Ιστορίες αμαρτωλά αθόρυβες. Του Χρήστου Λάσκου

Γιούλη Βέττα, Ιστορίες Αμαρτωλά Αθόρυβες, Οροπέδιο, σελ. 148

«Μπορεί να είναι μια πικρή, μια άδικη αλήθεια, αλλά είναι η δική του αλήθεια. Αν ήμουν εφευρέτης, θα ήθελα να ανακαλύψω ένα φακό που θα φωτίζει την πραγματικότητα του άλλου και θα ζεις για λίγη ώρα μέσα στην αλήθεια του άλλου. Αυτό υποτίθεται ως δίκαιος άνθρωπος μπορείς να το πετύχεις με την συμπόνια ή την κατανόηση ή όπως θέλεις πες το. Αλλά κανείς ποτέ δεν το κατάφερε. Πάντα η αλήθεια του άλλου θα είναι για μας ένας άγνωστος κόσμος, γεμάτος εκπλήξεις και αμφιβολίες, που μόνο καχυποψία και θυμό θα γεννούν» (σελ. 121).

Αυτά είναι τα λόγια, που η Γιούλη Βέττα βάζει στο στόμα του «αυτόπτη μάρτυρα» μιας κοινότοπης (!) δολοφονίας στο δάσος του Σέιχ Σου. Ενός δικηγόρου, βαρετού, όπως αυτοπαρουσιάζεται, «ανθρώπου περιορισμένων ενδιαφερόντων».

Στην πραγματικότητα, όμως, πρόκειται για μια δική της επιθυμία. Ή ανάγκη;

Η Βέττα, μέσα από τα (δεκατρία) διηγήματα του μικρού βιβλίου της, αναζητάει μια δυνατότητα κατανόησης του άλλου, που είναι, ταυτόχρονα, πολύ άλλος και πολύ ίδιος. Ίσως, μάλιστα, γίνεται περισσότερο άλλος όσο περισσότερο είναι ίδιος. Από αυτή την άποψη, η ανάγκη να μπούμε στη θέση του ταυτίζεται, σε μεγάλο βαθμό, με τη βαθιά μας επιθυμία να κατανοήσουμε τα «δικά» μας μικρά-μεγάλα θέματα. Η Βέττα γράφει κάνοντας άσκηση ενσυναίσθησης. Γι’ αυτό γράφει απλά και άμεσα – όσο απλά και άμεσα σκεφτόμαστε όλοι μας τα σημαντικά καθημερινά μας, αυτά στα οποία εμφιλοχωρούν τα πολύ πολύ υπαρξιακά, καταστατικά του εαυτού μας, πράγματα.

Λέγοντας απλές, μικρές ιστορίες για άλλους, στοχάζεται πάνω στην κοινή μας μοίρα – την τετριμμένη, αλλά όχι ανάξια λόγου. Ιδίως αν σκεφτούμε πως αυτή είναι, και όχι άλλη.

Γι’ αυτό και βάζει τον «απροσάρμοστό» της, στη μοναδική ποιητική εκφορά που βρίσκουμε στο βιβλίο, να απαγγέλλει:

«… το παράθυρο της ζωής δεν έχει χρώματα. Στο παράθυρο της ζωής στέκονται οι νεράιδες και με κοιτούν. Δεν γνωρίζω αν είναι κομμάτι της ζωής μου ή μιας άλλης ζωής που δεν μου ανήκει. Το παράθυρο της ζωής σύντομα θα κλείσει και οι νεράιδες θα εξαφανιστούν, όπως κάποτε χάθηκαν και τα χρώματα» (σελ. 115).

Μόνο σε αυτήν τη μια στιγμή σκάει η ποίηση. Ποτέ άλλοτε. Τα υπόλοιπα είναι πεζά, τετριμμένα, αθόρυβα, όπως η ίδια το λέει, στον τίτλο ήδη. Πράγματα, που περνούν και χάνονται, παίρνοντας, όμως, και την ζωή μαζί.

Αθόρυβα, λοιπόν, κι αμαρτωλά. Όπου, όμως, και η αμαρτία είναι μικρή κι αθόρυβη, εκτός μιας δυο περιπτώσεων, που καταλήγουν στον θάνατο «πριν από την ώρα» του.

Η Βέττα δείχνει, δεν κρίνει. Ποτέ δεν κρίνει. Προσπαθεί να καταλάβει. Όχι να εξηγήσει, αλλά να καταλάβει. Να νιώσει τι νιώθουν οι «άλλοι» – ακόμα και οι «χειρότεροι», ανάμεσά τους. Ο εγκλωβισμένος (;) Γιώργος με τη Ρωσίδα «συνοδό», η Τζένη με τον παντρεμένο που «τα πληρώνει» και και γι’ αυτό είναι αξιαγάπητος, τον κυρ Αντώνη με το ταβερνάκι στη μέση της ακτής στο πουθενά, την Ιωάννα με τον μικρό Τασούλη της, τον Μπάμπη τον σκυλά, το σταθμάρχη με τη χαμένη αγάπη, τη γαλλιδούλα του και τη χαμένη ζωή, τον Γιώργο που τάφησε όλα κι έφυγε, αντίθετα με όλους τους άλλους, τη θεία Ευανθία, με το μισόκλειστο μάτι, που ήξερε πως οι άντρες δεν κοιτούν τα μάτια, αλλά τις όμορφες γάμπες.

Να νιώσει τι νιώθουν οι άλλοι θέλει η Βέττα. Όπως το νιώθουν: ενοχικά κι αποενοχοποιημένα ταυτόχρονα, όπως νιώθουμε όλοι.

Και το κάνει έντιμα και καλά.

Θέλω, ωστόσο, να επισημάνω κάτι που ίσως τη βοηθήσει στην επόμενη, αναμενόμενη από μένα, προσπάθειά της. Νομίζω, λοιπόν, πως της πάει η μεγάλη σχετικά, για διηγήματα, φόρμα. Κατά τη γνώμη μου, το καλύτερο από τα 13 διηγήματά της είναι το μεγαλύτερο, το Στον σταθμό στις οχτώ και μισή (σελ 46-80), το οποίο καλύπτει μόνο του το ένα τέταρτο ολόκληρου του βιβλίου. Ο χώρος που του δίνει της επιστρέφεται με το παραπάνω ως δυνατότητα εκτύλιξης μιας πολύ δουλεμένης αφήγησης και εμβάθυνσης στον χαρακτήρα της ηρωίδας με εξαιρετικό τρόπο.

Αυτό νομίζω, με τη μικρή σημασία που έχει η γνώμη κάποιου που δεν είναι τίποτε περισσότερο από μέσος αναγνώστης. Με δεδομένο, ωστόσο, πως τη συγγραφέα πολύ την ενδιαφέρουν οι «μέσοι άνθρωποι» γενικώς, ίσως και να έχει αξία.

Θα τελειώσω με την μόνη ανοιχτά πολιτική αναφορά του βιβλίου. Στο διήγημα με τον τίτλο Το ΟΧΙ της καρδιάς μου, η Γιούλη επιλέγει να μιλήσει για μια εργολαβική καθαρίστρια, χήρα με μικρά παιδιά και τεράστιες ανάγκες, όμορφη πολύ «και ποθητή», που δεν διστάζει, όταν της δίνεται η ευκαιρία, να «προσφέρει σεξουαλικές υπηρεσίες» με καλή αμοιβή σε αφεντικά, των οποίων τις επιχειρήσεις καθαρίζει.

Θα σταματήσει τη «δεύτερη δουλειά» το καλοκαίρι του 2015, όταν ένα από τα αφεντικά της τη νουθετεί να ψηφίσει ΝΑΙ. «Γιατί άμα πληρώνεσαι σε δραχμές, θα πεινάσεις κι εσύ και τα παιδιά σου».

«Δεν του απάντησα. Μέσα μου άναψε όμως μια φλόγα, που μου έλεγε να πω ένα δυνατό ΟΧΙ. Ένα όχι στον ίδιο μου τον εαυτό, που δείλιασε, φοβήθηκε και υποτάχθηκε στις επιθυμίες του κάθε ανώμαλου αφεντικού που με ήθελε ντυμένη καθαρίστρια για να με πηδάει. Και έτσι ψήφισα ΟΧΙ με όλη μου την καρδιά».

Πώς να νιώθει, άραγε, η Σουζάνα σήμερα; Τι να σκέφτεται;