Τα 751 και η επιτακτική τους σημασία. Του Χρήστου Λάσκου

Ήδη πριν από την ανάγνωση των προγραμματικών δηλώσεων της περασμένης Κυριακής, μια τοποθέτηση του Πάνου Σκουρλέτη, που έκανε λόγο για σταδιακή επιστροφή του ύψους του κατώτατου μισθού στα 751 ευρώ, είχε προκαλέσει μούδιασμα σε ένα μεγάλο τμήμα του ΣΥΡΙΖΑ.

Πράγμα απολύτως εύλογο, αν σκεφτεί κανείς πως η επαναφορά του κατώτατου μισθού στο προ Μνημονίου επίπεδο βρίσκεται στην καρδιά του Προγράμματος της Θεσσαλονίκης. Δείχνει με τη μεγαλύτερη σαφήνεια από κάθε άλλο μέτρο τον ταξικό προσανατολισμό των παρεμβάσεών μας, φωνάζει, δηλαδή, με τον ηχηρότερο τρόπο με ποιους είμαστε.

Δείχνει πως η εκκίνηση της κοινωνικής ανάταξης δεν μπορεί παρά να γίνεται από τον κόσμο της εργασίας και τα χαμηλότερα εισοδηματικά του κλιμάκια.

Επιπλέον, αντιστοιχεί στην θεμελιώδη ανάλυσή μας για την κρίση και τις καπιταλιστικές πολιτικές αντιμετώπισής της.

Θέλω να πω πως, εφόσον με χίλιους τρόπους, και σωστά, έχουμε υποστηρίξει πως το χρέος σε μεγάλο βαθμό αποτέλεσε το πρόσχημα για την κατασκευή του «λευκού κινέζου εργαζόμενου», η αναστροφή αυτού του καθεστώτος είναι απολύτως λογικό –μονόδρομα λογικό, καλύτερα- να ξεκινάει από τους μισθούς και δη τον κατώτατο. Ο οποίος, όπως θυμόμαστε, με ένα εξόχως ακραίο εργοδοτικό πραξικόπημα, που πήραν πάνω τους οι μνημονιακές κυβερνήσεις, περικόπηκε ασύστολα συμπαρασύροντας και τα παραπάνω κλιμάκια, όπως και το ύψος του επιδόματος ανεργίας.

Πρόκειται, λοιπόν, και για κορυφαία επιλογή αποκατάστασης της δημοκρατικής τάξης.

Οι παρεμβάσεις στα εργασιακά αποτελούν τον σκληρό πυρήνα της καπιταλιστικής επίθεσης στα χρόνια της κρίσης. Η κατάργηση της συλλογικής διαπραγμάτευσης, της μετενέργειας, της διαιτησίας, το νομοθετικό πραξικόπημα σχετικά με την τιμή της εργασιακής δύναμης –με ευνοϊκό για την εργοδοσία και τις επιδιώξεις της το δεδομένο της εκτοξευμένης ανεργίας- αποτελούν τον ακραία ιδιοτελή τρόπο καπιταλιστικής «εξόδου από την κρίση», που μόνη μεταβλητή έχει την άγρια αύξηση του ποσοστού της εκμετάλλευσης, ώστε να ενισχυθούν τα περιθώρια κέρδους. Όπως σωστά σημείωσε ο Ηλίας Ιωακείμογλου πρόσφατα[1], «μέσα στην κρίση, τα περιθώρια κέρδους αυξήθηκαν για να εξυπηρετήσουν το υπερσυσσωρευμένο κεφάλαιο που κινδύνευε να καταστραφεί. Αυτό, με τη σειρά του, για να επιτευχθεί, έπρεπε να μειωθούν οι μισθοί και ταυτοχρόνως να παραμείνουν σχετικά σταθερές οι τιμές, όπερ και εγένετο χάρη στη διαρθρωτική πολιτική του κράτους που αποδιάρθρωσε την αγορά εργασίας και άφησε άθικτο τον ανταγωνισμό στις αγορές προϊόντων».

Με δεδομένα τα παραπάνω, λοιπόν, δεν είναι δυνατόν να γίνουν αποδεκτά τα «επιχειρήματα» της ΓΣΕΒΕΕ βάσει των οποίων η αύξηση του κατώτατου μισθού, λόγω «του μεγάλου κόστους που θα έχει για τις επιχειρήσεις», θα πρέπει να μετατεθεί για το 2017 και… βλέπουμε. Να ειπωθεί με όλη την απαιτούμενη σαφήνεια: αν το αίτημα είναι να στηριχθούν επιχειρήσεις –κανίβαλοι σε βάρος των εργαζομένων, των φορολογουμένων, των καταναλωτών, αλλά και των συνεπών στις υποχρεώσεις τους μικρών επιχειρήσεων, δεν υπάρχει περίπτωση, σύμφωνα με την ανάλυση και το πρόγραμμα του ΣΥΡΙΖΑ.

Ακόμη, θα μπορούσαν να προστεθούν και αδιαμφισβήτητα μακροοικονομικά επιχειρήματα υπέρ της άμεσης αύξησης των μισθών. Όπως το θέτει και πάλι ο Ιωακείμογλου, βασιζόμενος και στις οικονομετρικές εκτιμήσεις του Ινστιτούτου Εργασίας της ΓΣΕΕ που περιέχονται στην μελέτη «Η επίδραση της λειτουργικής διανομής του εισοδήματος στην συναθροιστική ζήτηση της ελληνικής οικονομίας», της Αιμιλίας Μαρσέλλου,  «οι αυξήσεις των πραγματικών μισθών στον ιδιωτικό τομέα μπορούν να αποτελέσουν, κατά τα πρώτα κρίσιμα έτη της κυβέρνησης του ΣΥΡΙΖΑ, ένα πολύτιμο εργαλείο για να αρχίσει να χρησιμοποιείται το αργούν παραγωγικό δυναμικό της ελληνικής οικονομίας, έως ότου συγκεντρωθούν οι προϋποθέσεις για την μεσοπρόθεσμη αύξηση των επενδύσεων παγίου κεφαλαίου και την μακροχρόνια ανασυγκρότηση του παραγωγικού συστήματος»[2].

Δεν θα συνεχίσω για πολύ γιατί, νομίζω, τα πράγματα είναι φανερά.

Θα επισημάνω μόνο πως ο πρόεδρος της ΓΣΕΒΕΕ παραήταν αεράτος στην προχθεσινή συνάντηση με τον υπουργό Εργασίας και, ευτυχώς, ο Σκουρλέτης επανέφερε σχετικά τα πράγματα στην θέση τους.

Η δήλωση, ωστόσο, πως «είναι εντελώς αβάσιμη η άποψη ότι οι χαμηλοί μισθοί συμβάλλουν στην καλή λειτουργία των μικρών επιχειρήσεων [πράγμα που αποδεικνύεται από το γεγονός] ότι οι επιχειρήσεις ήταν σε καλύτερη κατάσταση όταν ο μισθός ήταν 751 ευρώ και το περιεχόμενο των συλλογικών συμβάσεων εργασίας δεν είχε θιγεί» δεν μπορεί παρά να συνοδευτεί από την άμεση νομοθετική επαναφορά του κατώτατου μισθού, αν σε λίγο χρόνο δεν συμβεί  αυτό μέσω των διαπραγματεύσεων.

Και ας μην κάνουν τους πονηρούς οι εργοδότες, επικαλούμενοι την ανάγκη «να μείνει εκτός το κράτος» -αν ήθελαν κάτι τέτοιο, ας μη μείωναν τους μισθούς κάτω από τα 751, όταν νομοθετούσαν οι μνημονιακοί.

Είχαν κάθε δυνατότητα.  

 

[1] Ηλίας Ιωακείμογλου, Πώς να μειώσουμε την ανεργία, Rproject, 27 Ιανουαρίου 2015

[2] Ηλίας Ιωακείμογλου, Ποιος φοβάται την αύξηση του κατώτατου μισθού, RedNotebook, 4 Φεβρουαρίου 2015