παρέμβαση μεγάλου βεληνεκούς, μπλα, μπλα, … Απίστευτο; Καθόλου. Δείκτης κι αυτό, νομίζω, το πόσο στράβωσαν τα πράγματα.

Υπάρχει τρόπος να μπει ένας, μικρός έστω, φραγμός στο Μέρφι; Δεν είναι βέβαιο. Όσοι αγωνιούν, όμως, για κάτι τέτοιο, νομίζω, πως θα πρέπει σε δυό τρία πράγματα να συμφωνήσουν:

  1. Είναι αδύνατη η αντίσταση στη νεοφιλελεύθερη λαίλαπα χωρίς την ευρύτερη δυνατή ενότητα. Χωρίς, δηλαδή, την αναγκαία κρίσιμη μάζα και από ποσοτική άποψη, αν θέλεις να διαμορφώσεις ένα εγχείρημα μαζικής απεύθυνσης.
  2. Το «ευρύτερη» δεν μπορεί να γίνει «ευρύτατη». Είναι αναγκαίο να περιλαμβάνει μόνο δυνάμεις που αυτοπροσδιορίζονται στην αριστερά, με ό,τι αυτό συνεπάγεται και για την κουλτούρα του χώρου. Θέλω να πω, το ζητούμενο είναι το αριστερό αντιμνημονιακό μέτωπο και όχι το … αντιμνημονιακό μέτωπο.
  3. Εξ αυτού προκύπτει πως η συζήτηση έστω με δυνάμεις, που αγωνίζονται (;) «ακτιβιστικά» για τη μη εγκατάσταση προσφύγων στην Κρήτη π.χ., συνιστά ασύγγνωστη «πατριωτική» σαχλαμάρα.   
  4. Μεγαλοπαραγοντισμοί, αλλά και μικροπαραγοντισμοί, απαγορεύονται δια ροπάλου. Ναπολεόντεια ή Λουδοβίκεια σύνδρομα είναι μη διαπραγματεύσιμα.
  5. Η συλλογικότητα και η δημοκρατία είναι εκ των ων ουκ άνευ προϋπόθεση. Κανείς δεν «ηγείται» -αυτοδικαίως ή όχι αυτοδικαίως. Η «βάση» είναι αυτή που προσδιορίζει την κίνηση του μετώπου.
  6. Η συζήτηση, λοιπόν, πάνω στις εναλλακτικές, επί της ουσίας, δηλαδή, και όχι επί «κορυφαίων διαδικασιών», είναι πρώτη προϋπόθεση για την όποια επιτυχία. Μια συζήτηση ανοιχτή, δημόσια, που θα εμπλέκει το σύνολο των ανθρώπων που αναλαμβάνουν το έργο, χωρίς «ειδικούς» ή «προνομιούχους διερμηνευτές».
  7. Γίνεται; Νομίζω, ναι. Αν δεν γίνει, η ευθύνη δεν θα βαρύνει ούτε την «Ιστορία» ούτε τις «αντικειμενικές συνθήκες» ούτε το «Απόλυτο Πνεύμα». Εμάς όλους θα βαρύνει. Αποκλειστικά.