Mother!

Όντας εμπύρετος και απομονωμένος στο σπίτι, ο Ντάρεν Αρονόφσκι εμπνεύστηκε και ολοκλήρωσε το σενάριο της ύστερης δημιουργίας του μέσα σε πέντε ημέρες. Το Mother! , όπως τιτλοφορήθηκε αργότερα, έμελλε να γίνει το μήλο της έριδος για συζητήσεις επί συζητήσεων, αναλύσεων και συγκρούσεων μεταξύ των κριτικών κινηματογράφου και των σινεφίλ ανά την υφήλιο.

Γράφει ο Γιώργος Τσιρακίδης

Η πρεμιέρα του στο Φεστιβάλ κινηματογράφου της Βενετίας άφησε το κοινό μουδιασμένο και οι πρώτες κριτικές δείχνανε να έχουν τόση μεγάλη απόκλιση μεταξύ τους, θαρρείς και ο κάθε ένας θεωρητικός παρακολούθησε διαφορετικό φιλμ.

Η συζήτηση γύρω από το Mother! άνοιξε περισσότερο όταν, μετά την πρεμιέρα στις αμερικάνικες κινηματογραφικές αίθουσες, η πλειοψηφία του κοινού δήλωνε αηδιασμένο, κατηγορώντας τον Αρονόφσκι για καλλιτεχνική έπαρση και βαθμολογώντας την ταινία με “F” στο Cinemascore (γεγονός που για ανεξήγητους λόγους έχει μεγάλη σημασία στην πορεία μίας ταινίας στο αμερικάνικο box office).

Δικαίως η τελευταία ταινία του Αρονόφσκι συζητήθηκε όσο καμία προηγούμενη δημιουργία του. Γιατί, ακόμα και αν δεν είναι η καλύτερη ταινία του, βρίθει από συμβολισμούς και παρανοϊκές σκηνές «αναγκάζοντας» το θεατή να τη συλλογιστεί για ημέρες, να τη συζητήσει και να προβληματιστεί πάνω στα ζητήματα που φαίνεται να βασάνισαν τον Αρονόφσκι γράφοντας το σενάριο του Mother!.

 

Το σενάριο- για τους ελάχιστους που δεν το γνωρίζουν ήδη- περιστρέφεται γύρω από τη νεαρή σύζυγο ενός διάσημου συγγραφέα και ποιητή, η οποία προσπαθεί να ανακατασκευάσει το προσφάτως συθέμελα καμένο σπίτι του αγαπημένου της, καθώς αυτός αφοσιώνεται στην έμπνευση και τη συγγραφή του νέου έργου του. Η ήσυχη καθημερινότητά τους θα διαταραχτεί όταν ένας ξένος θα χτυπήσει την πόρτα τους ζητώντας καταφύγιο για μία νύχτα. Την επόμενη ημέρα, η γυναίκα του μυστηριώδη ξένου θα εισβάλλει στο σπίτι, σχεδόν απαιτώντας να φιλοξενηθεί και αυτή. Μέρα με τη μέρα όλο και περισσότεροι άγνωστοι θα εισέλθουν με τη βία στο σπίτι του ζευγαριού δείχνοντας να θεωρούν ότι τους ανήκει.

Δεν είναι δύσκολο να διακρίνει κανείς τους αλλεπάλληλους βιβλικούς συμβολισμούς που διέπουν το πρώτο μέρος του φιλμ. Ο ποιητής και η γυναίκα του αρχικά φιλοξενούν τον Αδάμ και την Εύα στο σπίτι τους, που ως άλλος κήπος της Εδέμ έχει μόνον έναν κανόνα: να μην εισέλθει κανείς στο δωμάτιο του ποιητή χωρίς τη συγκατάθεσή του. Τα δυο τους παιδιά, ως σύγχρονοι Άβελ και Κάιν, προσπαθούν να αλληλοεξοντωθούν, μέχρι που ένας εκ των δύο θα δολοφονήσει τον άλλον. Και κάπου σε αυτό το σημείο, ο Αρονόφσκι σταματά να αντλεί έμπνευση από τη Βίβλο και γεμίζει το δεύτερο μέρος της ταινίας με τα σύγχρονα δεινά της ανθρωπότητας. Μέσα στο σπίτι των πρωταγωνιστών, οι-πλέον-έντρομοι θεατές θα αντικρίσουν εικόνες πολέμου, θρησκευτικού φονταμενταλισμού, τρομοκρατίας, trafficking, βεβήλωσης της φύσης, φανατισμού κάθε είδους και αιματηρής βίας.

 Στο επίκεντρο όλων αυτών βρίσκονται οι δύο ήρωες, που προσπαθούν να αναζητήσουν καταφύγιο για να ξεφύγουν από το εφιαλτικό ντελίριο. Η γυναίκα ως μητέρα φύση, γενεσιουργός δύναμη ζωής και έμπνευσης, βλέπει το σπίτι της να παραβιάζεται, να καταπατείται και να καταστρέφεται. Το σπίτι είναι η καρδιά και η ψυχή της, το δημιούργημα της που με τόση φροντίδα έχτισε από την αρχή. Ακούει την καρδιά του να χτυπά συγχρόνως με τη δική της, καθώς με κάθε νέα κατασκευή του δίνει ζωή. Είναι αυτή - η μητέρα φύση - που έδωσε ζωή στο σπίτι και με τον ίδιο τρόπο μπορεί να το καταστρέψει όταν ο άνθρωπος το παραβιάσει πιστεύοντας ότι του ανήκει.

Και ο ποιητής στέκει εκεί, ανήμπορος να επιλέξει αν θα είναι θεός ή άνθρωπος. Οι άνθρωποι έχουν μαζευτεί στο σπίτι για αυτόν, περιμένουν το νέο έργο του για να αποκτήσει η ζωή  τους νόημα. Τον ακολουθούν σαν μεσσία, περιμένοντας το δημιούργημα του να εξιλεώσει τις ψυχές τους. Αυτός τους το παραχωρεί - στην πιο ακραία σκηνή της ταινίας - δικαιολογώντας τις πράξεις τους, λες και τις έχει ανάγκη. Χρειάζεται όλη τη σαθρότητα της ανθρώπινης ύπαρξης, για να δημιουργήσει, να δώσει ζωή- όπως αναφέρει ο ίδιος-μέσα από το θάνατο.

Θα μείνει ζωντανός, ανάμεσα στις στάχτες, όταν όλα θα έχουν πια τελειώσει, να ζητάει αγάπη για να συνεχίσει να δημιουργεί. Γιατί, αυτό που μένει ζωντανό όταν η φωτιά θα σβήσει, είναι αυτή η ανυπόστατη φλόγα της ανάγκης για δημιουργία, που περιμένει να γίνει πυρκαγιά. Μία παλλόμενη καρδιά στα χέρια του ποιητή.

Ακόμα και αν το Mother! παρουσιάζει κινηματογραφικές αδυναμίες που είναι αδύνατο να μείνουν απαρατήρητες, ακόμα και αν δεν μπορεί να συγκριθεί με πρωτύτερα αριστουργήματα του Αρονόφσκι, δεν παύει να αποτελεί μία ιδιαίτερη κινηματογραφική εμπειρία και την διέγερση ενός προβληματισμού που αποτελεί για χρόνια πραγματικό πρόβλημα του μάταιου(;) τούτου κόσμου.

Προτείνεται, πριν επισκεφτείτε τις κινηματογραφικές αίθουσες, να αφήσετε τη λογική στο σπίτι.