Σκουριές: Οι λόγοι για τους οποίους προσέφυγε το Δημόσιο στη διαιτησία

Πριν λίγες μέρες ξεκίνησε η διαδικασία της διαιτησίας μεταξύ του Δημοσίου και την εταιρείας Ελληνικός Χρυσός, μετά την σχετική προσφυγή του Δημοσίου με ένα 18σέλιδο κείμενο όπου περιγράφεται λεπτομερώς τι ακριβώς θα εξεταστεί στην διαδικασία αυτή με στόχο να διερευνηθεί αν τηρείται η Σύμβαση Μεταβίβασης του 2003 εκ μέρους της εταιρείας.

Γράφει η Σταυρούλα Πουλημένη για το stokokkino.gr

Στην πολυσέλιδη προσφυγή του Δημοσίου τίθεται υπό την κρίση της Διαιτησίας το δικαιοπρακτικό θεμέλιο της Σύμβασης, ο σκοπός και το αντικείμενο της αλλά και μια σειρά άλλων εγγράφων που αφορούν το επενδυτικό σχέδιο που υπέβαλε η εταιρεία καθώς και η Μελέτη των Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων, η κοινή υπουργική απόφαση έγκρισης των περιβαλλοντικών όρων και οι εγκρίσεις των τεχνικών μελετών του έργου.
 
Σύμφωνα με την προσφυγή, η εταιρεία έπρεπε να έχει ήδη καταθέσει πλήρες και άρτιο σχέδιο που αφορά την κατασκευή και λειτουργία εργοστασίου Μεταλλουργίας Χρυσού και να συνοδεύεται αυτό με όλες τις μελέτες που είναι αναγκαίες για να εκδοθούν οι σχετικές άδειες.
 
Στην διαιτησία θα εξεταστεί συγκεκριμένα η «καρδιά» του επενδυτικού σχεδίου της εταιρείας, δηλαδή η δυνατότητά της να παράγει καθαρά μέταλλα στην Ελλάδα και να φορολογείται από την διαδικασία αυτή, έτσι όπως ορίζεται στο άρθρο 3 της σύμβασης.
 
«Από τη συνολική θεώρηση του άρθρου 3 της Σύμβασης Μεταβίβασης προκύπτει ότι με το άρθρο αυτό ετέθη ειδική συμβατική υποχρέωση στην καθής περί υποβολής επενδυτικού σχεδίου με συγκεκριμένα στοιχεία και με τελικό σκοπό και αντικείμενο τη συνδυασμένη εκμετάλλευση των Μεταλλείων Κασσάνδρας (Σκουριών, Ολυμπιάδας και Μαύρων Πετρών) και την εγχώρια παραγωγή χρυσού μέσω καθετοποιημένης παραγωγικής διαδικασίας και συγκεκριμένα, μεταξύ άλλων, μέσω κατασκευής και λειτουργίας εργοστασίου μεταλλουργίας χρυσού» αναφέρεται στην προσφυγή ενώ σε άλλο σημείο της επαναλαμβάνεται ότι όπως προκύπτει και από την υφιστάμενη νομολογία του ΣτΕ «δικαιοπρακτικό θεμέλιο, αντικείμενο και σκοπός της υπό κρίσης Σύμβασης Μεταβίβασης αποτελεί η ανάπτυξη- εκμετάλλευση των Μεταλλείων Κασσάνδρας και η αξιοποίηση του εθνικού ορυκτού πλούτου μέσω καθετοποιημένης παραγωγικής διαδικασίας, συγκεκριμένα δε μέσω εγχώριας παραγωγής από το Εργοστάσιο Μεταλλουργίας καθαρών μετάλλων χρυσού, χαλκού και αργύρου». Από αυτό προκύπτει ότι χωρίς την διενέργεια μεταλλουργίας δεν εξυπηρετείται ο σκοπός της σύμβασης και όλη η σύμβαση ουσιαστικά βρίσκεται στον αέρα.
 
Η εταιρεία μέχρι και σήμερα δεν έχει παρουσιάσει ένα πλήρες σχέδιο όπου με την προτεινόμενη από αυτήν μέθοδο μεταλλουργίας της ακαριαίας τήξης (flash smelting) θα μπορούσε να παράξει καθαρά μέταλλα και όχι απλά ένα μείγμα τηγμένων μετάλλων ως όφειλε. Και αυτό γιατί η εταιρεία παρουσίασε μια μέθοδο που δεν έχει εφαρμοστεί πουθενά στον κόσμο όταν συνδυάζεται με την ύπαρξη στα πετρώματα μεγάλου ποσοστού αρσενικού, όπως συμβαίνει με τα συμπυκνώματα  της Ολυμπιάδας όπου η περιεκτικότητα ανέρχεται στο 10% ενώ, σύμφωνα με όλες τις μεταλλουργίες στον κόσμο, δεν πρέπει ξεπερνά το 0.3%. 
 
Για τον λόγο αυτό η εταιρεία χρησιμοποίησε εργαστηριακά στοιχεία της φιλανδικής εταιρείας Outotec η οποία, με τη σειρά της χρησιμοποίησε πετρώματα από την Αργεντινή και όχι από την Χαλκιδική που ήταν και διαφορετικά ως προς την σύσταση τους.
 
 Αυτός ήταν και ο λόγος που η εταιρεία παραβίασε την υποχρέωσή της να προχωρήσει σε ημιβιομηχανικές δοκιμές στην περιοχή για να αποδείξει ότι η μεταλλουργική μέθοδος flash smelting μπορεί να εφαρμοστεί σε πραγματική κλίμακα και αυτή ήταν και η αιτία που το ΥΠΕΝ επέστρεψε για πρώτη φορά το 2015 την σχετική τεχνική μελέτη στην εταιρεία ως ελλιπή, ανεφάρμοστη κυρίως για λόγους περιβαλλοντικής προστασίας. Στη συνέχεια η εταιρεία, ενώ της ζητήθηκε, δεν προσκόμισε απαραίτητα στοιχεία για να αποδείξει ότι μπορεί να εφαρμόσει την συγκεκριμένα μέθοδο. Το Υπουργείο, από την πλευρά του, τον Ιούλιο του 2016 επέστρεψε ξανά πίσω την μελέτη αναφέροντας μια σειρά ανακριβειών και ανεπαρκών στοιχείων που θα καθιστούσαν το τελικό προϊόν υποβαθμισμένης ποιότητας και πιθανόν μη εμπορεύσιμο ενώ παράλληλα τόνιζε ότι δεν επιτυγχάνονται όροι προστασίας του περιβάλλοντος.
 
Μέχρι και σήμερα η Eldorado Gold εξάγει τα συμπυκνώματα από την Ολυμπιάδα και τον Μαντέμ Λάκκο στο εξωτερικό (δηλαδή δεν παράγει καθαρά μέταλλα), αποκτά μεγάλα κέρδη και δεν φορολογείται για την εμπορική δραστηριότητα στην Ελλάδα, με αποτέλεσμα το δημόσιο να μην κερδίζει σε οικονομικό επίπεδο τίποτα. 
Να σημειωθεί ότι στην ίδια την Μελέτη Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων της εταιρείας όπου αναφέρεται η κατασκευή εργοστασίου μεταλλουργίας τονίζεται ότι η εμπορική αξιολόγηση της πώλησης των συμπυκνωμάτων δείχνει εμφανώς μια πολύ μεγαλύτερη προστιθέμενη αξία από την περαιτέρω καθετοποίηση μέσω μιας μεταλλουργικής διαδικασίας, πέραν βεβαίως της στρατηγικής παραγωγής καθαρών μετάλλων που αποτελεί εθνική επιδίωξη. Ωστόσο, όπως αναφέρεται στην προσφυγή  «η τεχνική μελέτη του εργοστασίου μεταλλουργίας που υποβλήθηκε στις 22.12. 2014 εκ μέρους της εταιρείας δεν περιείχε αποδεικτικά στοιχεία εφαρμογής της ολοκληρωμένης μεθόδου μεταλλουργικής επεξεργασίας, επί της οποίας ερείδεται ουσιαστικά η αδειοδότηση, η κατασκευή και η λειτουργία του εργοστασίου μεταλλουργίας, καταδεικνύοντας ipso facto πρόθεσή της να μην κατασκευάσει στην πληρότητά του το επίμαχο εργοστάσιο για την παραγωγή τελικών προϊόντων της καθετοποιημένης παραγωγικής διαδικασίας, χρυσού, αργύρου και χαλκού». 
 
Δηλαδή η εταιρεία ως τελικό προϊόν της επεξεργασίας της αναφέρει «το υπόλειμμα εκχύλισης μάτας», δηλαδή ένα προϊόν όπου τα μέταλλα είναι αναμειγμένα μεταξύ τους και όχι στην τελική τους μορφή καθώς «έχουν απαλειφθεί όλα τα στάδια της ακολουθούσας την τήξη παραγωγικής διαδικασίας μετά από την εκχύλιση της μάτας».
 
Υπενθυμίζεται ότι η Eldorado Gold δεν θα μπορούσε να χρησιμοποιήσει την υδρομεταλλουργική μέθοδο της κυάνωσης για την παραγωγή καθαρών μετάλλων γιατί αυτή απορρίφθηκε από ΣΤΕ όταν προτάθηκε από την TVX Gold. 
Στο κείμενο προσφυγής του Δημοσίου στην Διαιτησία αναφέρεται ότι «η παραγωγή από την καθής από το εργοστάσιο μεταλλουργίας οποιουδήποτε άλλου προϊόντος ως τελικού πέραν των εμπορεύσιμων καθαρών μετάλλων αποτελεί μονομερή εκ μέρους της τροποποίηση του υποβληθέντος από την ίδια επενδυτικού της σχεδίου και ανεπίτρεπτη μεταβολή των συμφωνηθέντων στην υπό κρίση σύμβαση, και ευθεία παράβαση του δικαιοπρακτικού θεμελίου της και ματαίωση του αντικειμένου και του σκοπού της».
 
Τέλος, στην προσφυγή ξεκαθαρίζεται ότι «ακυρότητα μέρους δεν συνεπάγεται ακυρότητα του συνόλου της σύμβασης, το οποίο παραμένει ισχυρό και δεσμευτικό για τα μέρη. Τα μέρη αναλαμβάνουν την υποχρέωση σε περίπτωση ακυρότητας η πάσης φύσεως πλημμέλειας της παρούσας να αντικαταστήσουν το άκυρο μέρος με άλλο έγκυρο αναπροσαρμόζοντας τη σύμβαση εφόσον απαιτείται μετά από έγγραφη συμφωνία τους». 
 
Παρ`όλα αυτά όπως καταλήγει το κείμενο, «η παρούσα σύμβαση περιλαμβάνει παραρτήματα τα οποία αποτελούν αναπόσπαστο μέρος της και ενιαίο σύνολο με αυτήν και ερμηνεύονται σύμφωνα με τις αρχές της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών».
 
Πέρα από το τεχνικό σκέλος της υπόθεσης και της παραβίασης εκ μέρους της εταιρείας του σκοπού για τον οποίο εγκαταστάθηκε στην περιοχή, τίθεται εδώ και χρόνια από το κίνημα ενάντια στις εξορύξεις χρυσού ένα σύνολο παραβιάσεων της περιβαλλοντικής νομοθεσίας, εξάντλησης και μόλυνσης των υδάτων αλλά και ολικής αλλαγής του χαρακτήρα της περιοχής και συνεπώς καταστροφής των παραγωγικών της δραστηριοτήτων.