Η ανοησία της αστικής ζωής. Του Raul Zibechi

Ένας μεξικανός φίλος, πριν από μια δεκαετία, με ρώτησε: ποια κατάσταση θα δημιουργούνταν εάν στην Πόλη του Μεξικού κατέρρεε η παροχή νερού; Δεν είχα φανταστεί ποτέ ότι θα μπορούσε να υπάρξει μια τέτοια πιθανότητα, γι αυτό έμεινα άφωνος. Χωρίς αμφιβολία, σε λίγες μέρες η κατάσταση θα γινόταν χαοτική, θα υπήρχε βία για το νερό και πολλοί άνθρωποι θα επιχειρούσαν να εγκαταλείψουν τη μεγαλούπολη, η οποία θα γινόταν μια παγίδα από την οποία θα ήταν αδύνατον να ξεφύγουν.

Πηγή: http://www.thomasproject.net, Μετάφραση: Καλλιόπη Ράπτη

Εδώ και ένα μήνα ένα ασυνήθιστο γεγονός λαμβάνει χώρα στη Λίμα και σε μικρότερη κλίμακα σε διάφορες επαρχιακές πόλεις του Περού. Χιλιάδες άνθρωποι εγκαταλείπουν την πρωτεύουσα, της οποίας η μητροπολιτική περιοχή υπερβαίνει τα δέκα εκατομμύρια κατοίκους (9,5 εκατομμύρια σύμφωνα με επίσημα στοιχεία του 2017). Αλλά το πρόβλημα της Λίμα δεν είναι μόνο η τεράστια συγκέντρωση πληθυσμού. Υπάρχουν τουλάχιστον δύο ακόμη ζητήματα.

Το πρώτο είναι ότι η πόλη έχει αναπτυχθεί δραματικά, όπως μεγάλο μέρος των πόλεων της Λατινικής Αμερικής. Το 1957 υπήρχαν 1,2 εκατομμύρια κάτοικοι. Το 1981 ήταν σχεδόν 6 εκατομμύρια. Το 2004 έφτασαν τα 8,5 εκατομμύρια, το 60% των οποίων ήταν εσωτερικοί μετανάστες από τις Άνδεις που κατασκεύασαν τρεις τεράστιους «κώνους» (στα βόρεια, ανατολικά και νότια της πόλης), συμπεριλαμβανομένων των υπηρεσιών, των κατοικιών και ενός μεγάλου μέρους των συλλογικών χώρων. Το δεύτερο ζήτημα είναι η τεράστια ευαλωτότητα των λαϊκών τάξεων. Το 70 τοις εκατό εργάζεται σε αυτό που το Κράτος αποκαλεί «άτυπη εργασία»: υπαίθριο πλανόδιο εμπόριο, προετοιμασία και πώληση τροφίμων, βιοτεχνίες κάθε είδους, από ρούχα έως βίντεο, καθώς και διάφορες παράνομες δραστηριότητες. Τέλος, η Λίμα ζει σε μια έρημο που δεν έχει νερό, είναι άνυδρη και ερημωμένη, παγωμένη και σκονισμένηανάλογα με τις εποχές.

Η χιονοστιβάδα των μεταναστών τη δεκαετία του 1980 χαρακτηρίστηκε από τον ανθρωπολόγο José Matos Mar ως «λαϊκή πλημμύρα». Πώς θα έπρεπε να αποκαλείται τώρα η αντίστροφη μετανάστευση, η μαζική εγκατάλειψη της γιγαντιαίας και καταπιεστικής πόλης;

Τα δεδομένα είναι πολύ εύγλωττα. Αντιμέτωπο με την αναχώρηση -με τα πόδια-ολόκληρων οικογενειών, οι οποίες στη διάρκεια της μακριάς πορείας κοιμούνται όπου μπορούν, διατρέχοντας τεράστιους κινδύνους (υπήρξαν ήδη πνιγμοί στη διέλευση ποταμών και δολοφονίες κατά τη διάρκεια ληστειών), το Κράτος άνοιξε ένα μητρώο καταγραφής για να μεταφέρει τους μετανάστες προς την αντίθετη κατεύθυνση αυτή τη φορά. Στις 25 Απριλίου, καταγράφηκαν 167.000 άτομα πού ήθελαν να επιστρέψουν στα χωριά ή τις πόλεις τους. Από το Κράτος έχουν μεταφερθεί λιγότεροι από 5 χιλιάδες. (Τα στοιχεία εδώ)

Προφανώς είναι πολλοί περισσότεροι εκείνοι που έχουν ήδη φύγει και εκείνοι που επιθυμούν να το κάνουν. Δραπετεύουν εξαιτίας της πείνας, της μοναξιάς, της απουσίας αλληλεγγύης. Ολόκληρες οικογένειες, με τους γιους και τις κόρες τους, προσπαθούν να φτάσουν στα χωριά τους όπου τους περιμένουν συγγενείς που καλλιεργούν τα χωράφια τους και μπορούν να τους υποδεχτούν προσφέροντάς τους φαγητό.

Ο ιστορικός Fernand Braudel είπε ότι η στιγμή του ναυαγίου είναι η πιο σημαντική, γιατί καθιστά ορατά τα σημεία ρήξης, τα κατασκευαστικά σφάλματα και τα ελαττωματικά σχέδια. Στις κοινωνίες μας, αυτά τα «δομικά ελαττώματα» είναι ο ατομικισμός, ο καταναλωτισμός και όλες οι συμπεριφορές που χαρακτηρίζουν τις λαϊκές τάξεις στον καπιταλισμό.

Δεν ωφελεί να κατηγορούμε το σύστημα (κεφάλαιο ή Κράτος) για τα κακά μας, εάν, ταυτόχρονα, δεν προτείνουμε τρόπους για να τα ξεπεράσουμε. Δεν έχω την παραμικρή αμφιβολία ότι το καπιταλιστικό σύστημα, το ίδιο που λειτουργεί στις Ηνωμένες Πολιτείες, την Ευρώπη και την Κίνα, έχει τεράστια ευθύνη για την πανδημία και, ιδίως, για την τεράστια θνησιμότητα που προκαλεί στους φτωχότερους.

Τα στοιχεία που αποκαλύφθηκαν την 1η Μαΐου από την εφημερίδα O Globo για το Ρίο ντε Τζανέιρο, δεν αφήνουν περιθώρια αμφιβολίας. Ενώ στο Leblon το ποσοστό θνησιμότητας μεταξύ των μολυσμένων είναι 2,4%, στο συγκρότημα favelas Maré φτάνει το 30,8%. Και αυτό μας λέει ότι η θνησιμότητα μεταξύ των φτωχών είναι 13 φορές μεγαλύτερη από ό,τι στους πλούσιους.

Δεν πιστεύω τους αναλυτές που λένε πως η πανδημία μάς οδηγεί στις πόρτες του κομμουνισμού ή ότι η ανθρωπότητα έχει τώρα τη δυνατότητα να αλλάξει πορεία. Δεν βλέπω κανένα σημάδι ότι συμβαίνει κάτι τέτοιο. Αντιθέτως, παρατηρούμε πώς οι ισχυροί εντείνουν τα γενοκτονικά τους σχέδια: από την μαζικοποίηση της τηλεργασίας και του ψηφιακού ελέγχου μέχρι τα μεγάλα έργα όπως το Tren Maya (ένα μεγάλο μεξικάνικο έργο, ένας σιδηρόδρομος που θα πρέπει να διασχίζει ολόκληρο το νότο της χώρας), μεταξύ πολλών άλλων.

Η τροποποιημένη φράση του Μαρξ, που είναι ο τίτλος αυτού του άρθρου (η «ηλιθιότητα της αγροτικής ζωής» αναφέρεται στο Κομμουνιστικό Μανιφέστο), δεν πρέπει να ληφθεί κυριολεκτικά, αλλά ως προϊόν της εποχής στην οποία της έλαχε να ζήσει. Ο Μαρξ θεωρούσε την μπουρζουαζία επαναστατική και εμπιστευόταν πλήρως την ανάπτυξη παραγωγικών δυνάμεων και των τεχνικών και επιστημονικών επιτευγμάτων ως εγγύηση της προόδου της ανθρωπότητας.

Δεν είμαστε υποχρεωμένοι να επιμείνουμε σε αυτόν τον τρόπο σκέψης. Πριν από ενάμιση αιώνα δεν υπήρχαν ούτε ο φεμινισμός ούτε η αντι-αποικιοκρατία, που αναπτύχθηκαν πλήρως τον εικοστό αιώνα και που θα έπρεπε να έχουν αλλάξει τον τρόπο μας να κοιτάμε τον κόσμο, με την ανάδυση των συλλογικών υποκειμένων όπως οι αυτόχθονες λαοί και οι γυναίκες των λαϊκών τάξεων.

Η πίστη μας πρέπει να πάει στους λαούς, οι οποίοι προπορεύονται οποιασδήποτε θεωρίας, όπως μας διδάσκουν τώρα οι μετανάστριες που εγκαταλείπουν τη Λίμα.