Από το «να πληρώσουν οι πλούσιοι», στην «εθνική άμυνα».Των Χρήστου Λάσκου και Δημοσθένη Παπαδάτου-Αναγνωστόπουλου

Την Τρίτη 2 Ιουνίου κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Τόπος ο συλλογικός τόμος «Ο ΣΥΡΙΖΑ στην κυβέρνηση 2015-2019, Η Αριστερά;», που επιμελήθηκαν οι Χρήστος Λάσκος και Δημοσθένης Παπαδάτος-Αναγνωστόπουλος. Το βιβλίο επιχειρεί μια επίκαιρη αποτίμηση της κυβερνητικής θητείας των ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ ανά πεδίο πολιτικής. Η αποτίμηση αυτή είναι, ταυτόχρονα, μια πρόταση ερμηνείας της σημερινής δυσκολίας του ΣΥΡΙΖΑ να καλύψει το χάσμα με τη ΝΔ και να την αντιμετωπίσει στα βασικά κεφάλαια της «ατζέντας» της. Το Alterthess αναδημοσιεύει σήμερα ένα χαρακτηριστικό απόσπασμα του βιβλίου.

Να πληρώσουν οι πλούσιοι! Αυτό υπήρξε ένα από τα κεντρικά συνθήματα του ΣΥΡΙΖΑ κατά την περίοδο από την έκρηξη της οικονομικής κρίσης και σχεδόν μέχρι την ανάληψη της διακυβέρνησης. Η στρατηγική της ριζοσπαστικής Αριστεράς στην Ελλάδα, σε μεγάλο βαθμό, αξονιζόταν γύρω από την απαίτηση για μια ριζική αναδιανομή εισοδήματος και πλούτου υπέρ των κατώτερων τάξεων. Η ρητορική της ταξικής μεροληψίας αυτό αφορούσε κατά κύριο λόγο σε επίπεδο πρακτικής πολιτικής.

Ο ΣΥΡΙΖΑ ανέλυσε την οικονομική κρίση με θεμελιώδη αναφορά τη μαρξιστική έννοια της κρίσης υπερσυσσώρευσης, της ιδέας, δηλαδή, πως η παγκόσμια καπιταλιστική κρίση είχε ως κέντρο την αδυναμία του υπερσυσσωρευμένου κεφαλαίου να επιτύχει αποδεκτά από το ίδιο επίπεδα κερδοφορίας. Πράγμα που σημαίνει πως η υπέρβαση της κρίσης –με τον καπιταλιστικό τρόπο– περιλαμβάνει, ως εκ των ων ουκ άνευ στοιχείο, μια ολοκληρωτική επίθεση στην εργατική τάξη, ώστε η τελευταία να επωμιστεί το σύνολο του βάρους. Έτσι, η λιτότητα δεν συνιστά «παραλογισμό», όπως πολλές νεοκεϊνσιανές αλλά και μαρξίζουσες υποκαταναλωτικές, ερμηνείες υποθέτουν, αλλά τη μόνη, υπό τις παρούσες συνθήκες της ταξικής πάλης, λογική στρατηγική του κεφαλαίου.

Το κεφάλαιο, λοιπόν, επιτέθηκε μετά το 2008 με σκοπό να πληρώσουν οι φτωχοί, γι’ άλλη μια φορά, τα σπασμένα. Η ριζοσπαστική Αριστερά απάντησε στην ακριβώς αντίθετη κατεύθυνση. Και προσάρμοσε τη συνολική πολιτική της πρακτική και τη συνθηματολογία της σε αυτό.

Βέβαια, ήδη, προσδιορίζοντας τη χρονική περίοδο, προηγουμένως, εμφανίστηκε και ένα «σχεδόν». Ο λόγος είναι πως, πλησιάζοντας στον Ιανουάριο 2015, ένα σημαντικό μέρος των εκφραστών του δημόσιου κομματικού λόγου άρχισε, όπως και σε άλλα θέματα, να μετατοπίζεται σε σχέση με τα προγραμματικά συμπεφωνημένα.

Τι έκανε, λοιπόν, ο ΣΥΡΙΖΑ στα χρόνια που κυβέρνησε σε ό,τι αφορά την φορολογική πολιτική; Στο πρώτο εξάμηνο –της περίφημης «διαπραγμάτευσης»– δεν υπάρχει τίποτε να σημειωθεί. Μετά τις δεύτερες εκλογές, δε, όλη η φορολογική πολιτική καθορίστηκε από το 3ο Μνημόνιο. Η τρόικα επέβαλε ως βασικό άξονα πολιτικής τη «διεύρυνση της φορολογικής βάσης» μέσω της μείωσης του αφορολόγητου ορίου και της αναδιάταξης των εισοδηματικών κλιμακίων, που δεν ελάφρυνε καθόλου τα χαμηλότερα εισοδηματικά στρώματα, ενώ η εκτεταμένη αύξηση των συντελεστών του ΦΠΑ προδιέγραφε μια έντονα αντιπροοδευτική «μεταρρύθμιση» της φορολογίας.

Σε ό,τι αφορά, λοιπόν, τη φορολογική πολιτική των κυβερνήσεων Τσίπρα θα μπορούσαμε να απαντήσουμε παραθέτοντας, απλώς, τα αποτελέσματα αυτής της πολιτικής, όπως σε ένα πρόσφατο άρθρο του τα αποτίμησε ο Μανόλης Δρεττάκης, σημειώνοντας πως «[μ]ε βάση την ανάλυση […] είναι σαφές ότι οι μνημονιακές κυβερνήσεις ΝΔ-ΠΑΣΟΚ και ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ επισώρευσαν στις πλάτες του λαού ίσα βάρη σε φόρους και εισφορές κατά μέσον όρο τον χρόνο και κατέστησαν την Ελλάδα ένα από τα οκτώ κράτη-μέλη της ΕΕ με το υψηλότερο ποσοστό που αντιπροσωπεύουν τα βάρη αυτά στο ΑΕΠ. Αντί, λοιπόν, ΝΔ, ΚΙΝΑΛ (ΠΑΣΟΚ) και ΣΥΡΙΖΑ να αλληλοκατηγορούνται, καλό θα είναι να παραδεχτούν ότι με τους φόρους και τις εισφορές που επέβαλαν έβλαψαν το ίδιο τη χώρα και τον λαό»1.

Η τεκμηρίωση αυτών των συμπερασμάτων βασίζεται στον παρακάτω πίνακα.

Την περίοδο του 3ου Μνημονίου τα πράγματα από πολλές απόψεις επιδεινώθηκαν ιδιαίτερα, στο μέτρο που οι άμεσοι φόροι μειώθηκαν κατά 6,7% σε ετήσια βάση, ενώ οι κοινωνικά άδικοι έμμεσοι αυξήθηκαν κατά 10,5%, με αποτέλεσμα το ποσοστό συμμετοχής τους στο σύνολο των φόρων να αυξηθεί θεαματικά. Αν σε αυτό προστεθεί και το γεγονός πως, στο εσωτερικό των άμεσων φόρων, οι μειώσεις αφορούν αποκλειστικά τους φόρους περιουσίας, που μειώθηκαν κατά 41,8% (!) και τους μικρούς, αλλά ισχυρά συμβολικούς, φόρους μερισμάτων (μείωση 16,5%), τα πράγματα γίνονται ακόμη χειρότερα.

Δεν πλήρωσαν, λοιπόν, οι πλούσιοι στην περίοδο των κυβερνήσεων Τσίπρα. Αντίθετα, η φορολογική εκμετάλλευση των κατώτερων κοινωνικών τάξεων επιτάθηκε προς όφελος τόσο του κεφαλαίου όσο και των τάξεων στηριγμάτων του. Όπως, άλλωστε, και γενικότερα η εκμετάλλευση. Είναι χαρακτηριστικό το πώς κινήθηκε το πραγματικό ωρομίσθιο των εργατών στα χρόνια αυτά. Σύμφωνα με στοιχεία της Eurostat, με έτος βάσης το 2015, το πραγματικό ωρομίσθιο ήταν 8,64 ευρώ το 2014, 8,55 το 2015, για να βρεθεί στο επίπεδο των 8,41 το 2016 και 8,33 το 2017.

Ούτε καν η περίφημη πολιτική πρόταξη της αντιμετώπισης της ανθρωπιστικής κρίσης στοιχειοθετείται. Είναι γεγονός πως η επιλεκτική, και όχι καθολική, αντιμετώπιση κοινωνικών προβλημάτων είναι η επιτομή της νεοφιλελεύθερης αντίληψης για τα πράγματα. Το θέμα είναι, όμως, πως η αποτελεσματικότητα των επιλογών σε αυτόν τον τομέα, με τους όρους που οι κυβερνήσεις ΣΥΡΙΖΑ έθεσαν, είναι εξαιρετικά αμφισβητήσιμη. Όπως χαρακτηριστικά το θέτει μια πρόσφατη σχετική μελέτη, «[α]ντί της εισοδηματικής στήριξης των ανέργων, η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ επέλεξε να προωθήσει τα "μέτρα για την αντιμετώπιση της ανθρωπιστικής κρίσης". [Ωστόσο] η συνολική μεταβίβαση προς τα φτωχότερα κοινωνικά στρώματα δεν ξεπέρασε το 0,15% του ΑΕΠ. Επιπλέον, η συγκεκριμένη επιδότηση σε είδος υπολείπεται σε όρους ονομαστικής αξίας του ΚΕΑ, που ήταν προαπαιτούμενο του τρίτου προγράμματος […]»2.

 

                                                                                                        ***

Είναι στο έδαφος αυτό που, μετά τη δεύτερη εκλογική νίκη του ΣΥΡΙΖΑ, τα «εθνικά θέματα» αναδεικνύονταν σε κύριο πεδίο της πολιτικής σύγκρουσης: για τη μεν ΝΔ γίνονταν εφαλτήριο επανασυσπείρωσης, αντεπίθεσης και συντηρητικής «ριζοσπαστικοποίησης» της αντιπολιτευτικής της γραμμής – για τον δε ΣΥΡΙΖΑ εργαλείο αναδιάταξης πολιτικών συμμαχιών, καταλύτης στην πορεία της σύγκλισής του προς το Κέντρο, και πεδίο όπου ο ίδιος σφράγιζε την πρόσδεσή του στον ευρω-ατλαντισμό.

Η πρόσδεση αυτή «φωτίζει» ό,τι αποσιωπήθηκε στη σκληρή αντιπαράθεση ΣΥΡΙΖΑ-ΝΔ γύρω από το Μακεδονικό, την περίοδο 2018-2019 (αντιπαράθεση που όξυνε η αναβάθμιση Καμμένου στο κυβερνητικό σχήμα μετά τον Σεπτέμβριο 2015, και η κατοπινή αυτονόμησή του, ιδίως μετά την εκλογή Τραμπ).

Χρίζοντας τον Ντόναλντ Τραμπ «στρατηγικό εταίρο» της Ελλάδας, τον Οκτώβριο 2017, ο Αλέξης Τσίπρας θύμισε πως η εξωτερική πολιτική μιας κυβέρνησης που έχει συνθηκολογήσει στο εσωτερικό δεν είναι απλά πολιτική στον άξονα εθνικισμός/αντιεθνικισμός· είναι, πριν από οτιδήποτε, διαχείριση των διεθνών υποθέσεων του εγχώριου αστικού κόσμου, στο όνομα των «συμφερόντων της χώρας».

Για τις κυρίαρχες (νεο-)ρεαλιστικές προσεγγίσεις, οι διεθνείς σχέσεις είναι σχέσεις ανάμεσα σε κράτη που προσπαθούν, ως ορθολογικοί δρώντες, να αυξήσουν τη δύναμή τους· η δε εξωτερική πολιτική είναι πολιτική που επιδιώκει την εκπλήρωση σταθερών εθνo-κρατικών συμφερόντων. Η μαρξιστική οπτική διαφέρει ουσιωδώς ως προς αυτά: η εξωτερική πολιτική είναι, εδώ, η συνέχιση της εσωτερικής (ταξικής) πολιτικής – η προέκταση της πολιτικής αυτής στο πεδίο των σχέσεων ανάμεσα στις ηγετικές τάξεις διάφορων κρατών3.

Οι θεσμικές πιέσεις για την κρατικοποίηση του ΣΥΡΙΖΑ, ήδη από το 2012, αρχής γενομένης από την αφομοιωτική λειτουργία του Συμβουλίου Εξωτερικής Πολιτικής, ήταν εμφανείς. Η ιδεολογική προληπτική καταστολή, μέσα και έξω από το κόμμα (με τον «μικρό [sic] ΣΥΡΙΖΑ του 4%» να κατηγορείται για εθνομηδενισμό και αναχρονιστικό αντι-πατριωτισμό), αποδεικνυόταν εξαιρετικά αποτελεσματική. Οι δε κυρίαρχες τάξεις στο εξωτερικό (όπως άλλωστε και οι εν Ελλάδι πρεσβείες τους…) είχαν προφανείς λόγους να μην ανεχτούν μια «ανατροπή στην Ελλάδα, για να αλλάξει η Ευρώπη»: αυτά θεωρούνταν ακροβασίες μιας οικονομικά και στρατιωτικά μικρομεσαίας χώρας, η υπερχρέωση της οποίας αδυνάτιζε έτσι κι αλλιώς τη διαπραγματευτική της ισχύ.

Από το Πρόγραμμα της «Αθηναΐδας» (2012), ωστόσο, και μέχρι το κυβερνητικό πρόγραμμα που παρουσιάστηκε τον Ιανουάριο 2015, λίγο πριν από τις εκλογές, οι αλλαγές επί το «ρεαλιστικότερο» γίνονταν όλο και πιο εμφανείς, δίνοντας ένα μέτρο για την ισορροπία ισχύος κόμματος-κράτους (και) στη διαμόρφωση της εξωτερικής πολιτικής:

• Τον Μάιο 2012, ο ΣΥΡΙΖΑ υποστήριζε «την ανάγκη να καθοριστούν, έπειτα από διαπραγματεύσεις των όμορων κρατών, οι Αποκλειστικές Οικονομικές Ζώνες στην περιοχή μας». Μόλις έναν μήνα μετά, στην «Αθηναΐδα», «η σταθερή θέση του ΣΥΡΙΖΑ – ΕΚΜ είναι ότι η Ελλάδα έχει αναφαίρετο δικαίωμα στην ανακήρυξη ΑΟΖ και στην αξιοποίηση του υποθαλάσσιου πλούτου της, με βάση το Διεθνές Δίκαιο και τη Σύμβαση για το Δίκαιο της Θάλασσας». Τον Ιανουάριο 2015, πια, το κόμμα θεωρεί «κατοχυρωμένο από το διεθνές δίκαιο δικαίωμα της [Ελλάδας] την επέκταση των χωρικών υδάτων της πέραν των 6 νμ, στα 12 νμ».

• Τον Ιούνιο 2012, η θέση στο Κυπριακό ήταν «επανένωση του νησιού στο πλαίσιο μιας δικοινοτικής-διζωνικής ομοσπονδίας με μία ιθαγένεια, μία κυριαρχία, μία διεθνή προ-σωπικότητα. Για μια Κύπρο χωρίς ξένους στρατούς και ξένες βάσεις». Τον Ιούλιο του 2013, η Πολιτική Απόφαση του Ιδρυτικού Συνεδρίου του ΣΥΡΙΖΑ υποβάθμιζε τη διζωνική-δικοινοτική λύση σε απλή «στήριξη της Κυπριακής Δημοκρατίας για την επίλυση του Κυπριακού».

• Τον Μάιο του 2012, ο ΣΥΡΙΖΑ υποσχόταν «επανεξέταση όλων των στρατιωτικών δαπανών και κατάργηση κάθε δαπάνης που δεν είναι αναγκαία για την άμυνα της χώρας, ξεκινώντας από τις νατοϊκές δαπάνες». Στην «Αθηναΐδα» ο Θοδωρής Δρίτσας κατέβαζε τον πήχη στην «αύξηση της αμυντικής και αποτρεπτικής ισχύος με το λιγότερο δυνατό κόστος» και «τον επανασχεδιασμό των εξοπλιστικών προγραμμάτων.

Λίγες ημέρες, εντέλει, πριν από τη νίκη του Ιανουαρίου 2015, η θέση για αποδέσμευση/απεμπλοκή από το ΝΑΤΟ απαλειφόταν: «Η συμμετοχή της Ελλάδας στο πλαίσιο του ΝΑΤΟ πρέπει να βασίζεται στον σεβασμό των συμφερόντων της χώρας, του διεθνούς δικαίου και των αποφάσεων του ΟΗΕ, καθώς και την ανάγκη προώθησης της ειρήνης και της σταθερότητας […]». Αντίστοιχα, η ακύρωση της ελληνο-ισραηλινής στρατιωτικής συνεργασίας προσαρμοζόταν επί το μετριοπαθέστερο: «Οι ελληνο-ισραηλινές σχέσεις πρέπει να προωθούνται σε αυτό το πλαίσιο [σ.σ.: πολυμερούς συνεργασίας σε ισότιμη και φιλειρηνική βάση] χωρίς να δημιουργούν απειλή για φιλικές προς την Ελλάδα χώρες και λαούς».

[…] Μετά τη διάσπαση του καλοκαιριού και την επανεκλογή του ΣΥΡΙΖΑ, τον Σεπτέμβριο του 2015, ο ρόλος των ΑΝΕΛ και του υπουργού Άμυνας Πάνου Καμμένου στον κυβερνητικό συνασπισμό αναβαθμιζόταν. Στην εξαιρετικά πυκνή διεθνή συγκυρία, τα ενεργειακά έγιναν το βασικό κριτήριο προσανατολισμού της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής. Τον Σεπτέμβρη 2018, ένα ρεπορτάζ του Βήματος εξηγούσε τη σύνδεση των δύο:

 

Το πρώτο βήμα για τη σύσφιγξη των σχέσεων της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ με τους Αμερικανούς μετά το καλοκαίρι του 2015 έγινε στην ενέργεια. Μετά τους πειραματισμούς περί Turkish Stream, εκείνος ο Σεπτέμβριος έδειξε ότι η κυβέρνηση «έστριβε» […] H ενέργεια συνιστά κρίσιμο παράγοντα στον σχεδιασμό των Ηνωμένων Πολιτειών να αποσπαστούν οι χώρες των Βαλκανίων από τη ρωσική ενεργειακή μέγκενη. Δεν είναι άλλωστε τυχαίο ότι το σπουδαιότερο από τα Μέτρα Οικοδόμησης Εμπιστοσύνης μεταξύ Αθηνών και Σκοπίων ήταν η υπογραφή μνημονίου για τη δημιουργία διασυνδετηρίου αγωγού φυσικού αερίου από Νότο προς Βορρά.4.

 

Η διευθέτηση στο Μακεδονικό δεν είχε βέβαια μόνο επίδικο τα ενεργειακά: οι σχέσεις Ελλάδας-Δημοκρατίας της Μακεδονίας προχωρούσαν, εδώ, ούτως ή άλλως. Στη γειτονική χώρα, η πολιτική σύγκρουση οδηγούσε στα πρόθυρα του εμφυλίου, και η κυβέρνησή της επειγόταν να κλείσει το ονοματολογικό για να επισπεύσει την ένταξη σε Ευρωπαϊκή Ένωση και ΝΑΤΟ, εκτιμώντας ότι έτσι διασφαλίζει την κρατική της υπόσταση.

Σε έναν άτυπο «καταμερισμό εργασίας», και ενώ ο Πάνος Καμμένος έφτασε να ζητά δημοψήφισμα κατά της Συμφωνίας των Πρεσπών, ο μεν ΣΥΡΙΖΑ ως κόμμα υπερασπιζόταν τη Συμφωνία με όρους αντιεθνικισμού και ιστορικής αριστερής παράδοσης – τα δε κυβερνητικά στελέχη, και ιδίως ο υπουργός Εξωτερικών, επιχειρηματολογούσαν για τον «πραγματικό πατριωτισμό» της Συμφωνίας, που έλειπε από τις κυβερνήσεις της ΝΔ: «Η συμφωνία», εξηγούσε, «είναι πατριωτική, διότι μας επιτρέπει να συγκεντρώσουμε τις δυνάμεις της χώρας εκεί που υπάρχει το ουσιαστικό πρόβλημα και κάποια μέρα να κουβεντιάσουμε από ποιους πραγματικά κινδυνεύει η χώρα. Από χώρες που δεν έχουν ούτε Πολεμική Αεροπορία, ή από αυτούς που είναι έτοιμοι να αγοράσουν F-35;»5.

 

Στο βιβλίο γράφουν οι: Λουκία Αργυριάδου, Γιώργος Βελεγράκης, Σίσσυ Βωβού, Γιάννος Γιαννόπουλος, Νίκος Γιαννόπουλος, Ηρώ Διώτη, Θόδωρος Ζδούκος, Ηλίας Ιωακείμογλου, Λευτέρης Καρχιμάκης, Τόνια Κατερίνη, Απόστολος Καψάλης, Γιάννης Κιμπουρόπουλος, Κυριακή Κλοκίτη, Γιάννης Κουζής, Βαγγέλης Κουμαριανός, Νίκος Κουραχάνης, Χαράλαμπος Κουρουνδής, Πάνος Κοσμάς, Χρήστος Λάσκος, Γιάννης Μαυρής, Αλέξης Μπένος, Νάγια Νικολάου, Αντώνης Νταβανέλος, Ντίνος Παντελίδης, Δημοσθένης Παπαδάτος-Αναγνωστόπουλος, Βασίλης Παπαστεργίου, Εύη Πάτκου, Δώρα Σταθοπούλου, Πέτρος Σταύρου, Παναγιώτης Σωτήρης, Σταύρος Τομπάζος, Θόδωρος Φέστας, Αποστόλης Φωτιάδης, Γιώργος Χαρίσης, Δημήτρης Χριστόπουλος

Σχεδιασμός εξωφύλλου: Μένιος Εξίογλου

Διόρθωση: Αναστασία Κοσπεντάρη

1 Μανόλης Δρεττάκης, ≪ΝΔ-ΠΑΣΟΚ και ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ επέβαλαν ίσα βάρηστον λαό≫, Εφημερίδα των Συντακτών, 19-11-2019.

2 Ν. Κορατζάνης-Χ. Πιέρρος, ≪Η οικονομική πολιτική του ΣΥΡΙΖΑ: από τις διακηρύξεις στην εφαρμογή≫. Στο Γ. Μπαλαμπανίδης (επιμ.), ΣΥΡΙΖΑ: ένα κόμμα εν κινήσει, Θεμέλιο, 2019, σ. 243.

3 Εξηγώντας σε τι συνίστανται τα εθνικά συμφέροντα που έχει ως σκοπό να προωθεί, το ελληνικό Υπουργείο Εξωτερικών αναφέρεται στην «προώθηση και προστασία των οικονομικών, εμπορικών, ναυτιλιακών, τουριστικών και λοιπών ελληνικών συμφερόντων στο εξωτερικό».

4 Άγγελος Αθανασόπουλος, «Πώς Τσίπρας-ΣΥΡΙΖΑ έγιναν οι καλύτεροι φίλοι των Αμερικανών», Το Βήμα, 8-9-2018.

5 Ομιλία υπουργού Εξωτερικών N. Koτζιά, στη Βουλή των Ελλήνων, 16-6-2018.