Πώς «φτιάχνεται» η εργατική τάξη; Του Δημοσθένη Παπαδάτου-Αναγνωστόπουλου

Ε.P. Thompson, Η συγκρότηση της αγγλικής εργατικής τάξης (μετάφραση: Γιάννης Παπαδημητρίου – επιμέλεια και εισαγωγή στην ελληνική έκδοση: Αντώνης Λιάκος), Πολιτιστικό Ίδρυμα Ομίλου Πειραιώς 2018

Στις 16 Αυγούστου του 1819, στο Σεντ Πήτερσφιλντ του Μάντσεστερ, το αγγλικό ιππικό σφαγιάζει ένα πλήθος 60-80.000 ανθρώπων που διεκδικεί εκλογικά δικαιώματα: το Peterloo, του Μάικ Λη, μια από τις σπουδαιότερες ταινίες του 2018, παίρνει αφορμή από το αιματηρό γεγονός για να μας γνωρίσει τις λαϊκές γειτονιές της Αγγλίας στα χρόνια της Βιομηχανικής Επανάστασης πριν από το κίνημα των Χαρτιστών. Ξεκινά χαρακτηριστικά αργά, ακολουθώντας τους ρυθμούς της οργάνωσης και της συνείδησης – τους ρυθμούς συγκρότησης του κινήματος· σύντομα μας βάζει στο κλίμα των αντιθέσεων «στους κόλπους του λαού», για να επιταχύνει λίγο πριν το τέλος, σημάδι πως πλησιάζει η αναμέτρηση με τον αμείλικτο κόσμο της ιδιοκτησίας και το κράτος του.

Ευτυχής σύμπτωση: όσο το Peterloo παιζόταν στις ελληνικές αίθουσες, έπαιρνε το δρόμο για τα βιβλιοπωλεία η Συγκρότηση της αγγλικής εργατικής τάξης, το δεύτερο βιβλίο του Βρετανού ιστορικού E.P. Thompson που έχουμε στα ελληνικά (προηγήθηκε το Χρόνος, εργασιακή πειθαρχία και βιομηχανικός καπιταλισμός [μτφρ.: Βασίλης Τομανάς, Νησίδες 2008]), κι αυτό που τον καταξίωσε διεθνώς. Διαβάζοντας, πείθεσαι πως ο Λη έφτιαξε το σκηνικό της ταινίας του πάνω στις 800 περίπου σελίδες του βιβλίου του Τόμσον, που κυκλοφόρησε στη Βρετανία το 1963.

Ακόμα και μια βιαστική πρώτη ανάγνωση αποκαλύπτει, πριν από οτιδήποτε, ένα συναρπαστικό ανάγνωσμα που έλειπε – και που, όχι μόνο λόγω όγκου, θα παρέμενε δυσπρόσιτο για το ελληνικό κοινό. Όσο «παλιά» κι αν φαντάζει δε η εποχή για την οποία γράφει ο Τόμσον, σωστά σημειώνεται στην εισαγωγή της ελληνικής έκδοσης: είμαστε μπροστά σε ένα βασικό έργο παιδείας, η εμβέλεια του οποίου δεν περιορίζεται στο θέμα του. Την ίδια στιγμή, έχουμε μια ιστορία γραμμένη από συγκεκριμένη σκοπιά – θεωρητική και πολιτική: στη Συγκρότηση, ο Τόμσον προτείνει πώς πρέπει να διαβάζουμε την ιστορία και, μέσα από αυτήν, την ταξική σύγκρουση.

Ιστορία των χαμένων

Εξηγεί ο ίδιος:

Κατά την επιλογή των θεμάτων, συνειδητοποίησα ενίοτε πως έγραφα αντιστεκόμενος στο βάρος των κυρίαρχων ορθοδοξιών. Υπάρχει η φαβιανή ορθοδοξία, σύμφωνα με την οποία οι περισσότεροι εργαζόμενοι είναι παθητικά θύματα του laissez-faire, εξαιρουμένων κάποιων ελάχιστων διορατικών κοινωνικών μεταρρυθμιστών […] Υπάρχει η ορθοδοξία των εμπειριστών της οικονομικής ιστορίας, οι οποίοι εκλαμβάνουν τους εργαζόμενους ως εργατικό δυναμικό, ως μετανάστες ή στατιστικά δεδομένα. Υπάρχει η ορθοδοξία της Πορείας του προσκυνητή [ένα βιβλίο του 1678, του John Bunyan, που άσκησε επίδραση στον πρώιμο εργατικό ριζοσπαστισμό στην Αγγλία], στο πλαίσιο της οποίας η υπό εξέταση περίοδος διερευνάται διεξοδικά για να εντοπιστούν πρόδρομοι-πρωτοπόροι του Κράτους Πρόνοιας.

[…] Η αντίρρησή μου ως προς την πρώτη και τη δεύτερη είναι ότι τείνουν να αποκρύπτουν την εμπρόθετη δράση των εργαζομένων, τον βαθμό στον οποίο αυτοί συνέβαλαν, με συνειδητές προσπάθειες, στη διαμόρφωση της ιστορίας. Η αντίρρησή μου ως προς την τρίτη ορθοδοξία είναι ότι ερμηνεύει την ιστορία υπό το πρίσμα υστερόχρονων μελημάτων, και όχι όπως αυτή πράγματι συνέβη. Διατηρεί στη μνήμη μόνο τους «επιτυχημένους», δηλαδή τους ανθρώπους που είδαν τις φιλοδοξίες τους να προλαβαίνουν τις κατοπινές εξελίξεις. Αντίθετα, τα αδιέξοδα, οι χαμένες υποθέσεις αλλά και οι ίδιοι οι χαμένοι πέφτουν στη λήθη (σ. 30).

Γιατί όμως έχει σημασία, πολιτική και θεωρητική, αυτή η τριπλή αντιπαράθεση;

Τόμσον εναντίον Χάγεκ, Τόμσον εναντίον Αλτουσέρ

Στα 1954, ο Φρίντριχ Χάγεκ και συνεργάτες του οικονομολόγοι και ιστορικοί ξεκινούν μια πολεμική κατά των Ευρωπαίων και Αμερικανών διανοουμένων, και ειδικότερα των φαβιανών και σοσιαλιστών ιστορικών. Υποστηρίζουν πως η Βιομηχανική Επανάσταση βελτίωσε κατά κανόνα τη ζωή των εργατών· σε αντίθεση με τη φιλελεύθερη ιστοριογραφία του 19ου αιώνα –λένε–, εκείνη δηλαδή την ιστοριογραφία που θεμελίωνε την πίστη στην πρόοδο, οι φαβιανοί και οι μαρξιστές ιστορικοί έβλεπαν με προκατάληψη και απαισιοδοξία τους βιομηχάνους, απηχώντας τους συντηρητικούς γαιοκτήμονες και τους αριστοκράτες πολιτικούς που είχαν λόγους να δυσφημούν τον βιομηχανικό κόσμο – χωρίς, επιπλέον, να έχουν ασχοληθεί ερευνητικά με τις βιομηχανικές περιοχές (σ. 15)[1].

Ο Τόμσον απαντά στην κριτική αυτή από τη σκοπιά της αριστερής ιστοριογραφίας – αλλά όχι μιας οποιασδήποτε. Από τη δεκαετία του ’50 ο ίδιος ανήκει σε έναν κύκλο μαρξιστών ιστορικών του Καίμπριτζ, όπως ο Έρικ Χόμπσμπάουμ, ή ο Τζορζ Ρουντέ, που μελετά τις αγροτικές εξεγέρσεις και τη Γαλλική Επανάσταση. Ο κύκλος αυτός ενδιαφέρεται για μια ιστορία «από τα κάτω» και, στα 1952, ιδρύει το περιοδικό Past and Present. Μέλος του ΚΚ Βρετανίας ως το 1956, και ψυχή του εσωκομματικού αντισταλινικού περιοδικού The Reasoner (The New Reasoner μετά το κλείσιμό του, και μεταξύ 1957-1959), ο Τόμσον αποχωρεί από το KK μετά τη σοβιετική εισβολή της ίδιας χρονιάς στην Ουγγαρία. Tο 1960 γίνεται από τους βασικούς συντελεστές του New Left Review, από το οποίο παίρνει αποστάσεις δύο χρόνια μετά – όταν αναλαμβάνουν οι Πέρι Άντερσον και Τάρικ Άλι. Αμφισβητεί τη θέαση της ιστορίας ως διαδικασίας/σύγκρουσης «χωρίς υποκείμενο», και τον φιλοσοφικό αντι-ανθρωπισμό του Αλτουσέρ. Από τη σκοπιά ενός ανθρωπιστικού μαρξισμού, ο ίδιος επιμένει στην ιστορική λογική: στον ιστορικά συγκεκριμένο τρόπο με τον οποίο, όπως μπορούν να βεβαιώσουν μαρτυρίες, η εργατική υποκειμενική εμπειρία έγινε στην Αγγλία ταξική συνείδηση. Η πολεμική κατά του Αλτουσέρ θα κορυφωθεί δεκαπέντε χρόνια μετά την έκδοση της Συγκρότησης, με το The poverty of theory (1978).

Ταξική εμπειρία και ταξική συνείδηση

Αντί, λοιπόν, για τις δομές και τους μηχανισμούς, η ιστορία του Τόμσον δίνει προτεραιότητα στις ταξικές εμπειρίες: στις εμπειρίες (εξηγεί ο ίδιος) που «προσδιορίζ[ον]ται εν πολλοίς από τις παραγωγικές σχέσεις μέσα στις οποίες οι άνθρωποι γεννιούνται – ή εισέρχονται παρά τη θέλησή τους». Τον ενδιαφέρει η ταξική συνείδηση, ο τρόπος δηλαδή «με τον οποίο αυτές οι εμπειρίες μεταπλάθονται με πολιτισμικούς όρους: γίνονται παραδόσεις, συστήματα αξιών, ιδέες και θεσμικές μορφές» (σ. 28).

Το να μιλάς, όμως, για ταξική εμπειρία και ταξική συνείδηση, προϋποθέτει μια ιδέα για το τι είναι «τάξη»:

Λέγοντας τάξη, εννοώ ένα ιστορικό φαινόμενο το οποίο ενοποιεί διάφορα ετερόκλητα και φαινομενικώς ασύνδετα γεγονότα, τόσο στο ακατέργαστο υλικό της εμπειρίας, όσο και στη συνείδηση. Και τονίζω πως πρόκειται για φαινόμενο ιστορικό. Δεν εκλαμβάνω την τάξη ούτε ως «δομή» ούτε και ως «κατηγορία», αλλά ως κάτι το οποίο συμβαίνει (και το οποίο μπορεί να αποδειχτεί ότι έχει συμβεί) στις ανθρώπινες σχέσεις. Επιπλέον, η έννοια της τάξης συνεπάγεται την έννοια της ιστορικής σχέσης […] Είναι αδιανόητος ο έρωτας χωρίς εραστές, όπως και η υποτακτικότητα χωρίς γαιοκτήμονες και αγρεργάτες. Και η τάξη συμβαίνει όταν κάποιοι άνθρωποι, εξαιτίας των κοινών τους εμπειριών […] καταλαβαίνουν ότι έχουν κοινά συμφέροντα οι ίδιοι και, ακόμα, ότι αυτά είναι διαφορετικά και αντίθετα από τα συμφέροντα άλλων

[…] δεν μπορούμε να κατανοήσουμε την τάξη παρεκτός αν την εκλάβουμε ως ένα κοινωνικό και πολιτισμικό μόρφωμα το οποίο προκύπτει από διαδικασίες που μπορούν να μελετηθούν μόνο στο πλαίσιο της εξέλιξής τους κατά τη διάρκεια μιας σχετικά μεγάλης ιστορικής περιόδου […] Μεταξύ 1780 και 1832 οι περισσότεροι Άγγλοι εργαζόμενοι αντιλαμβάνονται τα συμφέροντά τους ως ταυτιζόμενα μεταξύ τους αλλά και ως αντίθετα από τα συμφέροντα των αρχόντων και των εργοδοτών τους  (σ. 27-29).

 

Πώς άρχισαν όλα

Ανατρέχοντας σε εφημερίδες της εποχής, απομνημονεύματα, ημερολόγια, λαϊκά θρησκευτικά αναγνώσματα, φιλοσοφικές πραγματείες, ποιητικές συλλογές και τις διαθέσιμες ως τις αρχές του ‘60 ιστορικές μελέτες, ο Τόμσον παραδίδει «μια βιογραφία της αγγλικής εργατικής τάξης από την εφηβεία ως τα πρώτα χρόνια της ενηλικίωσής της», όπως λέει – μια βιογραφία λογοτεχνικών αξιώσεων. Η πρώτη σκηνή της παίζεται στο Λονδίνο του υποδηματοποιού Τόμας Χάρντι, ιδρυτή και πρώτου γραμματέα της Αντεπιστέλλουσας Εταιρείας Λονδίνου (ΑΕΛ).

Η ΑΕΛ δεν είναι ακριβώς η πρώτη εργατική οργάνωση, αλλά μάλλον μια «λαϊκή ριζοσπαστική». Εγγράφει μέλη με βάση τις απαντήσεις σε τρία ερωτήματα και, κυρίως, στο εξής: «Είσαι απολύτως πεπεισμένος ότι προϋπόθεση για την ευημερία σε αυτά τα βασίλεια είναι κάθε ενήλικος που έχει τα λογικά του και που δεν έχει διαπράξει κάποιο αδίκημα να έχει το δικαίωμα να εκλέγει βουλευτές;» (σ. 38). Ο πολιτικός αγώνας –είτε ο αγώνας για την ψήφο, που αμφισβητεί το μονοπώλιο στην πολιτική που κατέχουν οι ιδιοκτήτες (εξού και ο Χάρντι δικάζεται για εσχάτη προδοσία!)· είτε αυτός απέναντι στη βίαιη στρατολόγηση· είτε, τέλος, η αντιπαράθεση με την αιματηρή (αν και φιλελεύθερα προσηλωμένη στην τήρηση κανόνων) καταστολή– είναι θεμελιώδης για την αντίληψη των κοινών συμφερόντων. Η αντίληψη αυτή, από την άλλη, δεν εκδηλώνεται καταρχήν ή αποκλειστικά μέσα σε οργανώσεις: εξαρχής, και πολύ συχνά, εκφράζεται με «υποπολιτικούς» τρόπους: «ο ταξικός πόλεμος διεξαγόταν, από τη μια με το Τάιμπερν, τα κάτεργα και τα σωφρονιστήρια σαν το Μπράιντγουελ· και, από την άλλη, με το έγκλημα, τις ταραχές και τις ενέργειες του όχλου» (σ. 77).

Μέσα σε έξι μήνες, από τον Μάρτιο ως τον Σεπτέμβριο του 1792, η ΑΕΛ του Χάρντι και των τεσσάρων ακόμα, γράφει 2.000 μέλη. Μέσα σε 50 χρόνια, το 1842, 500.000 άτομα συμμετέχουν στη Γενική Απεργία κατά των περικοπών μισθών – τη σημαντικότερη κινητοποίηση του 19ου αιώνα, που μένει γνωστή ως Plug Riots, λόγω της αφαίρεσης της τάπας (plug) από τους ατμολέβητες, χάρη στην οποία οι απεργοί αχρήστευαν τις εργοστασιακές μηχανές (σ. 79).

Ας έχουμε στο μυαλό μας τη συγκυρία, πολιτική και διανοητική: είμαστε στην «επόμενη μέρα» της Γαλλικής Επανάστασης και στην Αγγλία διαβάζεται ευρέως η απάντηση του Τόμας Παίην στην αντεπαναστατική κριτική του Έντμουντ Μπερκ (Δικαιώματα του Ανθρώπου 1791). Στην εποχή που τη φιλοσοφία του Παίην «γονιμοποιεί» η Αμερικανική Επανάσταση. Στην εποχή των Ναπολεόντειων Πολέμων που, για τον κόσμο της ιδιοκτησίας στην Αγγλία, κάνουν την «ελευθερία» συνώνυμο τόσο της εθνικής ανεξαρτησίας, όσο και της ασυδοσίας των ιδιοκτητών (σ. 93-116). Στην εποχή, τέλος, μιας πανσπερμίας θρησκευτικών σεκτών, άλλες από τις οποίες κηρύσσουν τη συμμόρφωση με τους πλούσιους, ενώ άλλες οξύνουν την ένταση ανάμεσα στο εξωτερικό και το εσωτερικό βασίλειο, δείχνοντας τους αριστοκράτες ως εχθρούς του Χριστιανού: «ο λόρδος Τέρψις Σαρκός, ο λόρδος Χλιδής, ο λόρδος Πόθος Ματαιοδοξίας, ο γηραιός λόρδος Ακόλαστος, ο σερ Άπληστος και όλα τα άλλα μέλη της ανώτερης αριστοκρατίας μας» έχουν στιγματιστεί νωρίτερα από τον Μπάνιαν στην Πορεία του προσκυνητή (σ. 51).

Αν η τάξη είναι σχέση, το ασυμφιλίωτο της σχέσης αυτής βρίσκεται παντού στο βιβλίο του Τόμσον, προεικονίζοντας πολλά απ’ όσα ξέρουμε για τον κοντινότερό μας εικοστό αιώνα. «Στο Νότιγχαμ», διαβάζουμε, «οι γυναίκες "πήγαιναν από τον έναν φούρνο στον άλλο, έθεταν τη δική τους τιμή στα προϊόντα μέσα στο κατάστημα, άφηναν τα χρήματα και παίρνοντας τα προϊόντα, έφευγαν», σε μια εκδοχή «αυτομείωσης» στα 1795, χρονιά πανευρωπαϊκής ακραίας σιτοδείας (σ. 82). Λίγα χρόνια πριν από τη σφαγή του Peterloo, το 1812, ένα από τα μέλη του Γεωργικού Συλλόγου του Βόρειου Ντέβον, του ίδιου που νωρίτερα επέβαλε το σταθερό μέτρο του Ουίντσεστερ για την πώληση του αλευριού, λάμβανε μια επιστολή που τον έκανε να καταλάβει ότι με την τιμή του ψωμιού δεν ήταν να παίζει κανείς:

Οι Νύχτες του Χειμώνα δεν πέρασαν, και το άτομό σας δεν πρόκειται να φτάσει στο σπίτι του ζωντανό. Εάν κατά τύχη γλιτώσετε από το χέρι που κρατά αυτή την πένα, ένα αναμμένο σπίρτο θα σας βάλει στη θέση σας. Την οικογένειά σας δεν τη γνωρίζω. Όλα τα μέλη της όμως θα τα καταπιούν οι φλόγες. Και αν κάποτε βρεθεί το Κουφάρι σας, θα ριχτεί αμέσως στα Σκυλιά, αν βέβαια του έχει απομείνει κάποιο ίχνος Σάρκας για να το καταβροχθίσουν τα Ζώα […].

 

*Φωτογραφία: Σκηνή από το Peterloo, του Mike Leigh (πηγή: IMDB)

 

[1] Βλ. στον συλλογικό τόμο Capitalism and the Historians , το εισαγωγικό κείμενο του Χάγεκ “History and Politics” (σ. 3-29) και αυτά των Lοuis M. Hacker για τους Αμερικανούς ιστορικούς (“The anticapitalist bias of American historians, σ. 64-92) και Bertrand de Jouvenel για τη «δυτική διανόηση» και τον Μαρξ (“Treatment of Capitalism by Continental Intellectuals”, σ. 93-123).