Η «Βόρεια Μακεδονία» και η Αριστερά –μικρό σχόλιο. Του Χρήστου Λάσκου

Στο κειμενάκι, που ακολουθεί, δεν θα διατυπώσω κάποια αναλυτική άποψη για τις πρόσφατες εξελίξεις σχετικά με το μακεδονικό. Εκφράζομαι απολύτως από την ανακοίνωση της Δικτύωσης για τη ριζοσπαστική Αριστερά, του Δικτύου για τα Πολιτικά και Κοινωνικά Δικαιώματα και της ΟΝΡΑ, που αναγνωρίζει τη συμφωνία Τσίπρα –Ζάεφ, ως βήμα για το κλείσιμο ενός πολύ επικίνδυνου κύκλου, ο οποίος, εδώ κι ένα τέταρτο του αιώνα, υπήρξε η χαρά του κάθε εθνικιστή, γραφικού ή φασίζοντος, ένθεν κακείθεν των συνόρων. 

Η άποψη αυτή φαίνεται,  από τις πρώτες αντιδράσεις, πως είναι μειοψηφική στο πλαίσιο της ελληνικής Αριστεράς. 

Παρακολουθώντας, ωστόσο, τους «απορριπτικούς», δεν μπορώ παρά να επισημάνω πως, αν σε κάτι συγκλίνουν,  είναι πως η συμφωνία θα πρέπει να απορριφθεί διότι, κατά βάση, συνιστά αποτέλεσμα νατοϊκών και ευρωενωσιακών σχεδιασμών, των οποίων η σημερινή κυβέρνηση αποδεικνύεται ο καλύτερος υπηρέτης, για τους περισσότερο πατριώτες, ή ο καλύτερος εταίρος, για όσους έχουν μια διεθνιστική οπτική. 

Οι τελευταίοι κατανοούν πόσο η σαφής και αμετακίνητη πρόσδεση της κυβέρνησης στο ιμπεριαλιστικό άρμα είναι, όχι καταναγκασμός, αλλά επιλογή τηρούμενη ευλαβικά από όλες τις κυβερνήσεις, εδώ και δεκαετίες, στο πλαίσιο της «εθνικής γραμμής», την οποία διαρκώς επικαλείται ο πρωθυπουργός. Όπως, επίσης, κατανοούν πως η συμφωνία είναι σαφώς ετεροβαρής υπέρ του ελληνικού αστισμού, που, όπως και πάλι ο πρωθυπουργός ισχυρίζεται εξακολουθητικά, μάλλον «παίρνει παρά δίνει», σε αυτήν την υπόθεση. 

Υπερέχουν, λοιπόν, οι διεθνιστές, σε σχέση με τους «πατριώτες αριστερούς» από την άποψη πως κατανοούν, σαφώς και ακριβώς, αυτό που συμβαίνει. 
Οι τελευταίοι, επιμένοντας την υπεράσπιση των «εθνικών δικαίων», από αντιιμπεριαλιστική (!), βεβαίως, σκοπιά, αδυνατούν να δουν αυτό που είναι πασιφανές, για όποιον έχει μάτια να δει –δεν είναι η Ελλάς και ο διηνεκώς … αντιστασιακός λαός της, που υποχωρεί και χάνει στην παρούσα συνθήκη. 

Νομίζω πως αυτό διαμορφώνει μια αβυσσαλέα διαχωριστική ανάμεσα στις δύο πλευρές.

Προσωπικά, μου είναι αδύνατο να επικοινωνήσω  με απόψεις, οι οποίες θεωρούν πως είναι βάσιμο, όμορφο και θεμιτό, αν και αριστεροί, να λέμε σε άλλους λαούς πώς θα λέγονται, πώς θα λέγεται η γλώσσα που μιλούν ή, ακόμη περισσότερο, να διαμορφώνουμε εμείς, για άλλους λαούς, κριτήρια, όχι αυτοπροσδιορισμού, αλλά, κυριολεκτικά, ύπαρξης ή ανυπαρξίας. Με ξεπερνάει, αδυνατώ.  

Για το διεθνιστικό, ωστόσο, τμήμα, που, ευτυχώς, κάθε άλλο παρά αμελητέο είναι, νομίζω, πως η επίκληση του … ΝΑΤΟ, εύκολα μπορεί να εξελιχθεί σε προσχηματική. Γιατί αν η διάλυση του ΝΑΤΟ είναι προϋπόθεση για την, όσο τον δυνατόν ειρηνικότερη και δημιουργική, συνύπαρξη γειτονικών λαών, ζήτω που καήκαμε. Ας σκεφτούμε αναλογίες με το κυπριακό –θα βοηθηθούμε, νομίζω. Ή και με το παλαιστινιακό, σε διάφορες φάσεις του.

Επιπλέον, δεν μπορεί παρά μόνο ως τραγέλαφος να αντιμετωπιστεί η «πάλη» ενάντια στη διεύρυνση του ΝΑΤΟ στην περιοχή, όταν το βασικό όπλο που έχει η Ελλάδα, για να την αποτρέψει, είναι η δική της θέση μέσα στον ιμπεριαλιστικό σχηματισμό και τα βέτο, που μπορεί να αξιοποιήσει! 

Αυτό καλούμαστε να πιέσουμε –να «αναγκάσουμε με τους αγώνες μας»- τον Τσίπρα να κάνει; Έλεος, που θα έλεγε και ο κοινός αγανακτισμένος!

 

Φωτογραφία: Δημήτρης Τοσίδης