«Μένουμε Ευρώπη»; Και η Μακεδονία; Του Χρήστου Λάσκου

Θέλω ευθύς εξαρχής να ξεκαθαρίσω πως, σε ό,τι αφορά τα της Συμφωνίας των Πρεσπών, συντάσσομαι με την τοποθέτηση της «Συνάντησης για μια αντικαπιταλιστική διεθνιστική Αριστερά». 

Η «φιλική» προς τη Συμφωνία στάση της «Συνάντησης» έχει ήδη δεχθεί επιθέσεις από το εσωτερικό της Αριστεράς, με βασικό επιχείρημα πως βασίζεται σε ένα γενικόλογο –ή και δήθεν- αντιεθνικισμό, ο οποίος αδυνατεί να συλλάβει τα πραγματικά επίδικα της συγκυρίας. 

Ο Αντώνης Νταβανέλος, επιπλέον, θα επικαλεστεί και την, προφανή κατά τη γνώμη του, καταλληλότητα της πάγιας αντιιμπεριαλιστικής «προκατάληψης» ως εργαλείου για την τοποθέτηση σε αντίστοιχα ζητήματα. Όπως έγραψε στο πρόσφατο φύλλο 426 της «Εργατικής Αριστεράς»,  «[η] εκ παραδόσεως καχυποψία της Αριστεράς –και κυρίως της άκρας Αριστεράς-απέναντι στις ιμπεριαλιστικές λύσεις περιείχε μια πολιτική «σοφία», που δεν είναι καθόλου φρόνιμο να υποβαθμιστεί στις συνθήκες που σήμερα διαμορφώνονται στον κόσμο». 

Θα πω πως η κριτική είναι εύλογη. Πραγματικά, βρισκόμαστε μπροστά σε σύνθετες εξελίξεις και η «ορθή» στάση δεν είναι δεδομένη. 

Ωστόσο, το επιχείρημα πως ο «γενικόλογος αντιεθνικισμός» εκ των πραγμάτων οδηγεί σε έμμεση σύμπλευση με την κυβέρνηση Τσίπρα και σε αποδοχή της κατεύθυνσης Τραμπ– Μέρκελ δύσκολα αντιπαρέρχεται την αντίστροφη «κατηγορία» πως ο ιδιοσυγκρασιακός αντιιμπεριαλισμός, εκ των πραγμάτων επίσης, οδηγεί σε έμμεση –και για πολλά τμήματα της Αριστεράς σε αμεσότατη- σύμπλευση με ό,τι επιθετικά αντιδραστικότατο υπάρχει στην ελληνική κοινωνία –και, ιδεολογικά και πρακτικά, κυριαρχεί με πολύ πλειοψηφικό τρόπο. 
Από την άλλη πλευρά, νομίζω, πως, αν είναι να παραπέμψουμε στη σοφία της αριστερής «καχυποψίας», τότε εύκολα μπορεί να στοιχειοθετηθεί πως ο διεθνισμός –έστω και ως αγαθιάρικος και γενικόλογος αντιεθνικισμός-  υπήρξε πάντοτε πολύ λιγότερο επικίνδυνος από λογής «αντιιμπεριαλισμούς». 

Θέλω να πω με αυτό πως το κίνημα της ανθρώπινης χειραφέτησης και η ανθρωπότητα συνολικά δεν έπαθε και πολλά από τον «αντιεθνικισμό», ανεξαρτήτως μορφής και βάθους. Από τους «πατριωτισμούς» κατασφάχτηκε ξανά και ξανά.
Αν είναι να κάνω λάθος, λοιπόν, θεωρώ περισσότερο ακίνδυνο το πρώτο, άκρως επικίνδυνο το δεύτερο. 
Ως Αριστερά, άλλωστε, θα έχουμε πολύ καιρό να τα συζητήσουμε ξανά και ξανά αυτά τα πράγματα. 
Δυστυχώς. Θα τα συζητάμε, αφού έχουμε καταφέρει να πράττουμε ελάχιστα. 
***
Θέλω, όμως, να κάνω κι ένα πρόσθετο σχόλιο που αφορά την κυβερνώσα, η οποία –και λόγω των επιθέσεων των μακεδονομάχων ενάντια σε στελέχη της- νιώθει να αναβαπτίζεται σε «καλά νερά». Μόνο που, για άλλη μια φορά, βαυκαλίζεται. Στην πραγματικότητα, οι συνολικές επιλογές της, δεν κάνουν άλλο από το να στρέφουν όλο και δεξιότερα τον πολιτικό και ιδεολογικό άξονα. Η Δεξιά γίνεται ακροδεξιά, η ΣΔ δεξιά, η κυβερνώσα Αριστερά γίνεται «σοσιαλδημοκρατία», κεντροαριστερή «πρωτοπορία», ήτοι μπλερισμός. 

Δείτε πώς το θέτει ένας –υπεράνω υποψίας πια για αριστερισμό- σχολιαστής, ο Νικόλας Σεβαστάκης (Βήμα, 20 Ιανουαρίου 2019): «Η χώρα φαίνεται πως έχει την τιμή να αποκτά ακόμα ένα μέτωπο της Λογικής. Ο Αλέξης Τσίπρας εμφανίζεται πλέον ως φυσιογνωμία του αντιλαϊκισμού, της σύνεσης, της μειλίχιας και μετριοπαθούς προσέγγισης. Σε λίγο μάλιστα όσα γράφουμε ορισμένοι για τη φιλελεύθερη δημοκρατία θα έχουν περίοπτη θέση στους λόγους του Πρωθυπουργού. Ηδη μάλιστα ακούστηκε και η λέξη «άκρα» από τα χείλη του και βρισκόμαστε ένα βήμα πριν από την πανηγυρική εγκαινίαση μιας νέας δημοκρατικής παράταξης όπου η ελληνική «ριζοσπαστική Αριστερά» θα είναι σαν τους radicaux de Gauche (ριζοσπάστες της Αριστεράς) της Γαλλίας που η ονομασία τους είναι ένα ιστορικό κατάλοιπο […] Έχουμε, λοιπόν, την προσπάθεια της κυβερνητικής πλειοψηφίας για κωμική αντιγραφή ενός «Μένουμε Ευρώπη»». 
Μην πείτε και τι σημασία έχει τι γράφει ένας της «φιλελεύθερης δημοκρατίας» και πόση βάση μπορείς να δώσεις στο σχόλιό του. Ο Σεβαστάκης έχει δίκιο. Η ματιά του, μάλιστα, ίσως βοηθιέται από το γεγονός πως νιώθει πως ο Τσίπρας κάνει εργαλειακή χρήση του «φιλελευθερισμού», του «εκσυγχρονισμού», της «μετριοπάθειας», της «Λογικής». Πως δεν «δικαιούται», δηλαδή, αυτός ο εθνικολαϊκιστής να κάνει όσα κάνει και να λέει όσα λέει. Έχουμε έως και θυμό εδώ. Ωστόσο, είναι γνωστό πως τα πάθη της ψυχής κάποιες φορές είναι καλύτερος δρόμος προς την αλήθεια από τον συνήθη ορθολογισμό. 

Ο Σεβαστάκης έχει δίκιο σε όσα επισημαίνει για τον Τσίπρα. Η προσπάθεια του τελευταίου να ηγηθεί της (αληθινά) πατριωτικής κεντροαριστεράς, της ευρύτατης «προοδευτικής» παράταξης είναι δεδηλωμένη. Αυτό σημαίνει «μετριοπάθεια», «Λογική» και «μενουμευρωπαϊμό».  Και όχι επικοινωνιακά, όχι ως «κόλπο» ή «κωμωδία», όπως νομίζει ο Σεβαστάκης –και εδώ αστοχεί. Γνήσια τα υιοθετεί όλα αυτά ο πρωθυπουργός. Τα πιστεύει. Αν, λοιπόν, υπάρχει και κωμωδία σε όλα αυτά είναι εγγενής στο θέμα, εμμενής πραγματικότητα επι του προκειμένου. 
Ο «μενουμευρωπαϊσμός» είναι κωμικός από μόνος του. Δεν χρειάζεται να επικαλεστούμε κάποια ειδικά κωμική χρήση του από τον Τσίπρα. Ο «μενουμευρωπαϊσμός», ωστόσο, ως η κατεξοχήν ιδεολογική σταθερά της κυβέρνησης, είναι που μαζεύει γύρω της τον ευρύτατο σημιτισμό –και μόνον αυτόν. 

Γι’ αυτό και είναι πραγματικά πολύ αστείο η «Εποχή» να αναρωτιέται ή να ανησυχεί περί του κινδύνου «σοσιαλδημοκρατικοποίησης» του ΣΥΡΙΖΑ. Αλλά γι’ αυτά θα επανέλθω στα επόμενα.