Κοινοτισμός και η Θηλυκοποίηση της Πολιτικής

Ένας διαφορετικός τρόπος δράσης

Πέρα από την μετατροπή των τοπικών θεσμών σε μηχανισμούς αυτοδιακυβέρνησης, ο κοινοτισμός διαθέτει επίσης την δυνατότητα να θηλυκοποιήσει την πολιτική με τρόπο που η δράση σε εθνικό επίπεδο δεν είναι σε θέση να το πράξει.

Της Laura Roth & της Kate Shea Baird

Μετάφραση: Βαρβάρα Κυριλλίδου

Ο κοινοτισμός προκαλεί όλο και μεγαλύτερο ενδιαφέρον σε όλο τον κόσμο ως στρατηγική αμφισβήτησης της νεοφιλελεύθερης πολιτικής και οικονομικής τάξης απαντώντας στο αίτημα για περισσότερη δημοκρατία. Οι πλατφόρμες των πολιτών που διοικούν κατά κύριο λόγο τις μεγαλύτερες πόλεις της Ισπανίας, αλλά και παραδείγματα όπως η Ciudad Futura στην Αργεντινή, οι “Indie Towns” στο Ηνωμένο Βασίλειο και η δημοκρατική συνομοσπονδία στο Κουρδιστάν, με όλα τα όποια λάθη και τα όρια που έχουν, μας επέτρεψαν να έχουμε μια εικόνα της μετασχηματιστικής δυναμικής που διαθέτει η τοπική δράση. Στην πρόσφατη διεθνή σύνοδο αναφορικά με τις κοινότητες, τη “Fearless Cities”, που έλαβε χώρα στη Βαρκελώνη, εκπροσωπούνταν πάνω από 100 κοινοτικές πλατφόρμες από κάθε ήπειρο και αυτό μαρτυρά την εξάπλωση του παγκόσμιου αυτού κινήματος.

Ο κοινοτισμός, όπως εμείς τον κατανοούμε, καθορίζεται από ένα σύνολο αλληλοσχετιζόμενων χαρακτηριστικών. Πρώτον, από τη δημιουργία μιας ξεχωριστής πολιτικής οργάνωσης η οποία αντικατοπτρίζει την ποικιλομορφία του τοπικού πολιτικού τοπίου και απαντά σε τοπικά ζητήματα και καταστάσεις. Δεύτερον, από ανοιχτές και συμμετοχικές διαδικασίες λήψης αποφάσεων οι οποίες αξιοποιούν την συλλογική νοημοσύνη της κοινότητας. Τρίτον, από μια οργανωτική δομή, η οποία είναι σχετικά οριζόντια (για παράδειγμα βασίζεται στις συνελεύσεις γειτονιάς) και καθοδηγεί το έργο εκλεγμένων αντιπροσώπων. Τέταρτον, από μια δημιουργική ένταση μεταξύ όσων βρίσκονται εντός και εκτός της κοινότητας: ο κοινοτισμός κατανοεί πως η ικανότητα για θεσμική δράση εξαρτάται από τα ισχυρά οργανωμένα κινήματα στους δρόμους, τα οποία πιέζουν τους/τις εκλεγμένους/ες επικεφαλείς. Για αυτούς τους λόγους, το κίνημα του κοινοτισμού επιδοκιμάζει τις πιέσεις που ασκούνται από τα έξω στους θεσμούς και επιδιώκει την διάνοιξη πραγματικά δημοκρατικών μηχανισμών λήψης αποφάσεων εντός τους.

Τέλος, ο κοινοτισμός δεν θέλει οι τοπικοί θεσμοί να αποτελούν απλά το κατώτατο σκαλοπάτι της κυβέρνησης, αλλά επιδιώκει έναν ρόλο που θα πηγαίνει πέρα από αυτό – θέλει να γίνουν μηχανισμοί αυτοδιακυβέρνησης. Εφόσον γίνεται κατανοητός με αυτόν τον τρόπο, ο κοινοτισμός, δεν αφορά απλά τις μεγαλουπόλεις. Το κίνημα αυτό μπορεί να παίξει αλλά και παίζει σημαντικό ρόλο τόσο στις μικρές πόλεις όσο και στις συνοικίες, στις γειτονιές και στις αγροτικές περιοχές. 

Θεωρούμε την στρατηγική του κοινοτισμού μια δυναμική στρατηγική για πολλούς λόγους. Γιατί μέσα από μικρές νίκες μπορεί να δείξει ότι υπάρχουν εναλλακτικές στο status quo. Γιατί πολλές από τις αρνητικές συνέπειες του νεοφιλελευθερισμού γίνονται ακόμη πιο αισθητές σε τοπικό επίπεδο, ειδικά στις πόλεις, για παράδειγμα μέσα από την κερδοσκοπία που σχετίζεται με τη στέγαση, την ιδιωτικοποίηση των κοινών και την πολιτική διαφθορά. Αλλά και γιατί οι τοπικοί θεσμοί, όντας η πιο προσιτή κυβερνητική βαθμίδα στο λαό, προσφέρουν τη μέγιστη ευκαιρία για το χτίσιμο μιας συμμετοχικής δημοκρατίας που πάει πέρα από το να ψηφίζει κανείς κάθε τέσσερα χρόνια. Υπάρχει όμως και ένα άλλο, διαφορετικό και συμπληρωματικό επιχείρημα για τον κοινοτισμό: έχει την δυνατότητα να θηλυκοποιήσει την πολιτική με έναν τέτοιο τρόπο που οι πολιτικές δράσεις σε εθνικό ή διεθνές επίπεδο δεν μπορούν να το πράξουν.

Η Δυνατότητα Μετασχηματισμού των Τρόπων Δράσης

Έχουμε υποστηρίξει και σε προηγούμενα άρθρα μας ότι η θηλυκοποίηση της πολιτικής, πέρα από το ενδιαφέρον για την αύξηση της παρουσίας των γυναικών στους χώρους λήψης των αποφάσεων και για την υλοποίηση δημόσιων πολιτικών με σκοπό την προώθηση της ισότητας των φύλων, αφορά την αλλαγή του τρόπου με τον οποίο κάνουμε πολιτική. Αυτή η τρίτη διάσταση της θηλυκοποίησης στοχεύει στο να συντρίψει τα πρότυπα αρρενωπότητας που ανταμείβουν συμπεριφορές όπως ο ανταγωνισμός, η επιτακτικότητα, η ιεραρχία και ομοιογένεια, οι οποίες είναι λιγότερο κοινές –ή ελκυστικές– στις γυναίκες. Αντί αυτού, μια θηλυκοποιημένη πολιτική επιδιώκει να τονίσει την σημαντικότητα του μικρού, του σχεσιακού, του καθημερινού, αμφισβητώντας την επίπλαστη διάκριση μεταξύ του προσωπικού και του πολιτικού. Αυτός είναι ο τρόπος με τον οποίο μπορούμε να αλλάξουμε την υποκείμενη δυναμική του συστήματος και να οικοδομήσουμε εναλλακτικές χειραφέτησης.

Δεν προβάλλουμε αυτό το επιχείρημα από ουσιοκρατική άποψη. Οι έμφυλοι ρόλοι είναι, φυσικά, απότοκο της ίδιας της πατριαρχίας. Αντιθέτως, διαπιστώνουμε ότι οι «γυναικείες» αξίες και πρακτικές είναι αναγκαίες επειδή η κυριαρχία των «αρρενωπών» τρόπων ωθεί τις γυναίκες –οι οποίες δεν έχουν κοινωνικοποιηθεί έτσι ώστε να τους χρησιμοποιούν– εκτός της πολιτικής αρένας. Μια τέτοια αλλαγή στον τρόπο με τον οποίο κάνουμε πολιτική σημαίνει ότι χτυπάμε την πατριαρχία στην ρίζα της, δηλαδή μέσα από τις πρακτικές όπου αναπαράγονται οι ίδιοι οι έμφυλοι ρόλοι. Επιπλέον, αν σκοπός μας είναι το βάθεμα της δημοκρατίας και η ενδυνάμωση του κόσμου, η προώθηση των «γυναικείων» τρόπων δράσης –της συνεργασίας, του διαλόγου, της οριζοντιότητας– θα συνδράμει στην συμπερίληψη κάθε είδους μειονεκτουσών ομάδων και θα πρέπει να αποτελεί προτεραιότητα ανεξάρτητα από το ζήτημα του φύλου.

Τα κινήματα κοινοτισμού που θαυμάζουμε στις μέρες μας, όλα έχουν ενστερνιστεί μια διακριτή «γυναικεία» προσέγγιση της πολιτικής. Συνδυάζουν ριζοσπαστικούς στόχους με συγκεκριμένες δράσεις. Με αυτόν τον τρόπο ο κοινοτισμός αντιστέκεται στο να μετατραπεί σε μια μάχη για την εξουσία με κάθε κόστος, ή στο να πέσει στην παγίδα μιας παραλυτικής ιδεολογικής καθαρότητας – δυο «αρρενωπές» τάσεις πολύ οικείες στην παραδοσιακή αριστερά. Ο κοινοτισμός χαρακτηρίζεται από την δυναμική του «μαθαίνουμε πράττοντας», μαθαίνουμε δοκιμάζοντας, και από τα λάθη μας. Αυτό φυσικά συνδέεται και με την φύση πολλών ζητημάτων σε τοπικό επίπεδο, όπως η πρόσβαση στη στέγαση, το νερό, το ρεύμα και τα μέσα μεταφοράς αλλά και η διαχείριση των απορριμμάτων. Πρόκειται για ζητήματα που απαιτούν στο σύνολό τους άμεση και σύνθετη αντιμετώπιση αντί των αφηρημένων συζητήσεων που τόσο συχνά χαρακτηρίζουν τις προοδευτικές οργανώσεις.

Η Θηλυκοποιημένη Διαδικασία Συγκρότησης και Οργάνωσης

Ένα από τα όρια του πολιτικού σχεδιασμού σε εθνικό επίπεδο είναι η φοβία τους για εσωτερικές διαφωνίες, με άλλα λόγια η επιθυμία τους να ασκούν έλεγχο στην αφήγηση από πάνω προς τα κάτω. Αυτή η «αρρενωπή» δυναμική, καρπός της ανάγκης να προωθηθεί ένα συγκεκριμένο έργο, δεν μπορεί να ελπίζει ότι θα ικανοποιήσει τις διαφορετικές απαιτήσεις και προτεραιότητες του πληθυσμού της οποιασδήποτε μεγάλης γεωγραφικής περιοχής. Τελικά, τέτοιου είδους έργα δεν έχουν παρά περιορισμένη δυνατότητα να συγκεντρώσουν την υποστήριξη επειδή είναι αδύνατον το καθένα πολιτικό σχέδιο να εφαρμόζει απόλυτα στις ανάγκες όλων σε όλη τη χώρα.

Ο κοινοτισμός, από την άλλη, χρησιμοποιεί την διαφορετικότητα προς όφελός του. Επιτρέπει τις διαφοροποιήσεις μεταξύ των πολιτικών σχεδίων, ανάλογα με τις τοπικές συνθήκες. Για παράδειγμα, οι κοινοτικές πλατφόρμες στην Ισπανία έχουν διαφορετικά ονόματα και συμπεριλαμβάνουν διαφορετικές πολιτικές συμμαχίες σε κάθε πόλη. Επίσης στην Ισπανία κάθε κοινοτική πλατφόρμα έχει τις δικές της πολιτικές προτεραιότητες, υπερασπίζοντας το δικαίωμα στην κατοικία ενάντια στα τουριστικά λόμπυ της Βαρκελώνης. Κι ενώ παραμένει μια πρόκληση, υπάρχει πολύ μεγαλύτερη δυνατότητα διαχείρισης και αξιοποίησης της πολιτικής ποικιλομορφίας σε τοπικό επίπεδο, όπου οι άνθρωποι γνωρίζονται αναμεταξύ τους και έχουν κοινούς συγκεκριμένους στόχους.

Να θηλυκοποιήσουμε την πολιτική σημαίνει ταυτόχρονα να εισάγουμε οριζόντια συστήματα λήψης αποφάσεων και νέους τρόπους άσκησης ηγετικού ρόλου. Γιατί όσο και να θέλει μια εθνική ή περιφερειακή πολιτική οργάνωση να θέσει την λήψη των αποφάσεων στα χέρια ακτιβιστών βάσης, έχει να αντιμετωπίσει μια πολύ μεγαλύτερη πρόκληση στην πραγματοποίηση αυτού του εγχειρήματος σε σχέση με αυτή που θα αντιμετώπιζε μια κοινοτική πλατφόρμα. Σε μικρότερη ή/και σε τοπική κλίμακα, οι συνελεύσεις γειτονιάς μπορούν να έχουν άμεσο αντίκτυπο στις αποφάσεις της πλατφόρμας και στους εκλεγμένους εκπροσώπους της. Αυτό συμβαίνει στην περίπτωση της Barcelona en Comú, η οποία έχει πάνω από 1700 ακτιβιστές που ασχολούνται σχετικά αυτόνομα με τις συνελεύσεις γειτονιάς, τις πολιτικές ομάδες και τις επιτροπές. Παράλληλα η επικοινωνία της πληροφορίας μεταξύ των ακτιβιστών, της οργανωτικής ηγεσίας και των θεσμών παραμένει μια μεγάλη πρόκληση, κατορθωτή ωστόσο. Πράγματι, αν μπορεί να πραγματοποιηθεί κάπου η δημιουργία μηχανισμών λήψης αποφάσεων, οι οποίοι θα ενδυναμώνουν τους ακτιβιστές βάσης, τότε αυτό το κάπου είναι σε κοινοτικό επίπεδο, όπου και είναι δυνατή η αλληλεπίδραση πρόσωπο με πρόσωπο.

Όσον αφορά την ηγεσία, αξίζει να σημειωθεί ότι τα κινήματα του κοινοτισμού είναι εκείνα που πρωτοστατούν στην δημιουργία νέων, συλλογικών μοντέλων. Το κουρδικό απελευθερωτικό κίνημα έχει κάνει πολύ σημαντικά βήματα προς αυτήν την κατεύθυνση – όλες οι ηγετικές θέσεις του διαμοιράζονται μεταξύ ανδρών και γυναικών (για παράδειγμα ακόμη και στις μικρές πόλεις υπάρχουν δύο συνδήμαρχοι, μία γυναίκα και ένας άνδρας). Αυτό εμποδίζει την συγκέντρωση της εκτελεστικής εξουσίας στα χέρια ανδρών και αλλάζει τον τρόπο με τον οποίο ασκείται η εκτελεστική εξουσία. Παρόλο που αυτό το είδος μηχανισμού δεν έχει χρησιμοποιηθεί σε θεσμικό επίπεδο σε πολλές χώρες, στην Ισπανία, η Barcelona en Comú απέφυγε το προεδρικό μοντέλο ηγεσίας που χρησιμοποιούν τα εθνικά πολιτικά κόμματα. Αντί αυτού, δημιούργησε μια οχταμελή εκτελεστική επιτροπή και μια ομάδα συντονισμού αποτελούμενη από σαράντα άτομα, σε κάθε μία από τις οποίες το ελάχιστο ποσοστό συμμετοχής γυναικών είναι το 50%.

Η Γυναικεία Αφήγηση

Κάθε πολικός σχεδιασμός πρέπει να κάνει έκκληση στο «εμείς» προκειμένου οι άνθρωποι να ταυτιστούν με αυτό. Σε επίπεδο εθνικού σχεδιασμού, αυτό το «εμείς» συνήθως καταλήγει να είναι το έθνος, όπως κι αν το ορίζει κανείς. Αυτό είναι προβληματικό διότι πέφτουμε στην παγίδα του εθνικού κράτους, το οποίο έχει καταβολές πατριαρχικές, αποικιακές και καπιταλιστικές, καταβολές που πρέπει να αμφισβητούμε και όχι να ενισχύουμε. Οι συλλογικές ταυτότητες που απορρέουν από το εθνικό κράτος είναι τέτοιες που στη χειρότερη περίπτωση κρίνονται σεξιστικές, ξενοφοβικές και ταξικές, ενώ στην καλύτερη είναι τόσο κενές περιεχομένου που καταλήγουν να μην μπορεί κανείς να ταυτιστεί μαζί τους.

Με την άνοδο της ακροδεξιάς ανά τον κόσμο, καθίσταται πλέον αναγκαία, σήμερα περισσότερο από ποτέ, η αναζήτηση εναλλακτικών συλλογικών ταυτοτήτων, οι οποίες θα είναι ισχυρές, θα άρουν τους αποκλεισμούς και θα προσφέρουν ασφάλεια στους αβέβαιους καιρούς μας. Ο κοινοτισμός παρέχει αυτή την δυνατότητα μέσω της συγκρότησης ενός τοπικού «εμείς», το οποίο θα βασίζεται στον τόπο διαμονής και τα κοινά ζητήματα που μας προβληματίζουν και όχι στην ιθαγένεια ή την εθνικότητα.

Και πέρα από το γεγονός ότι απορρίπτουν τις πατριαρχικές ταυτότητες, οι αφηγήσεις του κοινοτισμού τείνουν να είναι λιγότερο επιθετικές και συγκρουσιακές από αυτές των εθνικών πολιτικών κομμάτων. Στην Ισπανία για παράδειγμα, ενώ σε εθνικό επίπεδο οι Podemos επιτίθενται σε la casta και σε la trama (τις οικονομικές και πολιτικές ελίτ), οι κοινοτικές πλατφόρμες της χώρας μιλούν περισσότερο για την προώθηση του «κοινού καλού». Οι αφηγήσεις του κοινοτισμού επίσης αποφεύγουν την θεωρητική αφαίρεση και τάσσονται υπέρ συγκεκριμένων στόχων, εστιάζοντας στις πρακτικές πτυχές των προβλημάτων. Για παράδειγμα, ενώ κάποια νέα εθνικά κόμματα στην Ισπανία επικοινωνούν με όρους γκραμσιανής «ηγεμονίας», οι κοινοτικές πλατφόρμες μιλούν περισσότερο για συγκεκριμένα ζητήματα όπως η ποιότητα του αέρα, η χρήση των δημόσιων χώρων ή οι τιμές των ενοικίων, δίνοντας έμφαση στο πως όλα αυτά επηρεάζουν τις ζωές μας στην καθημερινότητα.

Πέρα από τον Κοινοτισμό

Φυσικά ο κοινοτισμός δεν αποτελεί αυτοσκοπό. Είναι ένα μέσο για την επίτευξη των ζωτικών στόχων που αναλύσαμε παραπάνω: τον αγώνα για δικαιοσύνη μεταξύ των φύλων, την αξιοποίηση της διαφορετικότητας, τη συγκρότηση δημοκρατικών οργανώσεων και συλλογικών μορφών ηγεσίας και την αναχαίτιση της ακροδεξιάς. Ο κοινοτισμός δεν πρέπει να αποκηρύξει την δραστηριοποίησή του σε εθνικό και διακρατικό επίπεδο. Στην πραγματικότητα, οι υποστηρικτές του κοινοτισμού πρέπει να αναλάβουν αυτήν την ευθύνη. Όπως κάνουν άλλωστε και οι πλατφόρμες στην Ισπανία με το να διεκδικούν από την  κεντρική κυβέρνηση να  αιτηθεί για υποδοχή προσφύγων, να παραχωρήσει τοπική αυτονομία για να επιστρέψουν στο δήμο βασικές υπηρεσίες και να κλείσει τα κέντρα κράτησης προσφύγων.  Τέτοιου είδους δίκτυα συνεργασίας, τα οποία στηρίζονται στα τοπικά κινήματα και σε νέους τρόπους δράσης, αποτελούν έναν καλό τρόπο να ξεκινήσει η δράση και σε άλλα επίπεδα.

Είναι σημαντικό τα όποια νέα πολιτικά σχέδια σε εθνικό ή ευρωπαϊκό επίπεδο να χτίζονται σε στέρεες βάσεις και να έχουν τις ρίζες τους στις τοπικές οργανώσεις. Μόνο σε τοπικό επίπεδο μπορούν να θηλυκοποιηθούν μέσα από την καθημερινότητα οι τρόποι με τους οποίους κάνουμε πολιτική. Η ιστορία έχει δείξει ότι οι εθνικές εκλογικές νίκες της αριστεράς απέτυχαν να θηλυκοποιήσουν την πολιτική, η οποία συνεχίζει να κυριαρχείται από άνδρες και κατ’ επέκταση και από τους δικούς τους τρόπους να κάνουν πολιτική. Για αυτό το λόγο πιστεύουμε ότι ο κοινοτισμός πρέπει να γίνει το θεμέλιο κάθε πολυεπίπεδης στρατηγικής. Όποιος προσπαθεί να χτίσει ένα σπίτι ξεκινώντας από τη σκεπή θα καταλήξει χωρίς σπίτι, χωρίς γειτονιά και χωρίς ανθρώπους. Χωρίς τους ανθρώπους όμως η επανάσταση είναι αδύνατη.

Πηγή: https://roarmag.org/magazine/municipalism-feminization-urban-politics/

*Η εικόνα ανήκει στον Luis Alves και έχει δημοσιευθεί στο 6ο τεύχος του περιοδικού ROAR