Ο Λούκατς και η εποχή μας. Του Χρήστου Λάσκου

Κωνσταντίνος Καβουλάκος, Ιστορία και πράξη –Η φιλοσοφία της πράξης του Γκέοργκ Λούκατςεκδ. Τόπος, σελ. 300

 

[Η ορθή γνώση της ολότητας] επιφέρει μια αντικειμενική δομική αλλαγή στο αντικείμενο της γνώσης

ΓΚΕΟΡΓΚ ΛΟΥΚΑΤΣ

Έχει, άραγε, μια μικρή έστω αξία η ενασχόληση σήμερα με το έργο θεωρητικών, όπως ο Γκέοργκ Λούκατς; Σημαίνει τίποτε το έργο του για μας, τους ανθρώπους της πρώτης εικοσαετίας του 21ου αιώνα; Ή είναι ενδιαφέρον, απλώς, από την άποψη μιας ορισμένης ιστορίας των ιδεών, η οποία γράφεται λόγω ακαδημαϊκής εμμονής του συγγραφέα της;

Να το ρωτήσω κι αλλιώς: δεδομένου ότι η στήλη που φιλοξενεί τα λόγια που διαβάζετε είναι μια στήλη βιβλιοκριτικής, η οποία, όμως, κάθε άλλο παρά κρύβει την αριστερή της «στράτευση», αξίζει να ασχολούμαστε μ’ «αυτά», όταν ο κόσμος καίγεται;

Για τον Καβουλάκο, η απάντηση στο ερώτημα αυτό είναι αποφασιστικά καταφατική:

Η ανανέωση της κριτικής θεωρίας περνά σήμερα μέσα από την θεωρητική ανάδειξη των περιεχομένων της ζωής του παρόντος που βρίσκονται σε διακινδύνευση εξαιτίας του ότι μερικευτικά κοινωνικά συμφέροντα ικανοποιούνται κατά προτεραιότητα εις βάρος τους. Όπως δείχνει η ιστορική εμπειρία, αλλά και η συνεχιζόμενη παγκόσμια κρίση, η δυναμική της επιβολής τέτοιων συμφερόντων […] δεν είναι απεριόριστη, η εκτύλιξή της δεν μπορεί με κανέναν τρόπο να συνεχίζεται επ’ άπειρον χωρίς το ξέσπασμα κρίσεων και την προσφυγή στη βία για τη σταθεροποίηση του κλυδωνιζόμενου καθεστώτος. Γι’ αυτό και […] η έλευση της βαρβαρότητας σε εκσυγχρονισμένη μορφή δεν έχει πάψει ούτε στιγμή να αποτελεί ανοικτή δυνατότητα και εν μέρει ήδη πραγματωμένο γεγονός.

Η εκ νέου ανάδυση του κλασσικού διλήμματος «σοσιαλισμός ή βαρβαρότητα» δεν είναι μέρος μιας επικής αφήγησης για την ιστορική πρόοδο, ούτε μιας δραματικής σκηνοθεσίας κάποιας υποτιθέμενης «αιώνιας ανθρώπινης τραγωδίας». Αποτελεί μάλλον την υπόμνηση του γεγονότος ότι κάθε πρακτική ευκαιρία για τον μετασχηματισμό του κόσμου, η οποία χάνεται κατά τη διαρκώς ανανεωνόμενη διαλεκτική αντιπαράθεση μεταξύ πραγμοποίησης και αποπραγμοποίησης, σηματοδοτεί ένα βήμα υποχώρησης απέναντι την αυτοκαταστροφική τάση μιας κατά βάση παράλογης θέλησης για «ορθολογική κυριαρχία». Οσοδήποτε μικρή κι αν είναι, κάθε υποχώρηση ανοίγει λίγο περισσότερο τη ρωγμή της ιστορίας, μέσα από την οποία μπορεί να αναδυθεί κι έτσι να επαναληφθεί το αδιανόητο. Αν μη τι άλλο, απέναντι στο καθησυχαστικό νανούρισμα της «τραγικής μοίρας» μιας τέτοιας αιώνιας επιστροφής του ίδιου, ο Λούκατς υπέδειξε τον θεωρητικό και πρακτικό δρόμο του ανυποχώρητου αγώνα ενάντια σε τέτοια πισωγυρίσματα (σελ. 279-280).

Στα λόγια του Καβουλάκου αντηχεί, νομίζω, έντονα η πεποίθηση του Μπένγιαμιν, σύγχρονου του Λούκατς, πως ο ριζικός μετασχηματισμός του κόσμου, η Επανάσταση, συνιστά επείγον «καθήκον», πρώτα απ’ όλα για να αποτραπεί η βαρβαρότητα. Όπως και τότε, όταν η ήδη επελαύνουσα βαρβαρότητα των Μεγάλων Πολέμων, των φασισμών, του ναζισμού, του σταλινισμού, των καταστροφικών οικονομικών κρίσεων έφτιαξε τις ρωγμές, μέσα από τις οποίες «αναδύθηκε το αδιανόητο». Νομίζω, λοιπόν, πως το νέο βιβλίο του για τον Λούκατς είναι απότοκο αυτής της πεποίθησης και της σύστοιχης αγωνίας του. Αγωνίας που μόνο όσοι βαριά εθελοτυφλούν δεν έχουν.

Το βιβλίο του, λοιπόν, μας δίνει μια εξαιρετική δυνατότητα να σκεφτούμε πάνω σε πολλά από τα κρίσιμα ζητήματα της μετασχηματιστικής πολιτικής πράξης, τα ζητήματα της επαναστατικής πολιτικής, με άλλα λόγια, καθώς και στα γνωσιοθεωρητικά και οντολογικά συμφραζόμενα τους. Το θέμα του αξονίζεται γύρω από το περίφημο έργο του Λούκατς «Ιστορία και Ταξική Συνείδηση», που σηματοδοτεί και την στροφή του τελευταίου προς τον μαρξισμό. Όμως ο Καβουλάκος δεν μας προσφέρει απλώς μια ανάλυση του συγκεκριμένου καθοριστικού έργου του Λούκατς, αλλά ερευνά την πορεία που οδηγεί σε αυτό, τις φιλοσοφικές προϋποθέσεις του, τις εκλεκτικές του συγγένειες με τις πνευματικές διαμάχες που προηγήθηκαν της συγγραφής του, τις εννοιολογικές οφειλές και τις ασυνέχειες.

Πρόκειται για μια εργασία πολύ πυκνή, πολύ πλούσια και πολύ απαιτητική – προφανώς για τον συγγραφέα της, ακόμη περισσότερο για τον αναγνώστη. Ωστόσο, η συζήτηση για τα μεγάλα θέματα της εποχής δεν μπορεί παρά να είναι «δύσκολη» και απαιτητική – σήμερα, περισσότερο κι από άλλοτε, δεν υπάρχει βασιλική οδός. Εκτός κι αν η φιλοδοξία μας σταματάει στην παρέμβαση σε όσα διαμείβονται μεταξύ των πόλων του δικομματισμού και των οργανικών τους (!) διανοούμενων. Εκτός, δηλαδή, αν η φιλοδοξία μας σταματάει στις κρίσεις περί της προοδευτικής συμμαχίας και της «δίκαιης ανάπτυξης» ή της «αντιαναπτυξιακής φορολογίας» και του αναγκαίου «ευρωπαϊσμού».

Αν δεν σταματάει σε αυτά, τότε δεν υπάρχει παρακαμπτήριος δρόμος, που να αποφεύγει τη βουτιά στα βαθιά, με όλες της τις απαιτήσεις.

Ο Καβουλάκος αναλαμβάνει αυτό το έργο και το κάνει πολύ καλά. Παρουσιάζοντας, μέσα από την ανάλυση της εξέλιξης της σκέψης και της εννοιολογίας του Λούκατς, τη ιστορική φιλοσοφική συζήτηση αναφορικά με τα ζητήματα της [λογικής] μορφής και του [ανορθολογικού] περιεχομένου, του υποκειμένου και του αντικειμένου, της συνείδησης και της πράξης, του παν-λογισμού ή του ακατάληπτου, εν τέλει, πράγματος καθεαυτό [όποιες ονομασίες κι αν δοθούν σε αυτό] διατρέχει, επαρκέστατα, την συζήτηση με σταθμούς τον Καντ, τον Φίχτε, τον Χέγκελ, μέχρι και τους νεοκαντιανούς Ρίκερτ και Λασκ. Κεντρικό ζητούμενο αυτής της συζήτησης δεν είναι παρά η πραγμάτευση του ζητήματος της ανορθολογικότητας του περιεχομένου, όσο κι αν οι λογικές μορφές εξελίσσονται προκειμένου να τιθασεύσουν αυτήν την ανορθολογικότητα.

Με απλά λόγια, το θέμα είναι αν μπορεί να συλληφθεί το όντως ον, η «πλήρης» πραγματικότητα, δεδομένου ότι τα άμεσα δοσμένα στην αντίληψή μας εμπειρικά πράγματα και γεγονότα επιδέχονται τόσο πολλούς προσδιορισμούς, που είναι αδύνατο να καταγραφούν όλοι επιτρέποντας την ολοκληρωτική σύλληψή τους. Από την καντιανή αναλυτική, που μας έδωσε μια εμβριθή ταξινόμηση των βασικών εννοιών και κατηγοριών, με τις οποίες επιχειρούμε να συλλάβουμε το πραγματικό, αλλά πάντοτε με κάποιο άγνωστο υπόλοιπο, στο μέτρο που το «πράγμα καθεαυτό», το πράγμα στο βάθος του πράγματος είναι αδύνατο να γίνει πλήρως γνώσιμο μέχρι την εγελιανή διαλεκτική που ισχυρίστηκε πως επέλυσε το πρόβλημα θεωρώντας το συγκεκριμένο ανορθολογικό περιεχόμενο της εμπειρίας ως περιπτωσιακό «γέννημα» του Λόγου, που μέσα από την αυτοεκτύλιξή του παράγει όλα τα επιμέρους, τα οποία βρίσκουν το «νόημά» τους μόνο μέσα στην ολότητα, η κεντρικότητα αυτού του ζητήματος είναι δεδομένη. Και διαχρονικά επίκαιρη, από την άποψη πως δεν μπορείς π.χ. ως κομμουνιστής ή αναρχικός αγωνιστής να μην αναρωτιέσαι διαρκώς για την συμβατότητα –και την πόση συμβατότητα- της «θεωρίας» σου με την όντως πραγματικότητα και, συνεπώς, με τη δυνατότητα μετασχηματισμού της.

Ο Καβουλάκος πειστικά αναιρεί την επικρατούσα άποψη πως ο Λούκατς, αναφορικά με το συγκεκριμένο ζήτημα –επομένως, και όλα τα υπόλοιπα- δεν είναι, τελικά παρά ένας ιδεαλιστής εγελιανής κοπής. Άποψη, που προβλήθηκε ήδη από την πρώτη εμφάνιση του «Ιστορία και Ταξική Συνείδηση» από τους ντετερμινιστές του μαρξισμού της εποχής, των οποίων η «επιστήμη» περιέγραφε έλεγαν απολύτως ικανοποιητικά την κατάσταση και την εξέλιξη του κόσμου, κορυφώθηκε στην κριτική του Αντόρνο και την αντιμετώπιση ως «ανθρωπιστή» του Λούκατς από τον Αλτουσέρ και επανήλθε μετά την επανάκαμψη του βιβλίου στη δεκαετία του ’60 και του ’70.

Ο Λούκατς, πραγματικά, στην προσπάθειά του, στα συμφραζόμενα της ήττας των επαναστάσεων των αρχών της δεκαετίας του ’20, να αναμετρηθεί με τα δυο κακά της μοίρας του μαρξισμού, δηλαδή, της αντίληψης περί νομοτελειακής έλευσης του σοσιαλισμού και της αντίπαλης, αλλά σύστοιχης, υπερ –βουλησιαρχικής, προσέφυγε στον Χέγκελ, η διαλεκτική μέθοδος του οποίου προσέφερε εργαλεία για μια κάποια διέξοδο. Ωστόσο, υπήρξε ιδιαίτερα κριτικός απέναντί του, αρνούμενος τόσο τη μυθοποιητική έννοια του παγκόσμιου πνεύματος όσο κι εκείνη της περίφημης εγελιανής «πανουργίας του Λόγου». Μ’ όλο τον αναμφισβήτητο ιστορικό χαρακτήρα του εγελιανού συστήματος, ο Λούκατς θεωρεί πως ο Χέγκελ, εντελώς αντίθετα με την δική του θεώρηση, υποβαθμίζει τη σημασία της ίδιας της ιστορίας, η οποία γίνεται μια απλή στιγμή του ολοκληρωμένου συστήματος. Για τον Χέγκελ, υποκείμενα της ιστορίας είναι τα, κατά φάσεις, πνεύματα των λαών, που, όμως, τελικά, δεν είναι παρά υποστασιοποιήσεις του «παγκόσμιου πνεύματος», τις συγκεκριμένες μορφές που κάθε φορά λαμβάνει το Απόλυτο. Ενώ η ίδια η ανθρώπινη πράξη είναι εντελώς ανεξάρτητη από το νόημα που τις αποδίδουν τα δρώντα υποκείμενα.

Γι’ αυτό και στο εγελιανό πλαίσιο είναι αναγκαία η προσφυγή στην έννοια της «πανουργίας του Λόγου», ενός Λόγου ο οποίος «χρησιμοποιεί» τα επιμέρους σχέδια δράσης των ατόμων και των ανθρώπινων ομάδων προκειμένου να υλοποιηθεί ο ίδιος εντός της ιστορίας […] Για τον Λούκατς, η «λύση» της πανουργίας του Λόγου δεν είναι κάτι περισσότερο από μια «εννοιακή μυθολογία», αφού η εγελιανή φιλοσοφία «είναι αναγκασμένη να πάει πέρα από την ιστορία και να εγκαθιδρύσει εκείθεν της ιστορίας εκείνο το βασίλειο του Λόγου που έχει φτάσει στον εαυτό του, από την σκοπιά του οποίου μπορεί να κατανοηθεί η ιστορία ως βαθμίδα» αυτής ακριβώς της επιστροφής του λόγου στον εαυτό του (σελ. 93).

Ο Λούκατς δεν είναι ιδεαλιστής, γι’ αυτό και αναζητάει στο Μαρξ την απάντηση στα ζητήματα που θέτει η ιστορία. Και είναι πεπεισμένος πως τη βρίσκει σε αυτόν. Από αυτήν την άποψη, η επαναφορά της «κατηγορίας» για ιδεαλισμό λόγω της γνωσιοθεωρητικής και οντολογικής πρόταξης της πράξης από μέρους του, που τον κάνει για κάποιους νέο-φιχτιανό, είναι εντελώς ανερμάτιστη. Η ιστορία είναι πράξη, η ιδεολογία («συνείδηση») είναι πρακτική, για να θυμηθούμε τον Αλτουσέρ, ο υλισμός είναι εμμονή στην πρακτική, με τα λόγια του Μαρξ, από τις περίφημες «Θέσεις για τον Φόιερμπαχ».

Ο Καβουλάκος, νομίζω, αίρει κάθε υπόνοια για τον ιδεαλισμό και τον «ανθρωπισμό» του Λούκατς. Και το κάνει δείχνοντας την προέλευση πολλών εννοιών του, που, ας πούμε, είναι βέβαιο πως μπορούν να αποδοθούν στους νεοκαντιανούς. Γενικότερα –κι αυτό είναι το πολύ ενδιαφέρον στο Λούκατς– έχουμε την αξιοποίηση ενός πολύ πλούσιου αποθέματος από την κλασική γερμανική φιλοσοφία, που επιτρέπει «διαβάσεις», τις οποίες άλλοι μαρξιστές αδυνατούν να διανοίξουν. Χαρακτηριστική είναι η πολύ παραγωγική έννοια της «μορφής αντικειμενικότητας» –κατεξοχήν νεοκαντιανή–, η οποία δεν αναφέρεται στο αντικείμενο, αλλά στον τρόπο με τον οποίο το αντικείμενο είναι, ιδέα κρίσιμης σημασίας για την κατανόηση του «Ιστορία και Ταξική Συνείδηση». Όπως σημειώνει ο Andrew Feenberg, στον πρόλογο του βιβλίου,

[σ]το νεοκαντιανό πλαίσιο υπάρχουν πολλαπλοί τέτοιοι τρόποι [να είναι ένα αντικείμενο]. Οι φυσικές επιστήμες έχουν αντικείμενα ενός ορισμένου τύπου, αρκετά διαφορετικού από τα αντικείμενα της καλλιτεχνικής παραγωγής κ.ο.κ. Υπάρχουν πολλοί τύποι αντικειμένων, καθένας από αυτούς αποτελεί μια συνεκτική διατομή στην άπειρη πολυπλοκότητα της εμπειρίας. [Ο] Λούκατς μας λέει ότι το εμπόρευμα αποτελεί το πρότυπο του συγκεκριμένου τρόπου του να είναι κάτι αντικείμενο, που χαρακτηρίζει όλα τα αντικείμενα στην αστική κοινωνία και διαμορφώνει την υποκειμενική αντίδραση σε αυτά τα αντικείμενα. Το γεγονός ότι επιστρατεύει το νεοκαντιανό όρο έχει σημασία (σελ. 19),

Ο Λούκατς αξιοποιεί τη νεοκαντιανή έννοια της «μορφής αντικειμενικότητας» στην ανάπτυξη της κεντρικής στο «Ιστορία και Ταξική Συνείδηση» σημασίας της πραγμοποίησης. Η πραγμοποίηση στον καπιταλισμό είναι ο τρόπος να είναι τα πράγματα στις ειδικές δικές του –γενική εμπορευματοποίηση και εκμετάλλευση- συνθήκες. Σημαίνει πως τα αντικείμενα της καπιταλιστικής κοινωνίας μοιάζουν με τα αντικείμενα των φυσικών επιστημών με όρους ποσοτικοποίησης και νομοτελειακότητας.

Ο καπιταλισμός δημιουργεί μια «δεύτερη φύση», φτιαγμένη από τα περιεχόμενα του κοινωνικού κόσμου, περιλαμβανομένων των ανθρώπινων όντων, στην οποία η τεχνολογία και οι νέες μορφές «ορθολογικότητας» παίζουν ένα ρόλο κλειδί. Έτσι γίνονται τα «πράγματα» στον καπιταλιστικό κόσμο κι έτσι είναι τα «πράγματα» όσο συνεχίζει αυτός ο κόσμος να υφίσταται. Αυτή είναι η μορφή αντικειμενικότητας που του αντιστοιχεί. Ο Χάιντεγκερ θα έχει αντίστοιχους προβληματισμούς, στο δικό του ιδιόλεκτο, το καθόλου αντικαπιταλιστικό. Ενώ και ο Βιτγκενστάιν, μαζί με τους δύο προηγούμενους, θα μοιραστεί, στο πλαίσιο αυτής της μορφής αντικειμενικότητας, το εγχείρημα ενός ριζικού αναπροσανατολισμού της σκέψης.

Το ερώτημα, για τον Λούκατς, είναι αν ο κόσμος αυτός είναι υπερβάσιμος ή αποτελεί την απόλυτη ΤΙΝΑ: με τους δικούς του όρους, αν το προλεταριάτο μπορεί, γινόμενο το κατεξοχήν υποκείμενο της ιστορίας, να οδηγήσει στο ριζικό μετασχηματισμό του κόσμου. Η απάντηση του μαρξιστή Λούκατς, ο οποίος ήδη είχε χρηματίσει λαϊκός επίτροπος στην επαναστατική κυβέρνηση της Ουγγαρίας το 1919, είναι καταφατική: το μαρξιστικό βασίλειο της ελευθερίας είναι ήδη εδώ, στην ταξική πάλη του προλεταριάτου, στο πραγματικό κίνημα, που καταργεί από τώρα την υπάρχουσα τάξη πραγμάτων, με τα λόγια του ίδιου του Μαρξ.

Ο Λούκατς θα αναμετρηθεί με όλα όσα απαιτούνται για την στήριξη αυτής της κατάφασης στην επανάσταση ως ριζικού «ρεαλισμού». Θα αναμετρηθεί, δηλαδή, με την κριτική των «οικονομικών» και του ρεφορμιστικού μαρξισμού, με την ανάδειξη της εμπορευματικής μορφής ως αρχέτυπου της καπιταλιστικής μορφής νεωτερικότητας, όπως και της υπολογιστικής ορθολογικότητας. Με την «τραγωδία της επαναστατικής πράξης», την ταξική συνείδηση, την «καταλογιζόμενη» ταξική συνείδηση, με την ταξική συνείδηση ως άλμα στο ριζικά νέο. Με την επαναστατική συγκυρία και το πρόβλημα της βίας, όπως και της ατομικής τρομοκρατίας. Με το κόμμα ως «πραγματική μορφή διαμεσολάβησης», τη διαλεκτική της εσωτερικής και εξωτερικής ζωής του, την πολιτική του και το εσωτερικό όριο της από-πραγμοποίησης.

Το βιβλίο του Καβουλάκου είναι ό,τι καλύτερο θα μπορούσε κάποιος να φανταστεί, νομίζω, για τη μάθηση αυτών των ζητημάτων. Και πείθει για τη μεγάλη σημασία τους, τη μεγάλη σημασία, δηλαδή, του Λούκατς για την επαναστατική πολιτική της εποχής μας.

                                                                      ***

Στην παρουσίαση του βιβλίου στην Θεσσαλονίκη, πριν λίγες μέρες, ο συγγραφέας, στη διάρκεια της συζήτησης, αναρωτήθηκε πώς είναι δυνατόν «αλτουσεριανοί» –όπως ο υπογραφόμενος ή ο Άρης Στυλιανού, που το παρουσίασε, μαζί με τον Κώστα Σταμάτη και τον Αλέξανδρο Κιουπκολή– να βρουν ενδιαφέρον σε ένα βιβλίο για τον Λούκατς. Είναι σωστό το ερώτημα – είναι πολύ δύσκολο αλτουσεριανός να διαβάσει Λούκατς. Το γεγονός πως κάποιοι το έκαναν δείχνει πόσο καλή είναι η δουλειά έκανε του Καβουλάκου. Πραγματικά εξαιρετικό έργο.