Ρωσική επανάσταση: Ένα κορυφαίο δημοκρατικό συμβάν. Του Χρήστου Λάσκου

Ο Ναπολέων, νομίζω, έγραψε: “On s’ engage et puis … on voit”.

Σε ελεύθερη μετάφραση: «πρώτα εμπλέξου και μετά …βλέπεις». Όντως, αυτό κάναμε τον Οκτώβρη του 1917.

Λένιν, Σχετικά με τα σχόλια του Ν. Σουχάνοφ, 1923

 

Η ουσιαστική εκκίνηση της Γαλλικής Επανάστασης γίνεται την ώρα που οι γυναίκες του Παρισιού μέσα στην πείνα και την απελπισία τους μπαίνουν στις Βερσαλλίες. Η συνδικαλιστική μάχη με το μεγαλύτερο ιστορικό συμβολισμό –τα γεγονότα του Σικάγου το 1886- είναι αυτή όπου εργάτριες θα χτυπηθούν από τον στρατό γιατί διεκδικούν στο δρόμο στοιχειώδη από τη σημερινή οπτική γωνία πράγματα. Αυτή η καταστατική παρουσία των γυναικών σε όλα τα μεγάλα απελευθερωτικά κινήματα έμελλε εκ νέου να επιβεβαιωθεί και στη Ρωσική Επανάσταση. «Δόξα στις γυναίκες που αγωνίζονται για την ελευθερία», γράφει το πανό που κρατούν οι γυναίκες σε μια υπέροχη φωτογραφία της εποχής, περιποιημένων κι όμορφων ανθρώπων, φτωχά καλοντυμένων. Μια από αυτές κοιτάζει κατάματα το φακό κι εμάς, εκατό χρόνια μετά. Είναι 8 Μαρτίου (23 Φεβρουαρίου), από διαδήλωση στην Αγία Πετρούπολη για τη Διεθνή μέρα της γυναίκας, όταν 90000 απεργοί εργάτες ενώνονται με την πορεία των γυναικών.

Μια πρόχειρη ερμηνεία γι’ αυτή την εμπλοκή των γυναικών μπορεί να είναι το γεγονός πως καμιά πραγματική επανάσταση δεν είναι ποτέ προγραμματισμένη. Ο αυθόρμητος χαρακτήρας των κορυφαίων αυτών ιστορικών επεισοδίων είναι απολύτως δεδομένος. Όσοι –κι εδώ το γένος να ληφθεί υπόψη- προετοιμάζουν επαναστάσεις ποτέ δεν είναι σε θέση να τις υποκινήσουν. Η Ρόζα Λούξεμπουργκ δεν επέμενε τυχαία σε αυτό το σημείο. Η επανάσταση ξεσπά αυθόρμητα –μετά αρχίζει να ψάχνεται και να βρίσκει τα κόμματα, τους θεσμούς και τους ανθρώπους που θα την εκφράσουν. Οι γυναίκες, μέσα στη σύγχυση, την αυθορμησία και την «ανωριμότητά» τους, αποδεικνύονται οι πιο κατάλληλες για την πραγματική εκκίνηση. Όταν οι πολιτικά ώριμοι οργανώνουν την επιτροπή που θα συναντήσει τον όποιο Λουδοβίκο αυτές είναι ήδη μέσα στο παλάτι.

 

* * *

Από την πορεία γυναικών της 8ης Μαρτίου, λοιπόν, ξεκίνησε η Ρωσική Επανάσταση. Τις επόμενες μέρες όλοι απεργούν και διαδηλώνουν. Η κυβέρνηση απαντά πυροβολώντας στο πλήθος. Στις 11 Μαρτίου σκοτώνονται στους δρόμους 150 διαδηλωτές. Αμέσως οι στρατιώτες ενώνονται με τους εργάτες της πρωτεύουσας αρνούμενοι τις διαταγές. Την επόμενη μέρα επανιδρύεται το Σοβιέτ, που είχε κάνει την πρώτη του εμφάνιση το 1905, με 226 μέλη που αντιπροσωπεύουν 96 εργοστάσια. Η ίδια η γέννησή του έχει αυθόρμητο χαρακτήρα –οι πολιτικές οργανώσεις, όλες οι οργανώσεις θα έλθουν μετά.

Η Ρωσική Επανάσταση υπήρξε ένα κορυφαίο δημοκρατικό Συμβάν. Επί μήνες, σε συνθήκες εντελώς πιεστικές, έχουμε ένα μοναδικό ξέσπασμα ελευθερίας, έκφρασης και λαϊκής κινητοποίησης. Οι ρώσοι όλο το ’17 ψηφίζουν, εκλέγουν και εκλέγονται δεκάδες φορές για εκατοντάδες θέματα και για όλους τους θεσμούς. Ελέγχουν διαρκώς τους αντιπροσώπους τους, έχουν το δικαίωμα να τους ανακαλέσουν ανά πάσα στιγμή. Κανείς άλλος πληθυσμός οπουδήποτε, οποτεδήποτε στην παγκόσμια ιστορία δεν είχε τόσες πολλές ευκαιρίες να ψηφίσει όσο οι ρώσοι (και ιδίως οι εργάτες των πόλεων) της επαναστατικής περιόδου –εκλογές για τοπικά συμβούλια, για συνδικάτα, για πολυάριθμους περιφερειακούς οργανισμούς, για εργοστασιακές επιτροπές, για τα σοβιέτ.  Συμμετέχουν ασταμάτητα. Συζητούν παντού. Διαβάζουν –αυτοί οι μαζικά αναλφάβητοι- με ρυθμούς που προκαλούν το παγκόσμιο ενδιαφέρον. Γνωρίζουν και προσχωρούν με τρόπους που μόνο οι επαναστάσεις επιτρέπουν. Εκπλήσσουν τους συντηρητικούς δυτικούς ανταποκριτές με την πραότητα και ακόμη και με το «καλό τους ντύσιμο», που εντυπωσιάζει στις φωτογραφίες του επαναστατημένου πλήθους –είτε στα σοβιέτ είτε στις συγκεντρώσεις και τις διαδηλώσεις. Κυρίως, όμως, με την ελάχιστη προσφυγή στη βία από μέρους τους –η ίδια η Οκτωβριανή εξέγερση είναι σχεδόν ολοκληρωτικά αναίμακτη.

Οι μπολσεβίκοι εμπλέκονται στο δημοκρατικό αυτό πανηγύρι από τους πρώτους –επιχειρούν να το συντηρήσουν και να το διευρύνουν. Οι δυνάμεις τους αυξάνονται ραγδαία. Αναλαμβάνουν έναν «πόλεμο θέσεων» σε όλους τους θεσμούς με πολύ επιτυχή αποτελέσματα. Από τις εργοστασιακές και συνοικιακές επιτροπές μέχρι τους δημοτικούς και τοπικούς θεσμούς είναι παρόντες και προσπαθούν να πείσουν. Η επιρροή τους εξελίσσεται με τρόπο απρόβλεπτο ακόμη και από τους ίδιους. Το Νοέμβριο ήδη έχουν τη μεγάλη πλειοψηφία σε όλα τα αιρετά σώματα –σε πανρωσικό επίπεδο, αλλά και σε όλες τις μεγάλες πόλεις, όπου κερδίζουν τις δημοτικές εκλογές τη μία πίσω από την άλλη.  Οι ενέργειές τους είναι προσαρμοσμένες, λοιπόν, σε μια σαφή δημοκρατική εντολή, την οποία διασφαλίζουν με διαρκή προσφυγή στη λαϊκή βούληση. Το σύνθημα για «όλη την εξουσία στα σοβιέτ» δοκιμάζεται επί μήνες και στην περίοδο της κατάργησης της Προσωρινής Κυβέρνησης έχει μια αναμφισβήτητη νομιμοποίηση. Αυτό, άλλωστε, γίνεται αποδεκτό και από τα άλλα κόμματα την εποχή εκείνη. Κανείς δεν αμφιβάλλει πως η πλειοψηφία είναι με τους μπολσεβίκους. Η ηγεμονία –για να χρησιμοποιήσουμε έναν όρο που έχει καταχωριστεί στο Γκράμσι, αλλά ο ίδιος τον αποδίδει στο Λένιν- είναι κερδισμένη με τον πιο ανοικτό και νόμιμο τρόπο.  Όχι γιατί το λένε οι ίδιοι, αλλά γιατί το επιβεβαιώνουν αναρίθμητες εκλογικές διαδικασίες σε όλη τη χώρα.

Στη διάρκεια του 1917 οι μάζες είχαν τη δυνατότητα να αποκτήσουν εμπειρία των προγραμμάτων των Μενσεβίκων και των Σοσιαλεπαναστατών στην πράξη –και τα παραμέρισαν. Οι ψήφοι για τους Μπολσεβίκους υποψηφίους στα σοβιέτ ανέβαιναν σταθερά σε σημείο που, τον Σεπτέμβριο, είχαν κερδίσει την πλειοψηφία στο Πέτρογκραντ, τη Μόσχα, το Κίεβο, την Οδησσό κι όλες τις μεγάλες πόλεις. Σε αυτό το σημείο, το ζήτημα μιας μεταβίβασης της εξουσίας από την απαξιωμένη Προσωρινή Κυβέρνηση, που δεν αντιπροσώπευε παρά τον εαυτό της, στα σοβιέτ …έγινε μια επιτακτική αναγκαιότητα. Η ανάπτυξη του Μπολσεβίκικου Κόμματος αυτήν τη περίοδο είναι κάτι πρωτοφανές στην ιστορία των πολιτικών κομμάτων. Από μόνον 8000 μέλη το Φεβρουάριο έφθασε τα 177000 στο 6ο Συνέδριο του Ιουνίου. Ακόμη περισσότερο, πρέπει να θυμόμαστε πως αυτό συνέβη παρά τον εξαιρετικά αδύναμο μηχανισμό και σε συνθήκες ακραίου διωγμού… Η αριθμητική πρόοδος του Κόμματος μόνο εν μέρει έκφραζε τη γοργή ανάπτυξη της μαζικής του επιρροής. Ο Marcel Liebman το περιγράφει ως εξής: «Το Κόμμα του Λένιν κατέγραφε καθ’ όλη τη διάρκεια του 1917 αξιοσημείωτες και διαρκείς εκλογικές επιτυχίες. Ενώ στην αρχή της επανάστασης είχε μικρή μόνο εκπροσώπηση στο σοβιέτ του Πέτρογκραντ, τον Μάιο ήδη η Μπολσεβίκικη ομάδα στον εργατικό τομέα αυτού του θεσμού είχε σχεδόν την απόλυτη πλειοψηφία. Ένα μήνα αργότερα, κατά τη διάρκεια της πρώτης διάσκεψης των εργοστασιακών επιτροπών στην πόλη, τρία τέταρτα από τους 568 αντιπροσώπους εξέφρασαν την υποστήριξή τους στις μπολσεβίκικες θέσεις… Στις δημοτικές εκλογές του Ιουνίου οι Μπολσεβίκοι πήραν το 21% των ψήφων, και τον Αύγουστο, ενώ το Κόμμα ακόμη υπέφερε από τις συνέπειες των Ημερών του Ιουλίου[1], πήραν το 33% (Το Νοέμβριο το ποσοστό έγινε 45%). Στη Μόσχα, τον Ιούνιο, κέρδισαν λίγο πάνω από το 12%. Το Σεπτέμβριο είχαν την απόλυτη πλειοψηφία με 51% των ψήφων. Το γεγονός πως η επιρροή τους ήταν εξαιρετικά ισχυρή στην εργατική τάξη είναι καθαρό από την άνοδο της εκπροσώπησής τους στις διασκέψεις των εργοστασιακών επιτροπών. Στο Πέτρογκραντ, το Σεπτέμβριο δεν υπήρχαν πλέον Μενσεβίκοι και Σοσιαλεπαναστάτες στις περιφερειακές συναντήσεις αυτών των σωμάτων, εφόσον στις θέσεις τους είχαν εκλεγεί παντού Μπολσεβίκοι». Η απόλυτη αυτή επιρροή στις εργοστασιακές επιτροπές –όπως και στις συνοικιακές, άλλωστε-έχει πολύ μεγάλη σημασία γιατί ο συγκεκριμένες θεσμός υπήρξε υπόδειγμα αμεσοδημοκρατικών διαδικασιών, της ίδιας της εργατικής τάξης εφεύρεση,  η οποία δεν είχε προβλεφθεί από κανένα κομματικό πρόγραμμα. Όταν ο Λένιν γράφει το Κράτος και Επανάσταση δεν κάνει παρά συμπύκνωση της πείρας της ίδιας της εργατικής τάξης. Μ’ όλο που το συγκεκριμένο βιβλίο έχει καταχωριστεί, από πολλούς, στα πλέον ακραία ουτοπιστικά παραληρήματα, στην πραγματικότητα καθόλου δεν παραβιάζει τη μαρξική οδηγία να μην παρέχονται «συνταγές για τις κουζίνες του μέλλοντος». Καταγράφει κι επεξεργάζεται αυτό που συμβαίνει μπροστά στα μάτια του.

Η μεγάλη δύναμη των ριζοσπαστών φαίνεται και από την εξέλιξη στον κύριο θεσμό των λαϊκών τάξεων, τα σοβιέτ.  Τα σοβιέτ –τα εκλεγμένα συμβούλια εργατών, στρατιωτών και αγροτών- ξεφύτρωναν παντού το 1917. Στις μεγάλες πόλεις υπήρχαν σοβιέτ διαμερισμάτων, συνοικιών και του συνόλου της πόλης. Τόσο στη σύνθεση, όσο και στη λειτουργία τους εμφάνιζαν μεγάλη ποικιλία. Τα εργοστάσια εκπροσωπούνται με προοδευτική αναλογία κατά το μέγεθος. Οι γυναίκες εκπροσωπούνται ως γυναίκες, βάσει του φύλου τους, δηλαδή, που επιδιώκει τη διπλή χειραφέτηση. Τα συμβούλια αυτά δεν ήταν απλώς χώροι ανταλλαγής απόψεων. Είχαν ξεκινήσει να οργανώνουν την κοινωνία από κάτω. Τον Οκτώβριο υπήρχαν περίπου 900 σοβιέτ στη χώρα. Σε εθνικό επίπεδο λειτουργούσαν με πανρωσικά συνέδρια. Τα κόμματα εκλέγονταν αναλογικά για έξι μήνες. Αλλά οι αντιπρόσωποι μπορούσαν να ανακληθούν ανά πάσα στιγμή. Πράγμα που πολλές φορές, άλλωστε, συνέβη.

 

***

Στο πλαίσιο αυτό, η ίδια η Οκτωβριανή εξέγερση διέθετε πολύ μεγάλη δημοκρατική νομιμοποίηση. Πρώτα πρώτα, ενδεικτικό της ανοικτότητας των διεργασιών είναι το καταπληκτικό γεγονός πως αυτή η «συνωμοσία» σε μεγάλο βαθμό αναλήφθηκε τη συγκεκριμένη ώρα γιατί, όπως σημειώνει η καθόλου φιλική για τους μπολσεβίκους ιστορικός Antonella Solomoni , «οι συζητήσεις για την εξέγερση είχαν λάβει τόσο δημόσιο χαρακτήρα, που σύντομα έπρεπε να ληφθεί μια απόφαση». Ο Steven Smith μιλάει για το πιο πολυδιαφημισμένο «συνωμοτικό πραξικόπημα» στην ιστορία  –σχεδόν Monty Pythons, δηλαδή.  Στην πραγματικότητα, η εξέγερση του Οκτώβρη εκλήφθηκε ευρέως μεταξύ των εργατών και των στρατιωτών ως αυτό που πραγματικά ήταν: μια αμυντική ενέργεια αυτοπροστασίας των κατακτήσεων της Επανάστασης μέσα από την εξέλιξή της σε μια επόμενη φάση. Επιπλέον, όπως επισημαίνει ο εξίσου εχθρικός Marc Ferro, «[η] οκτωβριανή εξέγερση … [α]πελευθέρωσε την εκπληκτική ενεργητικότητα των μυριάδων επιτροπών και των άλλων λαϊκών θεσμών … Οι ηγέτες του κόμματος παίρνουν στα χέρια τους την εξουσία, αλλά, στην αρχή, αυτή η εξουσία των μπολσεβίκων δεν άγγιξε καθόλου τα βάθη της κοινωνίας … Την εξουσία … την ασκούν τα σοβιέτ … [κυρίως] το πλήθος των μικρών σοβιέτ …» και, ακόμη, η εκπληκτική έκταση της μπολσεβίκικης ηγεμονίας αποδεικνύεται από το γεγονός πως «[η] επιρροή των μπολσεβίκων είναι μεγαλύτερη και από την ήδη πολύ μεγάλη εκλογική τους δύναμη: τα συνθήματα των μπολσεβίκων τα υιοθέτησαν περισσότερα σοβιέτ αντιπροσώπων από εκείνα στα οποία είχαν την πλειοψηφία… Πολλά σοβιέτ, μολονότι την πλειοψηφία δεν την είχαν οι μπολσεβίκοι, δεν υιοθέτησαν το σύνθημα “όλη η εξουσία στη δημοκρατία”, αλλά το σύνθημα των μπολσεβίκων “όλη η εξουσία στα σοβιέτ”». Δεν υπάρχει αμφιβολία πως η νέα πολιτεία «είχε σε πολύ μεγάλο βαθμό τη συναίνεση του πληθυσμού». Εδώ έχουμε το καθαρότερο παράδειγμα του τι εννοούσε ο Γκράμσι, όταν μιλούσε για ηγεμονία.     Τα στοιχεία που το επιβεβαιώνουν  είναι συντριπτικά –και το άνοιγμα των αρχείων μετά την κατάρρευση του «υπαρκτού» έχει βοηθήσει πάρα πολύ. Πολύ χαρακτηριστικό είναι πως η απόφαση του Δεύτερου Πανρωσικού Συνεδρίου των σοβιέτ για «όλη την εξουσία στα σοβιέτ», που ενέκρινε την εξέγερση το ίδιο βράδυ, λήφθηκε με ποσοστό κοντά στο 80%. Επρόκειτο για ένα σώμα αντιπροσώπων που εκλέχθηκε από ένα πρωτοφανή –όχι μόνο με τα ρωσικά μέτρα- αριθμό ψηφοφόρων, ό,τι δημοκρατικότερο και αμεσότερο στην ιστορία των πολιτικών θεσμών[2].

  Ακόμη και στην περίπτωση της Συντακτικής, όπου είχαμε τα χειρότερα εκλογικά αποτελέσματα, η εικόνα διαφοροποιείται εντελώς αν δούμε τα αποτελέσματα στις πόλεις και τον εργατικό πληθυσμό. Οι μπολσεβίκοι έχουν παντού την απόλυτη πλειοψηφία[3].

 

* * *

Αν κάτι εντυπωσιάζει τους ξένους παρατηρητές των εξελίξεων είναι, μεταξύ άλλων, η εξαιρετική απουσία της βίας από μέρους των επαναστατημένων μαζών. Όπως χαρακτηριστικά σημείωνε ο Wilton, περίφημος για τον αντισημιτισμό του ανταποκριτής των Times στο Πέτρογκραντ, «η καταπληκτική –και για τον ξένο που του είναι άγνωστος ο ρωσικός χαρακτήρας σχεδόν υπερφυσική- τάξη και καλοσύνη του πλήθους των στρατιωτών και πολιτών σε όλη την έκταση της πόλης είναι ίσως το πιο χτυπητό χαρακτηριστικό της μεγάλης Ρωσικής επανάστασης…». Η ίδια η οκτωβριανή εξέγερση ήταν μια εντυπωσιακά αναίμακτη δράση –ίσως υπήρξαν 15 θύματα, ίσως και πολλά λέμε. Αυτή η κατάσταση είναι εξηγήσιμη μόνο αν ληφθεί υπόψη η μεγάλη ηγεμονία των επαναστατών μέσα στον πληθυσμό. Με το τέλος Ιανουαρίου του 1918 ο όποιος «εμφύλιος» είχε ήδη κερδηθεί. Όλα άλλαξαν όταν άρχισε η ξένη στρατιωτική επέμβαση, για την οποία προφανώς οι τελευταίοι που ευθύνονταν ήταν οι μπολσεβίκοι. 

Το να θεωρείται, λοιπόν, πραξικόπημα η επανάσταση είναι ογκώδης ανοησία. Αυτό προσπάθησα να στοιχειοθετήσω σύντομα προηγουμένως. Αν, όμως, ήθελα με δυό λόγια να το ξαναπώ το μυαλό μου δεν θα πήγαινε στην κατάργηση της ατομικής ιδιοκτησίας ή στην επέκταση του εργατικού ελέγχου, στις μεγάλες νίκες απέναντι στους στρατούς της αντεπανάστασης ή στις χιλιάδες φράξιες του –κατά τα άλλα- μονολιθικού κόμματος των μπολσεβίκων, στη μεγάλη πλειοψηφία στα Σοβιέτ ή στο Σύνταγμα του 1918. Αλλού οδηγούμαι: στους ζωγράφους και στους μουσικούς, στο θέατρο και τον κινηματογράφο, στους παιδαγωγούς και τους πολεοδόμους, στους φουτουριστές, στους κονστρουκτιβιστές, στον σουπρεματισμό και στις επαναστατικές αφίσες, στο ΛΕΦ… Κι ένα απόλυτο τεκμήριο δημοκρατικής ριζοσπαστικοποίησης: από την αρχή της επανάστασης –φαινόμενο απαράμιλλο στην ιστορία- οι γυναικείες οργανώσεις κατόρθωσαν να επιβάλλουν τη γυναικεία χειραφέτηση ως βασικό στόχο του αγώνα των μωαμεθανών της Ρωσίας! Και επειδή, ως γνωστόν, «ο Θεός βρίσκεται στις λεπτομέρειες»,   περιμένω κάποιον να μου υποδείξει άλλο ένα πραξικόπημα το οποίο τόσο πολύ να άνοιξε τις ανθρώπινες ψυχές.

 

***

Η Ρωσική Επανάσταση είναι ένα παράδειγμα κοινωνικού μετασχηματισμού με πολύ  μεγάλη σημασία -και για την θεωρία της αριστεράς- σήμερα όσο και πάντοτε. Ο πολυδιάστατος χαρακτήρας της προσφέρει τις δυνατότητες για στρατηγικά συμπεράσματα με διαρκή αξία. Είναι γνωστό, βέβαια, πως η Ρωσική Επανάσταση έχει καταχωριστεί ως  υπόδειγμα αυτού που στη στρατηγική ορολογία έχει ονομαστεί «πόλεμος κινήσεων» ή «πόλεμος ελιγμών». Όπως είναι πολύ γνωστό πως ο Γκράμσι στα περίφημα Τετράδια της Φυλακής αντιπαραθέτει αυτό που συνέβη στη Ρωσία σε αυτό που κατά τη γνώμη του είναι καταλληλότερο στις συνθήκες των δυτικών κοινοβουλευτικών καθεστώτων. Ισχυριζόμενος πως η διαφορά των τελευταίων από εκεί «όπου το κράτος ήταν το παν και η κοινωνία των πολιτών τίποτε» συνίσταται κατά βάση στο γεγονός πως  στη Δύση γύρω από το κράτος αναπτύσσεται ένα ολόκληρο σύνολο από «οχυρωματικά έργα», θεσμούς της κοινωνίας των πολιτών, που δρουν προστατευτικά και κάνουν την προσπάθεια για την κατάληψη της πολιτικής εξουσίας από την εργατική τάξη μια διαδικασία πολύ περισσότερο σύνθετη και μακροχρόνια. Ο «πόλεμος κινήσεων», λοιπόν, ο οποίος αποδείχτηκε ιδιαίτερα αποτελεσματικός στις ρωσικές συνθήκες, αλλά και αποτελούσε τον τρόπο που ήταν κατάλληλος μέχρι την Κομμούνα του Παρισιού για το σύνολο της Ευρώπης, δεν μπορεί πλέον να είναι νικηφόρος. Θα πρέπει, αντιθέτως, να αντικατασταθεί από την στρατηγική του «πολέμου θέσεων», που σκοπό έχει να καταστρέψει τα «οχυρωματικά έργα» που περιβάλλουν το κράτος, πριν να κατορθώσει την κατάληψη της εξουσίας και τη «συντριβή» του αστικού κρατικού μηχανισμού στην πορεία προς τον σοσιαλισμό. Αυτή η προσέγγιση -και οι ερμηνείες που την αξιοποίησαν- έδωσε τη βάση για τη στρατηγική του ευρωκομμουνισμού, σε όλες της τις παραλλαγές.

Από την άλλη, η καταχώριση της Ρωσικής Επανάστασης στα παραδείγματα του «πολέμου κινήσεων», αντίθετα από την πρόθεση του Γκράμσι, έδωσε τη δυνατότητα να θεωρηθεί αυτή ως «εξ εφόδου κατάληψη της εξουσίας» και να συρρικνωθεί η επαναστατική διαδικασία στο στρατιωτικό της σκέλος. Δεν είναι τυχαίο πως συχνότατη είναι η αναφορά στην περίφημη «μεγάλη νύχτα» της κατάληψης των Χειμερινών Ανακτόρων, που περιορίζει  το επαναστατικό Συμβάν κατά βάση στο επεισόδιο της 7ης Νοεμβρίου του 1917. Αυτό επιτρέπει να προσομοιάζεται η δράση των ρώσων επαναστατών με αυτή των γιακωβίνων της Γαλλικής Επανάστασης, ενώ πολύ συχνά θεωρείται ως «μπλανκιστική» ενέργεια, ως δράση, δηλαδή, συνωμοτικού τύπου από τη μπολσεβίκικη στρατιωτική επιτροπή του Πέτρογραντ. Στις προχωρημένες –και ηγεμονικές σήμερα- εκδοχές του, το επιχείρημα φθάνει να χαρακτηρίσει τη Ρωσική εργατική επανάσταση ως απλό coup d’ etat, στρατιωτικό πραξικόπημα. Πρόκειται για επιχείρημα εντελώς ανυπόστατο. Πρώτον, γιατί αντεπαναστατικό πραξικόπημα είχε πράγματι ήδη εκδηλωθεί από τον Αύγουστο, υπό τον στρατηγό Κορνίλοφ και, δεύτερον, γιατί ο στρατός που δεν είχε προσχωρήσει στο πραξικόπημα ήταν υπό τις διαταγές της Προσωρινής Κυβέρνησης, μόνο που αρνήθηκε να κινηθεί εναντίον του σοβιέτ της πρωτεύουσας. Ο λόγος; Η οκτωβριανή εξέγερση διέθετε πολύ μεγάλη δημοκρατική νομιμοποίηση. Στην πραγματικότητα εκλήφθηκε ευρέως μεταξύ των εργατών και των στρατιωτών ως αυτό που πραγματικά ήταν: μια αμυντική ενέργεια αυτοπροστασίας των κατακτήσεων της Επανάστασης μέσα από την εξέλιξή της σε μια επόμενη φάση. Τα στοιχεία που το επιβεβαιώνουν  είναι συντριπτικά –και το άνοιγμα των αρχείων μετά την κατάρρευση του «υπαρκτού» έχει βοηθήσει πάρα πολύ. Πολύ χαρακτηριστικό είναι πως η απόφαση του Δεύτερου Πανρωσικού Συνεδρίου των σοβιέτ για «όλη την εξουσία στα σοβιέτ», που ενέκρινε την εξέγερση το ίδιο βράδυ, λήφθηκε με ποσοστό κοντά στο 80%. Επρόκειτο για ένα σώμα αντιπροσώπων που εκλέχθηκε από ένα πρωτοφανή –όχι μόνο με τα ρωσικά μέτρα- αριθμό ψηφοφόρων, ό,τι δημοκρατικότερο και αμεσότερο στην ιστορία των πολιτικών θεσμών.

Δεν υπάρχει καμιά αμφιβολία πως η εξέγερση ήταν ένα κρίσιμο, αλλά μικρό τμήμα της επαναστατικής διαδικασίας, που άνοιγε το δρόμο στη σοσιαλιστική αναμόρφωση του κόσμου. Οι μπολσεβίκοι ήξεραν καλύτερα από τον καθένα πως ο σοσιαλισμός δεν μπορούσε να εισαχθεί με διατάγματα. Προσυπέγραφαν απολύτως την άποψη της Ρόζας Λούξεμπουργκ πως «πρέπει να αγωνιστούμε πολιτικά και πολιτικά να τον κερδίσουμε μέσα από τη συνειδητή βούληση και δράση της πλειοψηφίας του προλεταριάτου». Και αυτό έκαναν, ακολουθώντας μια και μοναδική γραμμή: «εξηγούμε υπομονετικά».

Αποτέλεσμα και εκτύλιξη συνδυασμού «πολέμου κινήσεων» και «πολέμου θέσεων» μαζί δείχνει πόσο μια μετασχηματιστική διαδικασία δεν μπορεί παρά να περιλαμβάνει και τα δύο. Γιατί, όπως σωστά σημειώνει ο Perry Anderson στο κλασικό δοκίμιό του The Antinomies of Antonio Gramsci, «[τ]ο να διατυπώνεις την σοσιαλιστική στρατηγική στο μητροπολιτικό καπιταλισμό ουσιαστικά σαν «πόλεμο κινήσεων» σημαίνει να λησμονείς την ενότητα και την αποτελεσματικότητα του αστικού κράτους και να φέρνεις την εργατική τάξη αντιμέτωπη μ’ αυτό σε μια σειρά θανατηφόρων περιπετειών. Το να τη διατυπώνεις ως «πόλεμο θέσεων» σημαίνει να ξεχνάς τον αναγκαστικά απότομο και εκρηκτικό χαρακτήρα των επαναστατικών καταστάσεων, που , από την φύση των καπιταλιστικών κοινωνικών σχηματισμών δεν μπορούν να σταθεροποιηθούν για πολύ και, κατά συνέπεια, απαιτούν τη μεγαλύτερη ταχύτητα και κινητικότητα στην επίθεση για να μη χαθεί η ευκαιρία…».  Αυτές οι διατυπώσεις μοιάζει να αφορούν κάτι πολύ μακρινό βάσει των σημερινών συνθηκών. Έτσι φαίνονταν και την εποχή που διατυπώθηκαν, πριν σαράντα χρόνια. Εάν δεν προχωρήσαμε, ωστόσο, δεν κάνει παρά επιτακτικότερη την ανάγκη να προσπαθήσουμε περισσότερο στο μέτρο που μας αναλογεί. Αν ο σοσιαλιστικός μετασχηματισμός παραμένει το ζήτημα που δικαιώνει τη διακριτή παρουσία της αριστεράς. Αν όχι, όντως πρόκειται για περιττές απασχολήσεις. Δεν ξέρουμε, όμως, τότε σε τι χρειάζεται η αριστερά.

 

 

[1] Μια αναφορά πρέπει να γίνει στα περίφημα Ιουλιανά, για τα οποία επικρατεί μεγάλη σύγχυση.

Στις 3 Ιουλίου, στρατιώτες του πρώτου Συντάγματος πυροβολικού εξαγριωμένοι και αποφασισμένοι να μην πάνε στο μέτωπο, [σαν τους 400000, οι οποίοι σκοτώθηκαν στις επιθέσεις του Ιουνίου, που αποφάσισε ο Κερένσκι] βγαίνουν στους δρόμους και απαιτούν «όλη την εξουσία στα σοβιέτ». Μαζί με 20000 ναύτες της Κρονστάνδης και χιλιάδες εργάτες δημιούργησαν τη μεγαλύτερη μέχρι τότε κυβερνητική κρίση. Οι υπουργοί των KD παραιτήθηκαν.

Στελέχη των μπολσεβίκων συμμετείχαν στην οργάνωση, αν και η ΚΕ ήταν εναντίον γιατί θεωρούσε πως οι συνθήκες ήταν ανώριμες. Στις 4 Ιουλίου οπλισμένοι στρατιώτες περικύκλωσαν το κτίριο όπου στεγάζονταν η κυβέρνηση. Όμως έμπιστα σ’ αυτήν στρατεύματα διασκόρπισαν τους στασιαστές.

Οι μπολσεβίκοι ήταν πλέον παράνομοι, οι ηγέτες τους συλλαμβάνονται ή κρύβονται. Ο Λένιν φεύγει στη Φινλανδία … Όλα έδειχναν πως οι μπολσεβίκοι ήταν μια ηττημένη δύναμη –και στρατιωτικά αυτό ήταν απολύτως σωστό.

 

[2] Έχει σημασία να ειπωθεί πως οι εκλογικές διαδικασίες στα σοβιέτ συνεχίζονται και τα επόμενα χρόνια. Όπως μας πληροφορεί ο Oscar Anweiler, στην κλασική του εργασία Τα σοβιέτ στη Ρωσία, οι μπολσεβίκοι κινούνται σε υψηλά πάντοτε ποσοστά, σε ανοιχτές διαδικασίες (1918: 61%, 1919: 55%, 1920: 43%, 1921: 44%, 1922: 54%).

 

[3]Επιπλέον, έχει σημασία να ειπωθεί πως κανείς δεν βρέθηκε να υπερασπιστεί την Συντακτική. Αντίθετα, αμέσως μετά τη διάλυσή της, όπως σημειώνει ο Smith, «…η σοβιετική κυριαρχία εδραιώθηκε με πολύ μεγάλη ευκολία. Παντού ιδρύονταν σοβιέτ. Στις μεγάλες πόλεις η υποστήριξη των μπολσεβίκων ήταν τεράστια. Και στην ύπαιθρο, όμως, το 86%, των κοινοτήτων είχαν ιδρύσει σοβιέτ ως εναλλακτική λύση στα ζέμστβος, που κυριαρχούνταν από τους εσέρους».