Κώστας Βεργόπουλος. Εις μνήμην

Πέρασε σχεδόν ένας μήνας από τον θάνατο του Κώστα Βεργόπουλου. Τα λίγα που γράφτηκαν γι’ αυτόν είναι ενδεικτικά του χαμηλού επιπέδου της «προοδευτικής παράταξης» στη χώρα.

Γράφει ο Χρήστος Λάσκος

Γιατί ο Κώστας Βεργόπουλος υπήρξε –και δικαίως- από τους πιο σημαντικούς και επιδραστικούς δημόσιους διανοούμενους στην Ελλάδα. Και μόνο τα δυο του, από τα πρώτα βιβλία, να είχε συνεισφέρει θα ήταν αρκετό γι’ αυτήν την αποτίμηση της παρουσίας του.

Το αγροτικό ζήτημα στην Ελλάδα και το Εθνισμός και οικονομική ανάπτυξη είναι από τις σημαντικότερες μελέτες αποκρυπτογράφησης της ελληνικής κοινωνικής δομής και της ιστορίας της. Καταπληκτικά έργα, σε εξαιρετική γλώσσα και μοναδική αφήγηση. Ειδικότατα κείμενα «για όλο το λαό». Τα διάβασα όντας τινέιτζερ, τα κατάλαβα σε μεγάλο βαθμό και διατηρώ ακόμη ισχυρή την αίσθηση της απόλαυσης από την ανάγνωσή τους.

Ο Κώστας Βεργόπουλος ήταν θεωρητικά κεϊνσιανός. Και μάλιστα του τύπου Paul Krugman περισσότερο, παρά Steve Keen. Που σημαίνει πως βρίσκονταν πιο κοντά στους μετριοπαθείς νεοκεϊνσιανούς,  παρά στους περισσότερο ριζοσπάστες μετακεϊνσιανούς.

Από θεωρητική άποψη, λοιπόν, όσοι επιμένουμε σε μια μαρξιστική οπτική δεν έχουμε πολλά κοινά με τη δική του προσέγγιση. Μόνο από θεωρητική, όμως. Γιατί ο Βεργόπουλος, με την εμμονική του έγνοια για τα συμφέροντα των κατώτερων τάξεων, ήταν πολύ περισσότερο ριζοσπάστης πολιτικά από πολλούς, κατά δήλωσή τους, μαρξιστές.

Τα κυβερνητικά φύλλα –Αυγή, Εποχή- αμέσως μετά τον θάνατό του, αφιέρωσαν μερικές σελίδες στον ίδιο και το έργο του. Σα να λέμε, «ένας από εμάς κι ο ίδιος». Μετριοπαθής και νουνεχής, μάλιστα. Με κατανόηση των συσχετισμών και της ανάγκης συμβιβασμών. Με πλήρη αίσθηση της αναγκαιότητας η Αριστερά να είναι κυβερνώσα, αντί «να κραυγάζει από έξω από τον χορό» και «εκ του ασφαλούς».

Επειδή πράγματι ο Βεργόπουλος άφησε τέτοιες διατυπώσεις. Επειδή με αληθινή παρρησία πολέμησε μια στάση αιώνιας διαμαρτυρίας χωρίς επιδίωξη κατάλληλων αποτελεσμάτων εδώ και τώρα, αξίζει, νομίζω να παραθέσω μερικά αποσπάσματα από ένα από τα τελευταία του άρθρα –μήπως, το τελευταίο; Η αποτίμηση αυτού που γίνεται στην Ελλάδα, όπως προκύπτει από αυτές τις αντικειμενικά τελικές σκέψεις του είναι σίγουρα χρήσιμη. Να λοιπόν, τι έγραφε:

«Αποτελεί συνήθη επαγγελματική διαστροφή όλων των κυβερνήσεων να ευαγγελίζονται «καλύτερες μέρες» για τους πολίτες τους, ότι χάρη σε αυτές τα πράγματα αλλάζουν και δεν θα είναι πλέον όπως πριν.

Ποια κυβέρνηση δεν ισχυρίστηκε τα παρόμοια κατά τους δυο τελευταίους αιώνες κοινοβουλευτικού βίου όχι μόνον στη χώρα μας, αλλά και στο σύνολο των δημοκρατικών κοινωνιών του κόσμου; Ωστόσο, παρόλο που οι σελίδες γυρίζουν, οι επίσημες δηλώσεις χάνουν πολύ εύκολα την αξιοπιστία τους όταν έρχονται σε επαφή με τα βιώματα και τις εμπειρίες των απλών ανθρώπων του κόσμου της εργασίας.

Σήμερα στην Ελλάδα, η κυβέρνηση προαναγγέλλει «καλύτερες μέρες», ενώ περισσότερο από 80% των πολιτών φοβούνται ότι οι επερχόμενες θα είναι οπωσδήποτε «χειρότερες». Δεν πρόκειται για ζήτημα αισιοδοξίας των κυβερνώντων ούτε απαισιοδοξίας των κυβερνωμένων. Πρόκειται για την αντικειμενική τεκμηρίωση ή διάψευση του ενός ή του άλλου προαισθήματος.

Η χώρα μας, έπειτα από τον πρωτοφανή και μοναδικό στον κόσμο αντιπαραγωγικό εγκλωβισμό της στο σκοτεινό τούνελ της τελευταίας 7ετίας (2010-2017), βρίσκεται σήμερα βαρύτατα διαμελισμένη από την πλευρά του παραγωγικού δυναμικού της, ώστε να στερείται πειστικότητος κάθε επίσημη διαβεβαίωση για επερχόμενη «ρωμαλέα επανεκκίνηση», αλλά και το χρέος της, παρά τις ρυθμίσεις του 2012, συνεχίζει να επαυξάνεται, ώστε σήμερα να είναι ακόμη λιγότερο εξυπηρετήσιμο από ό,τι ήταν προ 7ετίας.

Στο τέλος της 7ετίας, η χώρα μας προβάλλει θύμα άγριου ακρωτηριασμού όχι μόνον επειδή έχει απολέσει 30% του εθνικού της εισοδήματος, πράγμα που υπονομεύει ακόμη περισσότερο την ικανότητα εξυπηρέτησης του χρέους της, όχι μόνον επειδή έχει παροπλίσει το 25% των εργαζομένων στην παραγωγή του εθνικού πλούτου, αλλά και επειδή όσοι παραμένουν ακόμη ενεργοί εργαζόμενοι βλέπουν τα ονομαστικά και τα πραγματικά εισοδήματα τους να συρρικνώνονται σε απελπιστικά τριτοκοσμικά επίπεδα[…]

Πόσο αξιόπιστη είναι η κυβέρνηση όταν διαβεβαιώνει ότι με τις υπερφορολογήσεις και με τις συνεχείς περικοπές εισοδημάτων και δημοσίων δαπανών επέρχεται η ανάκαμψη της οικονομίας; Ενόσω το πραγματικό διαθέσιμο εισόδημα των νοικοκυριών διατηρείται σε διαδικασία συνεχούς συρρίκνωσης, ουδεμία έννοια ανάκαμψης είναι δυνατόν να λαμβάνεται υπόψη στα σοβαρά […]

Κι ακόμη, πόσο σοβαρή μπορεί να θεωρείται η κυβερνητική διαβεβαίωση ότι η ανάπτυξη βρίσκεται «προ των πυλών», όταν η ίδια έχει δεσμευτεί για πρωτογενές πλεόνασμα 3,5% του ΑΕΠ κατά την επόμενη 5ετία, ενώ παράλληλα ο ρυθμός του ΑΕΠ προαναγγέλλεται το πολύ μέχρι 2%;

Στην πράξη, ο συνδυασμός των δύο αριθμών συνεπάγεται πραγματική περαιτέρω συρρίκνωση του ΑΕΠ, δηλαδή περαιτέρω κατολίσθηση του βιοτικού επιπέδου των εργαζομένων, των ανέργων και των συνταξιούχων και αυτό χωρίς από την άλλη πλευρά να προωθείται ούτε η αναγκαία «εξυγίανση» της οικονομίας ούτε η ικανότητά της να εξυπηρετεί τα χρέη της.

Υπ’ αυτές τις συνθήκες, ακόμη και αν υποτεθεί ότι χορηγείται στη χώρα μας γενναία διαγραφή του χρέους, αφού προηγουμένως αναγνωριστεί ότι αυτό δεν είναι εξυπηρετήσιμο, το μέγιστο και περισσότερο κατεπείγον πρόβλημα δεν θα έχει προωθηθεί ούτε κατ’ ελάχιστον, ενόσω διατηρείται η περιοριστική εισοδηματική πολιτική, αφού αυτή καθορίζει τον σημερινό βαθμό νεκροφάνειας της οικονομίας.

Σε παρόμοιες συνθήκες, πρόσθετες νέες επενδύσεις δεν προσέρχονται, αλλά και όσες υπήρχαν στη χώρα από πριν φροντίζουν να αποσύρονται. Κι ακόμη, ενόσω οι ελληνικές επιχειρήσεις μετατοπίζουν τις δραστηριότητές τους όλο και περισσότερο στο εξωτερικό, πόσο σώφρον θα ήταν για την κυβέρνηση να φαντάζεται ότι ξένες επιχειρήσεις θα σπεύσουν να αναπληρώσουν τα κενά που αφήνουν οι εγχώριες;

Η επέκταση και συντήρηση της κοινωνικής δυστυχίας και απελπισίας δεν βελτιώνει τη διεθνή ανταγωνιστικότητα της οικονομίας ούτε προοιωνίζεται προσέλκυση σοβαρών νέων επενδύσεων, αλλά αντίθετα, στην καλύτερη περίπτωση, καθηλώνει τη χώρα σε συνθήκες απλού γεωπολιτικού και διαμετακομιστικού σταθμού.

Εάν πράγματι πολλά πρέπει να αλλάξουν σε αυτό τον τόπο, αυτό δεν πρόκειται να συμβεί ούτε με ωραίες φράσεις, ούτε με κυβερνητικές φαντασιώσεις εκ των άνω, αλλά κατά κύριο λόγο με την άμεση προσήλωση στη βελτίωση της καθημερινότητας των καταπτοημένων πολιτών. Η αγνόηση της κοινωνικής δυστυχίας δεν αποτέλεσε ποτέ τον σωστό οδηγό για την επιτυχία οποιασδήποτε αλλαγής».

Κρατήστε την προτροπή. Η μόνη λύση –για ποιους;- είναι η άμεση απόρριψη της περιοριστικής εισοδηματικής πολιτικής,  η αύξηση των μισθών και των εισοδημάτων των χαμηλότερων κοινωνικών τάξεων. Άλλη «αναπτυξιακή» πρόταση δεν υπάρχει.

Συμφωνώ απολύτως!

Ενώ η «κυβερνώσα», που τόσο υπολήπτεται τους σοβαρούς, νουνεχείς και, γιατί όχι, κεϊνσιανούς, το μόνο που ψελλίζει είναι πως «αν κάναμε αλλιώς, από ό,τι κάνουμε, θα καταστρεφόταν η χώρα».

Είναι προφανές πως δεν είναι μόνο οι «αριστεριστές» που αρνούνται αυτήν την αφήγηση. Ας το κατανοήσουμε καλά –και «εις μνήμην».