Ημερολόγιο Ιουλίου. Του Δημοσθένη Παπαδάτου-Αναγνωστόπουλου

Κράτα καλά τη βάρδιά σου
– κανείς δεν ξέρει πόσο θα βαστάξει – Ωσότου
να πάρει να φυσήξει μια αλλαξοκαιριά
και να λυθούν οι κόμποι των ματιών σου
[…] και να χυμήξει μες στο φως η πλώρη του μετώπου σου
[…] Κράτα καλά τη βάρδια
Η ζωή είναι κερδισμένη θυσία.

Βύρων Λεοντάρης, «Πρελούντια στη ζωή», Γενική αίσθηση

Στις αρχές Αυγούστου κλείνουν στρογγυλά τρία χρόνια από το θάνατο του Βύρωνα Λεοντάρη, της «παρέας του Χαλανδρίου», δηλαδή του περιοδικού «Σημειώσεις». Δεν έχει τίποτα καλό να θυμόμαστε τους ποιητές μόνο στις επετείους. Αν όμως θυμήθηκα τον Λεοντάρη Ιούλιο μήνα, νωρίτερα από την «ώρα» του, είναι γιατί ο ίδιος ανήκει δικαιωματικά στους Ιουλίους που ξεκίνησαν μετά το θάνατό του, όντας ο πρώτος που μίλησε με το όνομά της για την ήττα και την ποίησή της, όταν κάτι τέτοιο έπρεπε ακόμα να απωθείται, για λόγους αγωνιστικής εγρήγορσης.

«Ο σημερινός άνθρωπος», με τα λόγια του, «βγαίνει καθημαγμένος από μια ήττα που  δεν σημαδεύει ανεξίτηλα μονάχα τον ελληνικό χώρο, αλλά είναι γενικότερα ήττα της ανθρωπότητας, του πολιτισμού».

Η πρώτη μεταπολεμική γενιά δεν θα διανοούνταν τέτοια παραχώρηση στους νικητές του 1949. Γι’ αυτό και, όσοι είχαν τις απόψεις του Λεοντάρη, κέρδιζαν αυτοδίκαια μια αρμαθιά από διόλου τιμητικά προσωνύμια: πεσιμιστές, παρακμιακοί, ελιτιστές, εσωστρεφείς, εστέτ. Ο ίδιος, ξεκινώντας να γράφει το ’49, τη χρονιά δηλαδή της στρατιωτικής συντριβής του ελληνικού κομμουνισμού, δεν βλέπει γιατί να ξεχωρίζει η εντιμότητα από τη στράτευση – ούτε πώς μπορεί να συνεχίζει κανείς σα όλα να είναι ίδια. Γι’ αυτό και θα αναλάβει να βάλει στο λόγο ό,τι πολλοί ως τότε μπορεί να σκέφτονταν, ακόμα περισσότεροι όμως απωθούσαν – βεβαιώνοντας έτσι τη θέση του ανάμεσα στους ποιητές της δεύτερης μεταπολεμικής γενιάς (τον Χριστιανόπουλο, τον Νεγρεπόντη, τον Μάρκο Μέσκο και τον Μάριο Μαρκίδη). Εκείνους δηλαδή που, αντίθετα με τους προκατόχους, «παραδέχτηκαν την ήττα».

Η αξία εκείνου του κειμένου του Λεοντάρη, ωστόσο, δεν ήταν μόνο στη δημόσια παραδοχή του τραύματος. Υπάρχει ένα στιχάκι του ποιητή Θανάση Κωσταβάρα, που ο ίδιος διαλέγει ως παράθεμα για να μιλήσει για το θέμα του: όχι ως κάποιος που γενικώς καταθέτει απόψεις, αλλά ως κάποιος που ξέρει για τι μιλάει – και λέει γι’ αυτό από τη σκοπιά του τι θα γίνει μετά:

Το ωραίο και το δύσκολο δεν είναι να κρατήσεις

είναι να πέσεις και να σηκωθείς.

 

Αυτό το ωραίο και το δύσκολο είναι το θέμα του Λεοντάρη – και των «Πρελούντιών» του, απ’ όπου και το μικρό απόσπασμα της δικής μου αρχής: εξέγερση, συντριβή της εξέγερσης, παραδοχή της ήττας – και πάλι πίσω, δηλαδή μπροστά.

***
 

Ο Ιούλιος του «Όχι» και του «η αστική τάξη θα κάνει την κίνησή της» (ποιος δεν το άκουσε αυτό όσο δυνατά έπρεπε;) δεν είναι ο μήνας των απαισιόδοξων σκέψεων· δυο χρόνια, τώρα, όμως, τις αισιόδοξες σκέψεις λίγοι βρίσκονται να τις πουν, και ακόμα λιγότεροι να τις πιστέψουν. Σ’ αυτό το μεταίχμιο, λοιπόν, το βλέμμα προς τα πίσω μπορεί να σημαίνει καθήλωση στην ήττα: «υποστασιοποίηση» ή εξιδανίκευση, θα έλεγαν κάποιοι ειδικοί. Μπορεί όμως και να σημαίνει επίγνωση, και μαζί συνέχεια με αυτές και αυτούς που συνέχισαν σε ακόμα πιο δύσκολους καιρούς, και που συνεχίζουν ακόμα: Ένα βλέμμα στους ανθρώπους των στρατοπέδων, του καιρού, δηλαδή, της ήττας της πολιτισμένης ανθρωπότητας – που ωστόσο στάθηκαν, μίλησαν και έγραψαν, αναλαμβάνοντας την ευθύνη που τους αναλογούσε για να μη γίνει αυτό «ποτέ ξανά». Ένα βλέμμα στους ανθρώπους που βγήκαν τσακισμένοι από τη συντριβή του ’49 – κι όμως κράτησαν τη βάρδιά τους και ξαναστάθηκαν στα πόδια τους. Ένα βλέμμα σε όσους και όσες έζησαν το ’89-’91, όταν ήταν ανοησία να παραμένεις αριστερός – κι ωστόσο επέμειναν στη βάρδιά τους, ώσπου να έρθει η δική μας. Ένα βλέμμα στους συντρόφους και τις συντρόφισσές μας στην Τουρκία: ένα χρόνο τώρα μετά το περσινό πραξικόπημα, 100.000 από αυτούς και αυτές χάνουν τις δουλειές τους γιατί υπέγραψαν για την ειρήνη – η κρατική εκδικητικότητα, λοιπόν, λέει να τσακιστούν και οικονομικά, εκτός από πολιτικά· κι όμως, η αλληλεγγύη τους τούς στηρίζει ακόμα – γι’ αυτό και χρειάστηκε ωμή νοθεία και βία για να χάσουν στο δημοψήφισμα: Έχασαν: όμως, από ανάγκη, ακόμα συνεχίζουν.

«Να πέσεις και να σηκωθείς»: να κρατάς τη βάρδιά σου. Στα αντιρατσιστικά φεστιβάλ και το Plaza. Στις επίμονες προσπάθειες να κρατηθεί για μας η Κυριακή και να μην περάσει σπίτι «στα χέρια τραπεζίτη». Στα στέκια και στους εκδοτικούς οίκους του «Θερινού Βιβλιοστασίου», που φροντίζουν να μη σκουριάζει η σκέψη μας. Στα πειράματα της κοινωνικής οικονομίας και τα κοινωνικά ιατρεία, που θυμίζουν ότι «ο άλλος κόσμος» δεν είναι απλά μια καλή ιδέα. Ίσως και στις σελίδες του Βικτόρ Σερζ: ενός αναρχικού των σταλινικών στρατοπέδων, που, δεκαετίες μετά τη συντριβή, δεν  έπαψε να πιστεύει στην οργάνωση της θέλησης και στη συγκέντρωση δυνάμεων. Χωρίς ένα κόμμα (σαν τέτοιο λειτουργούσε, λέει, και η αναρχική FAI – κι ας έλεγε η ίδια ότι δεν επρόκειτο γι’ αυτό), «δεν πρόκειται να γίνει τίποτα»[1].

 

[1] Victor Serge, From Lenin to Stalin, 1937.