Μαρκ Τουέην: Η τέχνη του να είναι κανείς γοητευτικά πικρόχολος

Ένα πρόσωπο που σημάδεψε την ιστορία, σε μια επέτειο που σημάδεψε το ίδιο.

Κάθε εβδομάδα, με αφορμή μια επέτειο, στην στήλη «Οι καλοί και οι κακοί» παρουσιάζουμε μια προσωπογραφία ενός ανθρώπου που με την παρουσία του επέδρασε στην εποχή του και βοήθησε την ιστορία να κινηθεί προς τα εδώ ή προς τα εκεί.

Γράφει ο Γιάννης Ανδρουλιδάκης

«Κύριε διευθυντή. Διάβασα το ρεπορτάζ της εφημερίδας σας για τον θάνατό μου. Αν και καλογραμμένο, το βρήκα κάπως υπερβολικό». Γραμμένη (ή κατά άλλους απλά ειπωμένη) το 1897, η φράση αυτή έχει περάσει στη σφαίρα του θρύλου. Όπως και πολλές ακόμα από τις φράσεις που εκστόμισε ή έγραψε ο εμπνευστής της, πιθανότατα ο πιο σπουδαίος καταγεγραμμένος παραγωγός αφορισμών και ειρωνείας στην ιστορία της ανθρωπότητας, μετατράπηκε με τον καιρό σε κάτι σαν παροιμία, την οποία οι περισσότεροι γνωρίζουν άλλα πολλοί αγνοούν από πού προέρχεται.

Το 1897 ο Μαρκ Τουέην έχει γεμίσει χρέη. Η παραμονή του στις ΗΠΑ ελλοχεύει τον κίνδυνο της φυλάκισης. Πηγαίνει στο Λονδίνο όπου δίνει μια σειρά διαλέξεων με το αζημίωτο και συνεργάζεται με τον βρετανικό Τύπο, εκμεταλλευόμενος το όνομά του, προσδοκώντας να βγάλει αρκετά χρήματα που θα του επιτρέψουν να ξεχρεώσει και να επιστρέψει στην Αμερική. Εκεί αρρωσταίνει ή κυκλοφορεί μια φήμη ότι αρρωσταίνει. Η φήμη διασχίζει τον ωκεανό, αλλά καθώς η εποχή δεν διαθέτει πολύ ασφαλή μέσα διακίνησης της πληροφορίας, φτάνει στην άλλη άκρη του Ατλαντικού ως είδηση του θανάτου του Μαρκ Τουέην. Η εφημερίδα New York Journal τη δημοσιεύει, συνοδευόμενη από την ανάλογη νεκρολογία και κάποιες επινοημένες περιγραφές. Μάστορας του σαρκασμού ο Τουέην, δεν αφήνει την ευκαιρία να πάει χαμένη. Θα διακόψει για λίγο τη συγγραφή του βιβλίου Ένας Γιάνκης στην αυλή του βασιλιά Αρθούρου, που του εμπνέει η ζωή του στην Αγγλία και θα στείλει την επιστολή. Έπειτα θα συνεχίζει τη ζωή του κανονικά, για ακόμα 13 χρόνια, εξακολουθώντας να εκτοξεύει μέχρι τέλους τους λίβελλούς του ενάντια στον πόλεμο, τον πατριωτισμό, τον πολιτικό αυταρχισμό, τη θρησκεία και επίσης, τη βλακεία, στην οποία έχει κηρύξει έναν ανειρήνευτο πόλεμο από την αρχή μέχρι το τέλος της ζωής του.

Ο Τουέην γεννήθηκε στην πολιτεία του Μιζούρι, ένα από τα κάστρα του ρατσιστικού αμερικανικού Νότου, στις 30 Νοεμβρίου 1835. Τότε, και για πολύ καιρό ακόμα, τον έλεγαν Σάμουελ Λόνγκχαρτ Κλέμενς, όπως ήταν το πραγματικό του όνομα, μέχρι να υιοθετήσει το Μαρκ Τουέην ως καλλιτεχνικό ψευδώνυμο. Η οικογένειά του αντιμετώπιζε σοβαρά οικονομικά προβλήματα. Όταν είναι 12 ετών, ο πατέρας του πεθαίνει και ο Τουέην εγκαταλείπει το σχολείο αναγκασμένος να δουλέψει. Αυτή η πρόωρη παραίτηση από το σχολείο δεν τον ενόχλησε ποτέ ιδιαίτερα. Κάποτε, σε μια άλλη φημισμένη φράση του, έγραψε: «Δεν έκανα ποτέ το λάθος να μπερδέψω τη σχολική μου εκπαίδευση με τη μόρφωσή μου». Εργάζεται ήδη από μικρός ως δημοσιογράφος και εξασφαλίζει μια πρώτη καλή φήμη για την οξεία γραφή του. Δουλεύει επίσης και ως οδηγός ποταμόπλοιων. Όταν ξεσπά ο Αμερικανικός Εμφύλιος, το 1861, ο Τουέην είναι 25 χρονών και καλείται να πολεμήσει στο πλευρό των ρατσιστικών πολιτειών του Νότου. Δεν έχει καμία τέτοια διάθεση. Το σκάει για τη Δύση όπου συνεχίζει τη δουλειά του ως δημοσιογράφος και γραφιάς.

Το 1863 θα υιοθετήσει για πρώτη φορά το ψευδώνυμο Μαρκ Τουέην, σε ένα κείμενό του το οποίο περιγράφει τη ζωή στον Μισισιπή. Το ψευδώνυμο άλλωστε προέρχεται από την περίοδο που ο Τουέην ήταν οδηγός ποταμόπλοιου στον Μισισιπή, μια ιστορία που δεν είναι ιδιαίτερα γνωστή. «Μαρκ Τουέην» είναι μια γραπτή απόδοση της κραυγής «σημείωσε δύο βάθη», που ήταν χαρακτηριστική στους βυθομέτρες του Μισισιπή που ενημέρωναν τον πιλότο του ποταμόπλοιου ότι το σημείο εκείνο του ποταμού έχει αρκετό βάθος για να τον διασχίσει το πλοίο, καθώς η αρδευτική πηγή του αμερικανικού νότου είναι διάσημη για το γεγονός ότι σε κάποια σημεία της είναι τρομακτικά βαθιά και σε άλλα εκπληκτικά ρηχή.

Ως δημοσιογράφος ο Τουέην διακρίνεται πολύ γρήγορα για το χιούμορ του, αλλά κυρίως για την μανία με την οποία επιτίθεται στα στερεότυπα και τον παραπειστικό κοινό τόπο. Ιδέες που θεωρούνται εντελώς εκτός κριτικής στην εποχή του, γίνονται αντικείμενο αποδόμησης και απόλυτης περιφρόνησης από την πένα του. Είχε και για αυτό μια φράση: «Όποτε βρίσκεις τον εαυτό σου με το μέρος της πλειοψηφίας, κάνε ένα διάλειμμα και ξανασκέψου το», έγραψε.

Το 1864 θα δημοσιεύσει το χιουμοριστικό διήγημα Ο διάσημος χοροπηδηκτός βάτραχος της κομητείας του Καλαβέρας, που θα σημειώσει επιτυχία και θα του εξασφαλίσει μια πρώτη λογοτεχνική φήμη, πλάι στη δημοσιογραφική. Θα ταξιδεύει ακατάπαυστα και θα γοητευθεί πάρα πολύ από την επιστήμη και τις εφευρέσεις της εποχής του. Θα αποκτήσει μάλιστα και φιλική σχέση με τον Νίκολα Τέσλα. Πολλές από τις ταξιδιωτικές εμπειρίες του θα τις καταγράψει σε βιβλία και διηγήματα, τα οποία συνεχίζει να κυκλοφορεί με επιτυχία. Θα αποκτήσει όμως πραγματική λογοτεχνική αναγνώριση το 1876, σε ηλικία 41 ετών, όταν θα δημοσιεύσει τις διάσημες Περιπέτειες του Τομ Σόγερ, ένα μάλλον εφηβικό ανάγνωσμα, που περιγράφει τη ζωή στο Μισισιπή και την προσπάθεια μιας παρέας νεαρών παιδιών να γνωρίσουν μόνα τους τον κόσμο. Το βιβλίο αυτό θα αποκτήσει ένα μικρότερο, αλλά ακόμα πιο διάσημο αδερφάκι, οκτώ χρόνια αργότερα, το 1884, τις Περιπέτειες του Χάκλμπερι Φιν. Ο Χακ Φιν εμφανίζεται ήδη ως φίλος του Τομ Σόγερ στο προηγούμενο βιβλίο, αλλά σε αυτό μετατρέπεται σε πρωταγωνιστή, καθώς δραπετεύει από το σπίτι του, μαζί με τον μαύρο φίλο του Τζιμ, που το σκάει για να μην πουληθεί ως σκλάβος. Οι δύο έφηβοι προσπαθούν να επιβιώσουν μόνοι τους σε έναν κόσμο απάτης και χτίζουν μια αδερφική φιλία.

Το έργο αυτό, που από πολλούς χαρακτηρίστηκε ως η πραγματική βάση της αμερικανικής λογοτεχνίας, στην οποία συναντάμε πάρα πολλά λογοτεχνικά έργα «δρόμου», συνοδεύεται από μια απίστευτη διπλή ιστορία λογοκρισίας. Όταν κυκλοφόρησε, ξεσήκωσε αντιδράσεις μεταξύ των λευκών του Νότου, γιατί αποτελούσε «κακό παράδειγμα», καθώς παρουσίαζε δύο παιδιά «δραπέτες», περιγράφει την αδερφική φιλία ενός λευκού με έναν μαύρο, που δεν ήταν καθόλου αποδεκτή στον αμερικανικό Νότο και, τέλος, είναι γραμμένο σε λαϊκή γλώσσα, η οποία χαρακτηρίζεται «χυδαία». Έτσι αρκετές συντηρητικές ενώσεις πέτυχαν να απαγορευτεί η πώληση του βιβλίου κατά καιρούς και κυρίως να εκδιωχθεί από τις σχολικές βιβλιοθήκες. 120 χρόνια μετά, το έργο δέχθηκε νέα λογοκριτική επίθεση, αυτή τη φορά από έξαλλους οπαδούς της λεγόμενης πολιτικής ορθότητας, οι οποίοι σε ένα βιβλίο που το 1884 περιγράφει την αδερφοσύνη ενός λευκού με έναν μαύρο στον αμερικανικό Νότο, ενοχλήθηκαν από τη χρήση της λέξης «negro» στο βιβλίο. Απαίτησαν έτσι την εξαφάνισή του από τις βιβλιοθήκες ή την αντικατάσταση της λέξης «negro» -που ήταν κοινότατη την εποχή εκείνη- με τη λέξη σκλάβος. Το αίτημά τους έγινε καταρχήν δεκτό και προκάλεσε την αντίδραση της Ένωσης Αμερικανικών Βιβλιοθηκών που έκανε λόγο για λογοκριτικό όχλο της πολιτικής ορθότητας.

Ο Τουέην θα γράψει πάρα πολλά πολιτικά δοκίμια και δοκίμια κοινωνικής κριτικής. Στο Τυράννων Μονόλογοι θα σχολιάσει με επιθετικότητα τον πολιτικό αυταρχισμό, μιλώντας για τη δολοφονική αποικιοκρατική πολιτική του Λεοπόλοδου του Β’, βασιλιά του Βελγίου, και τις πρακτικές του Τσάρου Νικόλαου στη Ρωσία. Θα βρίσκεται σταθερά απέναντι σε κάθε πολιτική συγκέντρωσης εξουσίας και θα πει: «Δώσε σε έναν άνθρωπο ένα σφυρί και θα αρχίσει αμέσως να βλέπει όλους τους υπόλοιπους ανθρώπους σαν πρόκες».

Αν και θα ξεκινήσει από ρεπουμπλικανικές πατριωτικές θέσεις, θα αλλάξει εντελώς οπτική και θα αντιταχθεί σφοδρά σε κάθε μορφή πατριωτισμού. Θα γράψει ότι «πατριώτης είναι ένας άνθρωπος που μπορεί να φωνάζει δυνατότερα από οποιονδήποτε άλλον για ένα θέμα για το οποίο δεν έχει ιδέα τι είναι». Στο σαρκαστικό του δοκίμιο Το πιο χαμερπές ζώο, μια βαθιά ειρωνεία για το ανθρώπινο είδος, θα προσθέσει: «Ο άνθρωπος είναι το μοναδικό ζώο που είναι ''Πατριώτης''. Διαχωρίζει τον εαυτό του μέσα στη δική του χώρα, με τη δική του σημαία, χλευάζει τα υπόλοιπα έθνη και διατηρεί ένα πολυδάπανο πλήθος ένστολων δολοφόνων για να αρπάξει κομμάτια από τις χώρες των υπόλοιπων ανθρώπων ή να τους εμποδίσει να αρπάξουν κομμάτια από τη δική του.

Στο μεσοδιάστημα ανάμεσα στις εκστρατείες πλένει τα χέρια του από το αίμα και εργάζεται για την ''οικουμενική αδερφοσύνη των ανθρώπων'' -με το στόμα».

Την ίδια περίοδο θα τεθεί επικεφαλής της Αμερικανικής Αντι-ιμπεριαλιστικής Ένωσης και θα αντιταχθεί ευθέως στον Αμερικανο-ισπανικό πόλεμο, συνεχίζοντας μια πλούσια αντιπατριωτική και αντιπολεμική παράδοση Αμερικανών λογοτεχνών που ξεκινά από τον αναρχικό Χένρι Ντέιβιντ Θορώ, εμπνευστή της θεωρίας της πολιτικής ανυπακοής.

Αυστηρή κριτική θα ασκήσει και στη θρησκεία. «Η βεβαιότητα ότι οι άλλες θρησκείες βασίζονται σε ψέματα με κάνει να αναρωτιέμαι μήπως το ίδιο ακριβώς ισχύει για τη δική μας», θα γράψει. Το 1905 θα ξεκινήσει μια σειρά κειμένων με τον τίτλο «Περί θρησκείας», στην οποία θα προβεί στην αποδόμηση των χριστιανικών ισχυρισμών και των κειμένων της Βίβλου (στα ελληνικά κυκλοφορεί στη συλλογή Μικρή Βίβλος του ελευθεριακού αθεϊσμού, εκδ. Καινά Δαιμόνια). Θα κάνει μάλιστα την πρόθεσή του εμφανή από τις πρώτες φράσεις, γράφοντας:

«Η Βίβλος μας μάς αποκαλύπτει τον χαρακτήρα του Θεού μας με την παραμικρή και ακριβή λεπτομέρεια. Το πορτρέτο είναι ουσιαστικά αυτό ενός ανθρώπου- αν κάποιος μπορεί να φανταστεί έναν άνθρωπο που εκκινείται από κακές παρορμήσεις πέρα από τα ανθρώπινα όρια. Ένας χαρακτήρας με τον οποίο κανείς ίσως δεν θα ήθελε να κάνει παρέα τώρα που ο Νέρωνας και ο Καλιγούλας έχουν πεθάνει. Στην Παλαιά Διαθήκη οι πράξεις Του αποκαλύπτουν διαρκώς την εκδικητική, άδικη, μίζερη, άσπλαχνη φύση του. Πάντα τιμωρεί –τιμωρεί ασήμαντα σφάλματα με πολλαπλάσια σφοδρότητα. Τιμωρεί αθώα παιδιά για τα σφάλματα των γονιών τους, τιμωρεί αθώους πληθυσμούς για τα σφάλματα των ηγετών τους, εκδικείται ακόμα και με αίμα άκακα μοσχάρια και πρόβατα και αρνιά και ταύρους για ασήμαντες καταπατήσεις που διέπραξαν οι ιδιοκτήτες τους. Είναι ίσως η πιο ενοχοποιητική βιογραφία που έχει τυπωθεί ποτέ σε χαρτί και κάνει τον Νέρωνα να φαντάζει φωτεινός άγγελος και να προηγείται στην σύγκριση. Ξεκινά με μια ασυγχώρητη προδοσία και αυτή είναι η κεντρική ιδέα όλης της βιογραφίας. Αυτή η ιδέα θα πρέπει να επινοήθηκε σε κάποιο φυτώριο πειρατών, είναι τόσο μοχθηρή και παιδαριώδης. Για τον Αδάμ είναι απαγορευμένος ο καρπός από ένα συγκεκριμένο δέντρο- και έχει πληροφορηθεί με αυστηρό τρόπο ότι αν παρακούσει, θα πεθάνει. Με ποιόν τρόπο αυτό θα έπρεπε να εντυπωσιάσει τον Αδάμ; Ο Αδάμ ήταν απλά ένας άνθρωπος με ανάστημα. Σε γνώση και εμπειρία δεν διέθετε τίποτα παραπάνω από ό,τι ένα νήπιο δύο ετών. Δεν μπορούσε να ξέρει τι σήμαινε η λέξη θάνατος. Δεν είχε δει ποτέ κάτι νεκρό. Δεν είχε ακούσει ποτέ για κάτι νεκρό. Η λέξη δεν σήμαινε τίποτα για εκείνον. Αν το παιδί Αδάμ το είχαν προειδοποιήσει ότι αν έτρωγε τα μήλα θα είχε μεταμορφωθεί στον μεσημβρινό των γεωγραφικών συντεταγμένων, αυτή η απειλή θα ήταν αντίστοιχη της άλλης, αφού καμία από τις δύο δε σήμαινε κάτι για εκείνον».

Ο Τουέην δεν αποσύρθηκε ποτέ όσο ζούσε. Όταν η γυναίκα του Ολίβια ασθένησε βαριά, την πήρε και πήγαν να ζήσουν στη Φλωρεντία, όπου αυτή πέθανε το 1904. Ο Τουέην γύρισε τότε στη Νέα Υόρκη, όπου παρά τη διασημότητά του αντιμετώπισε προβλήματα εξαιτίας των αντιπατριωτικών θέσεών του. Έβγαλε και έχασε πολλά λεφτά σε όλη του τη ζωή και παρότι υπήρξε εξαιρετικά ριζοσπάστης στις απόψεις του διατήρησε στενές σχέσεις με μερικούς πολύ πλούσιους ανθρώπους της εποχής του -που δεν παρέλειπαν να τον ξελασπώνουν κατά καιρούς.

Πέθανε στις 21 Απριλίου 1910, λίγο πριν κλείσει τα 75 χρόνια του, αφήνοντας πίσω του ένα έργο που σήμερα θεωρείται κλασικό, αλλά και ένα αδιανόητο πλήθος σαρκαστικών φράσεων που είναι πλέον παροιμιώδεις. Ανάμεσά τους, μπορεί κανείς να σταχυολογήσει αυτή που λέει πως «υπάρχουν δύο τύποι ανθρώπων: αυτοί που κάνουν κάτι και εκείνοι που τους σχολιάζουν -οι δεύτεροι είναι και οι πιο πολυάριθμοι», εκείνη που λέει ότι «είναι ωραίο να κάνεις το σωστό: ικανοποιείς λίγους ανθρώπους και αιφνιδιάζεις όλους τους υπόλοιπους», καθώς και τη συμβουλή του ότι «είναι προτιμότερο να παραμένεις σιωπηλός δημιουργώντας την αίσθηση ότι είσαι εντελώς ηλίθιος, παρά να την επιβεβαιώνεις μιλώντας». Σωστή συμβουλή. Πάντα; Όχι. Γιατί όπως έγραψε και ο ίδιος ο Τουέην «κάθε γενίκευση είναι λανθασμένη, συμπεριλαμβανομένης αυτής που μόλις έκανα».

 Γενικά μιλώντας, δεν θα ξέραμε σήμερα πώς να είμαστε πικρόχολοι αν δεν είχε υπάρξει ο Μαρκ Τουέην.