Γιατί χάνει η Αριστερά; Μια παράδοξη (;) εκδοχή απάντησης. Του Χρήστου Λάσκου

Ντομένικο Λοσούρντο, Η πάλη των τάξεων -Μια πολιτική και φιλοσοφική ιστορία, εκδόσεις Ασυνέχεια, σελ. 532

 Δεν υπάρχει καμιά ουσιαστική αντίθεση ανάμεσα στο σοσιαλισμό και την οικονομία της αγοράς. Το πρόβλημα είναι πώς να αναπτύξουμε πιο αποτελεσματικά τις παραγωγικές δυνάμεις

ΝΤΕΝΓΚ ΧΣΙΑΟ ΠΙΝΓΚ

Το τελευταίο διάστημα στην Ελλάδα -ιδίως στο αγωνιστικό πεδίο των μέσων κοινωνικής δικτύωσης- αναπτύχθηκε, με αφορμή τα ελληνοτουρκικά, μια μεγάλη πατριωτική έξαψη, η οποία συμπεριέλαβε κι έναν σημαντικό αριθμό αριστερών. Δεν ήταν καθόλου σπάνιες οι αναρτήσεις, που δήλωναν την σχεδόν κομμουνιστική αποφασιστικότητα των κατασκευαστών τους, μεταξύ άλλων, και με καρδούλες γύρω από εικονίτσες της Αγιά Σοφιάς.

Παλιότερα τέτοιες, ιδιαίτερα αγαπητικές προς το έθνος και την πατρίδα, στάσεις και συμπεριφορές από μέρους τμημάτων της Αριστεράς επικαλούταν εξηγήσεις αμυντικού χαρακτήρα. Είναι καιρός, ωστόσο, τώρα που οι φορείς τους όλο και περισσότερο -και όλο και λιγότερο αποενοχοποιημένα- γίνονται εξαιρετικά επιθετικοί απέναντι σε όσους, στην «καλύτερη περίπτωση», «δεν καταλαβαίνουν». Εννοώ τους απλοϊκούς «ταξικιστές», τους κοσμοπολίτες, που περνιούνται για «διεθνιστές», τους «δικαιωματιστές», που δεν κατανοούν την «συνθετότητα των πραγμάτων». Αυτούς που παίζουν, δηλαδή, με πολύ σοβαρά πράγματα, τα οποία ελάχιστα κατανοούν.  

Κι αυτή, όπως προείπα, είναι η καλύτερη περίπτωση.  

Γιατί δεν διαφεύγει από τους φορείς του αριστερού πατριωτικού λόγου πως υπάρχει και ο εθνομηδενισμός. Ότι, δηλαδή, εκτός από την αναπηρία της σκέψης και της βούλησης που αντιπροσωπεύει ο ταξικισμός και ο τρελός διεθνισμός μιας ορισμένης Αριστεράς, υπάρχει και η αντικειμενικά υπονομευτική του λαού και του τόπου εθελοτυφλία, που είναι ασυγχώρητη στο μέτρο που οδηγεί σε εθνικό -και, εξ αυτού, λαϊκό- εξανδραποδισμό. 

Ισχυρίζομαι πως όλα αυτά είναι επικίνδυνες παλαβομάρες.

Ισχυρίζομαι, ακόμη, ότι ο σοσιαλπατριωτισμός, σε όλες του τις παραλλαγές, είναι αντίληψη και στάση όχι απλώς ασύμβατη, αλλά ανοιχτά εχθρική προς το χειραφετητικό κίνημα -τώρα, όπως και πάντοτε και σε όλες τις «συγκυρίες». Παίρνω κατά λέξη, με «απόλυτο τρόπο», τη διατύπωση του «Κομμουνιστικού Μανιφέστου» πως το κύριο καθήκον των κομμουνιστών είναι να βρίσκουν τα κοινά αιτούμενα μεταξύ των εργατών όλων των εθνών και σε αυτά να βασίζουν τον αγώνα τους. Παίρνω, επομένως, κυριολεκτικά και χωρίς υποσημειώσεις την απόφανση πως «οι προλετάριοι δεν έχουν πατρίδα» και την καταστατική του κινήματος της πανανθρώπινης απελευθέρωσης προτροπή «προλετάριοι όλων των χωρών ενωθείτε». Γιατί αλλιώς δουλειά δεν γίνεται.

Η αριστερή πατριωτική δημοσιολογία επιμένει ιδιαίτερα, όπως ήδη επισήμανα, στην πολυπλοκότητα της πραγματικότητας, την οποία αγνοούν εν πολλοίς οι δογματικά καθαρολόγοι διεθνιστές κι έτσι καταλήγουν σε απλοϊκότητες εγκλωβισμένες σε μια «οικονομίστικη» εμμονή στην αναδιανομή, την ώρα -και πάντοτε η ώρα είναι τέτοια- που η «γεωπολιτική» καθορίζει σχεδόν τα πάντα. Βέβαια, είναι δύσκολο κανονικά να αγνοηθεί πως ο Μαρξ ακόμη και στην «ουτοπικότερη» περίοδό του ήταν λάβρος υποστηρικτής των αιτημάτων εθνικής απελευθέρωσης της Πολωνίας ή της Ιρλανδίας -για να μην αναφερθούμε στην θερμότατη υποστήριξη της Ένωσης απέναντι στη Συνομοσπονδία στον αμερικάνικο Εμφύλιο. Όπως είναι εξίσου κανονικά δύσκολο να αγνοηθεί πως οι περισσότεροι από τους σημερινούς «ταξικιστές» υποστηρίζουν με όλη τη δύναμη της ψυχής τους την υπόθεση της Παλαιστίνης. Συνεχίζοντας να θεωρούν πως το «προλετάριοι όλων των χωρών ενωθείτε» είναι η απολύτως σωστή προτροπή.

Ο Ντομένικο Λοσούρντο, λοιπόν, υπήρξε ένας από τους καλύτερους και πιο εμβριθείς διεθνώς υποστηρικτές μιας άποψης που μοιάζει με αυτήν των ντόπιων αριστερών πατριωτών. Και η «Πάλη των τάξεων» είναι ένα από τα καλύτερα σχετικά έργα παγκοσμίως, από όσο είμαι σε θέση να ξέρω. Σε ό,τι αφορά κάποιες από τις θεματικές που αναπτύσσει, αντίστοιχου επιπέδου εργασία έχει γίνει μόνο από τον Τζιοβάννι Αρίγκι και τον Ζαν -Κλοντ Μισεά, οι οποίοι, επίσης, αξίζει να διαβάζονται ακόμη και από τους «ταξικιστές», νομίζω.

Προτείνω, άρα, ανεπιφύλακτα το βιβλίο. Όχι μόνο γιατί αποτελεί μια από τις πιο περιεκτικές κριτικές του φιλελευθερισμού, ως πυρήνα της καπιταλιστικής θέασης και διαμόρφωσης -δια πυρός και σιδήρου- του κόσμου. Ούτε μόνο γιατί συνιστά μια πολύ ενημερωμένη και έντιμη ιστορική έκθεση πολλών από τις βασικότερες θεματικές, που διαμόρφωσαν το πρόσωπο της παγκόσμιας Αριστεράς.

Κυρίως το προτείνω γιατί διαφωνώ στο σύνολο σχεδόν των πορισμάτων του και, παρόλα αυτά, το διάβασα πολύ ευχάριστα και, νομίζω, παραγωγικά. Έμαθα πράγματα -και μάλιστα πολλά. Όπως συμβαίνει πάντοτε με το διάβασμα σημαντικών έργων -κι ας μην συμφωνείς καθόλου με τους συγγραφείς τους.

Ο Λοσούρντο δεν κάνει κόλπα. Εκθέτει την άποψή του και την οδηγεί σε όλες της τις συνέπειες. Από αυτήν την πλευρά, υποχρεώνει όλους όσους έχουν την ίδια άποψη μαζί του να αποδεχτούν την ολοκληρωμένη της εκδοχή.

Δεν είναι τυχαίο, λοιπόν, πως, ενώ η αφορμή για την ενασχόλησή μου με το Λοσούρντο είναι οι ντόπιοι σοσιαλπατριώτες, που μάχονται ενάντια και στο δικό μου εθνομηδενισμό, το κείμενό μου ξεκινάει με το συγκεκριμένο παράθεμα από τον Ντενγκ.   Κατά τη γνώμη μου, όπως και κατά τη δική του γνώμη, «αυτά» συνδέονται.

Συνδέονται, δηλαδή, στενότατα κι οργανικά η αντίληψη για την αναγκαιότητα πρόταξης -στο ίδιο, τουλάχιστον, επίπεδο- των «εθνικών» ζητημάτων σε σχέση με τα «ταξικά» και η ιδέα πως η Κίνα όχι μόνο δεν είναι ένας αντεπαναστατικός ακραία αυταρχικός κρατικοκαπιταλιστικός κοινωνικός σχηματισμός, όπως υποστηρίζουν οι περισσότεροι «ταξικιστές», αλλά έχει πάρει το μόνο δρόμο που οδηγεί στο σοσιαλισμό -αρκεί να μην μπερδεύουμε τον τελευταίο με έναν «άκαιρο», αλλά και γενικότερα απευκταίο, «εξισωτισμό». 

Και αυτά συνδέονται ακόμη με τη σύγκρουση με τον «ουτοπισμό» και μια ορισμένη «ιστορικά καταδικασμένη» κομμουνιστική βουλησιαρχία. Άρα και με την υποστήριξη μιας κάποιας νομοτελειακής, εν τέλει, αντίληψης για την ιστορία, που μοιάζει αρκετά με την θετικιστική εικόνα, η οποία κυριάρχησε στα χρόνια της Β’ Διεθνούς. Όπως πολύ γλαφυρά το θέτει, παραθέτοντας τον Χέγκελ, με αναφορά σε «αυτό που δεν κατανοεί» ο Ροβεσπιέρος, είναι πως

«[τ]ον εγκατέλειψαν οι δυνάμεις του, γιατί τον είχε εγκαταλείψει η αναγκαιότητα, με αποτέλεσμα τη βίαιη ανατροπή του» (σελ. 390).

Γι’ αυτό και δεν μπορεί η εξέγερση της Τιενανμέν να είναι παρά αντικειμενικά αντεπαναστατική (σελ. 502), όπως η Βανδέα ή η Κρονστάνδη!!! Γιατί, και πάλι με τα λόγια του Χέγκελ, «μερικές φορές “θάρρος δεν είναι να επιτίθεσαι ενάντια στις κυβερνήσεις, αλλά να τις υπερασπίζεσαι”» (σελ. 503).

Το βιβλίο του Λοσούρντο είναι πολύτιμο, κυρίως γι’ αυτόν το λόγο. Δείχνει όλα όσα «συνδέονται» μεταξύ τους με σιδηρά λογική κι έτσι δίνει τη δυνατότητα να γίνει η αναγκαία αντιπαράθεση με ολοκληρωμένους όρους.

Δεν μπορώ να το κρίνω πέρα από όσα είδη είπα γιατί διαφωνώ τόσο ριζικά με το «πνεύμα» του, που «αντικειμενικά» θα το αδικούσα. Θέλω, όμως, να κάνω μια κριτική επισήμανση. Ο Λοσούρντο, προκειμένου να υπερασπιστεί τη θέση του -και την ανάγνωσή του- υποστηρίζει πως τόσο η σύγκρουση μεταξύ των εθνών όσο και αυτή στο πεδίο των φύλων -στο «έμφυλο»- συγκροτούν ταξική πάλη. Δεν καταλαβαίνω καθόλου γιατί. Είναι σαν κάποιος, για να υπερασπιστεί τη σημασία ενός πράγματος σε σχέση με ένα άλλο, να πρέπει να μετονομάσει το πρώτο σε όρους του δεύτερου ως εάν αυτή η κίνηση το αναβαθμίζει. Το «εθνικό» μετονομαζόμενο σε «ταξικό» αποκτάει μεγαλύτερη αίγλη. Τι θα μπορούσε να συνιστά μεγαλύτερη νίκη για τους «ταξικιστές», άραγε;

Νομίζω, δεν χρειάζεται να πούμε ταξικά τα πάντα προκειμένου να πολεμήσουμε γι’ αυτά. Οι κομμουνιστές θα έπρεπε να παλεύουν ενάντια σε κάθε καταπίεση, το ίδιο αδιάλλακτα το ίδιο αποφασιστικά, είτε αφορά έθνη είτε φύλα είτε στάσεις και προσανατολισμούς. Χωρίς να χρειάζεται η βάφτιση της καθεμιάς σε «ταξική».

Δεν είναι όλα ταξικά στον κόσμο. Τα ταξικά, ωστόσο, είναι αυτά στα οποία κρίνονται πάρα πολλά στον κόσμο.

***

Μια τελευταία παρατήρηση: Οι αριστεροί πατριώτες έχουν, νομίζω, όχι μόνο θεωρητικά, αλλά και ιστορικά άδικο σε όσα ισχυρίζονται και καταμαρτυρούν στους «ταξικιστές». Στη μεγαλύτερη διάρκεια του τελευταίου ενάμιση αιώνα επικράτησαν αντιλήψεις και πολιτικές γραμμές πολύ κοντινές στις δικές τους -υπεράσπιση της πατρίδας, λαϊκά μέτωπα, πατριωτικές συμμαχίες κτό.

Τα οικτρά αποτελέσματα είναι δύσκολο να αποδοθούν στον πολύ ταξικισμό, στον πολύ διεθνισμό ή στον πολύ εξισωτισμό. Δεν είναι προφανές;