Οι ναζί συγκεντρώνουν τους Εβραίους στην πλατεία Ελευθερίας (1942)

 

Του Γιάννη Γκλαρνέτατζη

Το Σάββατο 11.7.1942 χιλιάδες Εβραίοι παρατάσσονται στην πλατεία Ελευθερίας μετά από διαταγή των γερμανικών αρχών κατοχής για υποχρεωτική καταγραφή σε καταλόγους. Η σχετική διαταγή είχε δημοσιευτεί στην εφημερίδα Απογευματινή (μια από τις δυο ναζιστικές φυλλάδες που κυκλοφορούσαν νόμιμα στη Θεσσαλονίκη επί Κατοχής) και όριζε πως στις 8 το πρωί έπρεπε να συγκεντρωθούν στην πλατεία όλοι οι Εβραίοι άντρες ηλικίας 18 έως 45 ετών, χωρίς να διευκρινίζει τον λόγο. Γρήγορα έγινε γνωστό ότι σκοπός της συγκέντρωσης ήταν η καταγραφή ώστε οι άνθρωποι αυτοί να χρησιμοποιηθούν ως εργάτες σε καταναγκαστικά στρατιωτικά έργα.[1] Είχε προηγηθεί διάβημα του γενικού επιθεωρητή νομαρχιών Μακεδονίας Αθανασίου Χρυσοχόου στη γερμανική στρατιωτική διοίκηση ότι οι Εβραίοι δεν υποχρεώνονται να εκτελούν εργασίες σε αντίθεση με το μεγαλύτερο μέρος του ελληνικού πληθυσμού.[2] Παρεμπιπτόντως, το όνομα του στρατηγού Χρυσοχόου «κοσμεί» ένα δρόμο μεταξύ των οδών Κολοκοτρώνη και Καραϊσκάκη (ίσως για να πάρει λίγη από την αίγλη τους), στην καρδιά της παλιάς εβραϊκής γειτονιάς του ανατολικού τμήματος της πόλης.

Η διαδικασία δεν περιορίζεται απλώς στην καταγραφή, η οποία γίνεται στο νεοκλασικό κτίριο της Ιονικής Τράπεζας (σημ. Alphabank) επί της οδού Μητροπόλεως. Από την ώρα συγκέντρωσης μέχρι τις 2 το μεσημέρι, εννιά χιλιάδες περίπου άτομα παραμένουν παραταγμένα σε σειρές. Απαγορεύεται να φορούν γυαλιά ηλίου ή να καλύψουν το κεφάλι τους (κάτι που έχει διπλή σημασία καθώς δεν μπορούν να προστατευθούν από τον ήλιο ενώ παραβίαζαν και το θρησκευτικό έθιμο της κάλυψης του κεφαλιού το Σάββατο). Όποιος τολμάει να καθίσει στο πεζοδρόμιο, να βάλει μια εφημερίδα πάνω από το κεφάλι του ή απλώς μετακινείται έστω κι ελαφρά από τη σειρά του «αρπάζεται βίαια και οδηγείται μπροστά σε μίαν επιτροπή αξιωματικών καθισμένων κυκλικά, που τον καταδικάζει να εκτελέση εξαντλητικές γυμναστικές ασκήσεις. Όσοι πέφταν αναίσθητοι, καταβρέχονται με νερό και σπρώχνονται με κλωτσιές από τις βαρειές μπότες για να ξανασηκωθούν. Τους υποχρεώνουν να κάνουν τούμπες, να κυλισθούν στο έδαφος, να συρθούν μέσα στη σκόνη, χτυπώντας τους, ενώ τους έφτυναν και εξεστόμιζαν εναντίον των τις πιο πρόστυχες βρισιές».[3] «Θυμάμαι μάλιστα συγκεκριμένα», αναφέρει ο Λεόν Χαγουέλ, «ότι έναν αρτοποιό, νομίζω ότι ονομαζόταν Πέσσαχ και είχε μαγαζί στην οδό Βασιλέως Ηρακλείου, τον είχαν δείρει τόσο πολύ που τον έσερναν δύο άνθρωποι για να τον πάνε στο σπίτι του».[4] Σε άλλες περιπτώσεις θα χρειαστεί «να προσκληθή το αυτοκίνητον φορείον του Ερυθρού Σταυρού και να τους μεταφέρη εις τας οικίας των».[5] Τα υπαίθρια αυτά βασανιστήρια θα οδηγήσουν στον θάνατο κάποιων θυμάτων[6] προς μεγάλη ικανοποίηση των της ναζιστικής Νέας Ευρώπης, στην οποία την επομένη ο Μιχάλης Παπαστρατηγάκης έγραφε ότι «αρκετά εβραϊκά όντα έμειναν στον τόπο».[7]

Η πλατεία Ελευθερίας είναι ένα κεντρικό σημείο στην πόλη. Δίπλα στο λιμάνι, αποτελεί την αρχή της παραλιακής λεωφόρου, της εμπορικής οδού Μητροπόλεως, αλλά και της οδού Βενιζέλου (του μεγάλου άξονα που συνδέει το λιμάνι με το Διοικητήριο), ενώ από τα τέλη του 19ου αιώνα υπήρχαν εκεί πολλές τράπεζες, ξενοδοχεία και μεγάλα καταστήματα. Οι ταπεινώσεις και οι εξευτελισμοί λάμβαναν έτσι έναν κατεξοχήν δημόσιο και παραδειγματικό χαρακτήρα. «Εις τα άκρα των δρόμων πολλοί περίεργοι χριστιανοί, παρακολουθούν το θέαμα», σημειώνει ο Γιακοέλ.[8] Εκτός, όμως, από περίεργους ντόπιους το θέαμα παρακολουθούν και κάποιοι περαστικοί Γερμανοί. «Άνδρες και γυναίκες ηθοποιοί που ήταν στην πόλη με το θεατρικό πρακτορείο του στρατού, τη “Δύναμη μέσω της Χαράς”, χειροκροτούσαν την ψυχαγωγία που είχε οργανώσει ο στρατός». Παράλληλα, στρατιωτικοί αποθανάτιζαν τις στιγμές με τις φωτογραφικές μηχανές τους.[9]

Η καταγραφή δεν ολοκληρώνεται εκείνο το Σάββατο και συνεχίζεται για τέσσερις ακόμη ημέρες από τη Δευτέρα 13.7.1942, στο ίδιο κτίριο της Ιονικής Τράπεζας. Αυτές τις μέρες, τα καψόνια είναι σαφώς περιορισμένα. «Εννοείται», καταγράφει πάλι ο Γιακοέλ στο ημερολόγιό του, «ότι εις όλας αυτάς τας ενεργείας των Γερμανών (καταγραφή, επιτήρησις και τάξις), παρείχον την συνδρομήν κρατικοί υπάλληλοι (καταγραφείς της υπηρεσίας του Δήμου) και αστυνομικά όργανα.[10] Μετά το τέλος αυτής της διαδικασίας καταγραφής κάθε άρρεν Ισραηλίτης στρατεύσιμης, ουσιαστικά, ηλικίας (18-45 ετών) είχε έναν αύξοντα αριθμό με βάση τον οποίον καλούνταν μέσω του Τύπου για υπηρεσία σε καταναγκαστικά έργα. «Η πρώτη πρόσκληση συγκεντρώνει 2.000 εργάτας που στέλλονται με ειδικά τραίνα, στους δρόμους, σε διάφορα σημεία της χώρας: στην Κατερίνη, 600· στο Λιτόχωρο, 400· στη Λεπτοκαρυά, 600· στη Δεξαμενή, 200· στο αεροδρόμιο του Σέδες, 200. Τα λατομεία του Σέδες, του Νάρες [στον Γαλλικό ποταμό κοντά στο χωριό Νέα Φιλαδέλφεια], του Ολύμπου, δέχονται πολυπληθείς ομάδες και η εταιρεία, που έχει αναλάβει την επισκευήν των στρατιωτικών οδών, μπορεί να έχη άφθονα και φθηνά εργατικά χέρια. Επί κεφαλής κάθε αποστολής τοποθετούνται ένας ή δύο έφεδροι αξιωματικοί του ελληνικού στρατού». Οι άθλιες συνθήκες καθημερινής δεκάωρης εργασίας και ο υποσιτισμός («η καθημερινή μερίδα τροφής συνίσταται σε 300 γραμμάρια ψωμιού, ένα νεροζούμι όπου μέσα του κολυμπούν κομματάκια αγγινάρας και ντομάτας, ανάλατο και άπαχο»), οδηγούν στον αποδεκατισμό λόγω τυφοειδούς πυρετού, ελονοσίας και εξανθηματικού τύφου. «Ελάχιστοι χωρικοί των περιχώρων φέρονται ανθρώπινα έναντι των δυστυχισμένων αυτών συμπατριωτών των. Αρνούνται να πωλήσουν ο,τιδήποτε με χρήμα και δέχονται μονάχα να κάνουν ανταλλαγές […] Είναι σύνηθες φαινόμενο η ανταλλαγή ενός σακακιού, έναντι μισού ψωμιού».[11]

Στα τέλη Αυγούστου επιτρέπεται ατομικά η εξογαρά της καταναγκαστικής εργασίας έναντι χρηματικού τιμήματος. Αργότερα μια επιτροπή αποτελούμενη από τον νομικό σύμβουλο της Ισραηλιτικής Κοινότητας Γιακοέλ, τον εργολάβο Μύλλερ και τον στρατηγό Λαβράνο (που είχε αναλάβει τη διεύθυνση των εργατών) θα επισκεφθεί τα εργοτάξια και συντάξει μια έκθεση που θα αναφέρει ότι οι συνθήκες εργασίας είναι πολύ σκληρές, ενώ η διατροφή, η στέγαση και η υγιεινή άθλιες, με αποτέλεσμα η ελονοσία να έχει προσβάλλει το 16-20% των εργατών –ειδικά στην περιοχή του Γιδά (Αλεξάνδρεια Ημαθίας) το ποσοστό αυτό εκτινασσόταν στο 60%– και τέλος ένα 3% των εργατών είχαν πεθάνει μέσα σε δυόμισι μήνες. Εντέλει, στα μέσα Οκτωβρίου επιτεύχθηκε μια συμφωνία μεταξύ της Ισραηλιτικής Κοινότητας και του δόκτωρος Μαξ Μέρτεν (εκ μέρους της Στρατιωτικής Διοίκησης Θεσσαλονίκης-Αιγαίου) που προέβλεπε συνολική εξαγορά της καταναγκαστικής εργασίας κι έτσι οι άνθρωποι που η περιπέτειά τους είχε ξεκινήσει στις 11.7 επέστρεψαν στα σπίτια τους.[12] Προσωρινά, όπως αποδείχτηκε βέβαια, καθώς λίγους μήνες αργότερα θα έφευγαν για τον οριστικό θάνατο στο Άουσβιτς.

Να θυμίσουμε ότι ο Μέρτεν που συμμετείχε στην οργάνωση της ληστείας και μετά του φόνου των χιλιάδων Εβραίων της Θεσσαλονίκης, επέστρεψε μετά τον πόλεμο στην Ελλάδα ως τουρίστας(!), αλλά αναγνωρίστηκε, συνελήφθη και καταδικάστηκε τον Φεβρουάριο του 1959,[13] για να απελαθεί αμέσως μετά στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας όπου όμως απαλλάχθηκε σχεδόν αμέσως. Το αντάλλαγμα που πήρε η τότε κυβέρνηση Καραμανλή για την απελευθέρωση, ουσιαστικά, του εγκληματία πολέμου ήταν ένα ακόμη γερμανικό δάνειο.

Και για να ξαναγυρίσουμε στην 11η Ιουλίου, ποιες ήταν οι αντιδράσεις των μη Εβραίων στα γεγονότα εκείνης της ημέρας, εκτός από τους αρμοδίους (δημοτικοί υπάλληλοι, αστυνομικοί, έφεδροι αξιωματικοί) που συνέδραμαν τις δυνάμεις Κατοχής; Η Νέα Ευρώπη, φυσικά πανηγυρίζει: «ενώ τα πρόσωπα των Εβραίων αντανακλώσαν την απόγνωση και την αγωνία, οι μη-Εβραίοι θεαταί συγκεντρωμένοι στους γειτονικούς δρόμους, έπλεαν σε πελάγη ευτυχίας και δεν επιθυμούσαν παρά ένα πράγμα: να παραταθούν όσο γινόταν περισσότερο οι σκηνές που παρακολουθούσαν». Θα ήταν λάθος εκτίμηση να θεωρήσουμε ότι η πλειοψηφία των χριστιανικής καταγωγής κατοίκων της πόλης «έπλεαν σε πελάγη ευτυχίας», «όμως δεν παρετηρήθη καμμία αντίδρασις από μέρους των επαγγελματικών οργανώσεων. Το Πανεπιστήμιο παρέμεινε βουβό και ετήρησε παθητική στάση μπροστά σε τούτες τις βιαιότητες που πρόσβαλαν σοβαρά την ανθρώπινη αξιοπρέπεια και την εθνική ελληνική τιμή. Ο Γενικός Διοικητής σιώπησε όταν δεν παρείχε τη συνδρομή στον δήμιο».[14] Πιο εκτεταμένος είναι ο σχολιασμός του αυτόπτη μάρτυρα Γ. Γιακοέλ: «Είναι άξιον παρατηρήσεως το γεγονός ότι εις την περιπέτειαν αυτήν της ομαδικής καταγραφής και εξαναγκαστικής συγκεντρώσεως προς εργασίαν 8.000-9.000 Ισραηλιτών Ελλήνων πολιτών, ουδεμία εξεδηλώθη αντίδρασις ούτε της χριστιανικής κοινωνίας, ούτε των κρατικών και τοπικών αρχών. Η μακεδονική μητρόπολις και οι Ισραηλίται είχον το ατύχημα να διοικούνται τότε από τον κ. Σιμωνίδην όστις, κατά γενικήν ομολογίαν, διά να συγκρατείται εις την θέσιν του, όχι μόνον δεν ήρχετο εις διάστασιν με τους Γερμανούς, αλλ’ έδειχνε προθυμίαν πολλήν εις την εκτέλεσιν των διαταγών τους. Και η κοινή γνώμη; Και αι οργανώσεις; Και οι διανοούμενοι; Η μεν χριστιανική κοινωνία παρακολουθούσε με συμπόνιαν την τύχην των συμπολιτών της και συνείχετο από τον φόβον μη ακολουθήση και διά τους χριστιανούς η ιδία μεταχείρισις. Αι οργανώσεις, όμως, και οι διανοούμενοι, ουδεμίαν εξεδήλωσαν διάθεσιν επεμβάσεως, αν μη διά να ανασταλούν τα πιεστικά μέτρα κατά των Ισραηλιτών, τουλάχιστον διά να εφαρμοσθούν ηπιώτερον».[15]

Σήμερα, στο κάτω μέρος της πλατείας Ελευθερίας (που είναι, κυρίως, ένα υπαίθριο πάρκινγκ) υπάρχει το μνημείο του Ολοκαυτώματος, το οποίο μεταφέρθηκε εκεί το 1997 (επί «Πολιτιστικής Πρωτεύουσας») από την πλατεία Εβραίων Μαρτύρων (δίπλα στο κτίριο της ΔΕΗ επί της οδού Παπαναστασίου, εκεί που βρισκόταν ο συνοικισμός 151), όπου είχε αρχικά στηθεί. Παράλληλα, λίγο πάνω από την πλατεία, στην παράλληλη της Τσιμισκή, οδό Αγίου Μηνά (μεταξύ Δραγούμη και Βενιζέλου) βρίσκεται το Εβραϊκό Μουσείο Θεσσαλονίκης.

Παραπομπές:

[1] Μίκαελ Μόλχο – Ιωσήφ Νεχαμά, In Memoriam: Αφιέρωμα εις μνήμην των Ισραηλιτών θυμάτων του ναζισμού εν Ελλάδι, μτφρ. Γ. Ζωγραφάκης, 2η έκδ., Ισραηλιτική Κοινότης Θεσσαλονίκης, Θεσσαλονίκη 1976, σ. 63.

[2] Φραγκίσκη Αμπατζοπούλου, Επίμετρο στο Έρικα Κούνιο-Αμαρίλιο – Αλμπέρτος Ναρ, Προφορικές Μαρτυρίες Εβραίων της Θεσσαλονίκης για το Ολοκαύτωμα, Ίδρυμα Ετς Αχάιμ – Παρατηρητής, Θεσσαλονίκη 1998, σ. 474.

[3] Μ. Μόλχο – Ι. Νεχαμά, In Memoriam…, ό.π., σ. 64.

[4] Έρ. Κούνιο-Αμαρίλιο – Αλ. Ναρ, Προφορικές Μαρτυρίες Εβραίων…, ό.π., σ. 384.

[5] Γιομτώβ Γιακοέλ, Απομνημονεύματα 1941-1943, Ίδρυμα Ετς Αχάιμ – Παρατηρητής, Θεσσαλονίκη 1993, σ. 58.

[6] Μ. Μόλχο – Ι. Νεχαμά, In Memoriam…, ό.π., σ. 64.

[7] Κώστας Τομανάς, Χρονικό της Θεσσαλονίκης (1921-1944), Νησίδες, Θεσσαλονίκη 1996, σ. 228.

[8] Γ. Γιακοέλ, Απομνημονεύματα 1941-1943, ό.π., σ. 58.

[9] Mark Mazower, Στην Ελλάδα του Χίτλερ, μτφρ. Κ. Κουρεμένος, Αλεξάνδρεια, Αθήνα 1994, σ. 267.

[10] Γ. Γιακοέλ, Απομνημονεύματα 1941-1943, ό.π., σ. 59.

[11] Μ. Μόλχο – Ι. Νεχαμά, In Memoriam…, ό.π., σ. 65-66.

[12] Μ. Μόλχο – Ι. Νεχαμά, In Memoriam…, ό.π., σ. 69-73· Γ. Γιακοέλ, Απομνημονεύματα 1941-1943, ό.π., σ. 70-77.

[13] Στράτος Δορδανάς, Η γερμανική στολή στη ναφθαλίνη: Επιβιώσεις του δοσιλογισμού στη Μακεδονία, 1945-1974, Εστία, Αθήνα 2011, σ. 292.

[14] Μ. Μόλχο – Ι. Νεχαμά, In Memoriam…, ό.π., σ. 65.

[15] Γ. Γιακοέλ, Απομνημονεύματα 1941-1943, ό.π., σ. 59.