Η Νηπιαγωγός

Στην Ελλάδα ο ρόλος του παιδαγωγού είναι παρεξηγημένος. Το ανάθεμα στο δημόσιο και το σύστημα αξιολόγησης, οδηγεί σε μία συνολική λάθος προσέγγιση των εκπαιδευτικών, που αρκετές φορές όμως δίνουν δικαιώματα και τίθεται στο μάτι του κυκλώνα ολόκληρος ο κλάδος. Πάντα όμως υπάρχουν φωτεινά παραδείγματα. Η Σάρα Κολαντζέλο αποφασίζει να δημιουργήσει ένα remake της "Νηπιαγωγού" του Ναντάβ Λαπίντ (2014), το οποίο δεν προβλήθηκε ποτέ στην Ελλάδα. Βραβείο σκηνοθεσίας στο Σάντανς κι από την Πέμπτη στις ελληνικές αίθουσες.

Γράφει ο Μίλτος Τόσκας

Μία 40άρα νηπιαγωγός λάτρης της τέχνης, προσπαθεί να βρει κάτι το οποίο θα δώσει χρώμα στη συμβατική καθημερινότητά της. Ξεκινάει μαθήματα ποίησης σε πρόγραμμα διά βίου μάθησης τα απογεύματα κι αναζητά τη λύτρωση της ψυχής. Παράλληλα τα πρωινά αποτελεί μία υποδειγματική δασκάλα στο σχολείο. Μπορεί να μην ακολουθεί κατά γράμμα τις εντολές, αλλά είναι ικανή να διαπλάσει αδαμάντινες προσωπικότητες στην ευαίσθητη ηλικία που βρίσκονται. Παιχνίδια, ζωγραφική, τραγούδι και συνεχή δημιουργικά ερεθίσματα, ώστε κάθε παιδί να ξετυλίξει το ταλέντο  και να ανακαλύψει τις κλίσεις του. Σύντομα θα ξεχωρίσει ο Τζίμυ.

Κόντρα σε έναν απόλυτα υλιστικό κόσμο που κυριαρχούν τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, είναι αποφασισμένη να δείξει στα παιδιά πως το μυστικό κρύβεται στην οπτική γωνία εξέτασης των πραγμάτων. "Ακόμα και τα σπουδαία παιδιά, δε διαβάζουν". Κι αυτό προφανώς συμβαίνει, διότι το βαθμοθηρικό σύστημα εκπαίδευσης, κάνει τους μαθητές να μισήσουν το βιβλίο αντί να αγαπήσουν τον πλούτο γνώσεων και συναισθημάτων, που μπορεί να προσφέρει. Αυτή η κατάσταση τα οδηγεί σε έλλειψη στοχασμού και περιέργειας, τα μετατρέπει απλά σε μηχανές (υψηλών) επιδόσεων, δίχως σφαιρική παιδεία.

Η Λίζα γίνεται το μητρικό πρότυπο που τόσο λείπει από τον Τζίμυ. Το πάθος της για μία αλλαγή, ωστόσο την οδηγεί σε λάθος μονοπάτια. Η παρόρμηση έρχεται να νικήσει τη λογική. Τα λεπτά όρια κι οι κόκκινες γραμμές φαντάζουν τόσο εύθραυστα. Το υπαρξιακό άγχος, από τη μία είναι υγεία, καθώς σε κάνει ανήσυχο, σε διαρκή επαγρύπνηση, με συνεχή διάθεση εξέλιξης, αλλά από την άλλη μπορεί να σε οδηγήσει σε αντίθετα μονοπάτια, απογοήτευσης, κατάθλιψης και πράξεων παράτολμων πέρα από εκεί που ορίζει η ηθική κι οι νόμοι.

Η Μάγκι Τζίλεγχαμ είναι η μεγάλη πρωταγωνίστρια. Πραγματικά μαγνητίζει. Δε φοβάται να μείνει γυμνή. Το σώμα της μπορεί να μεγάλωσε, αλλά η ψυχή της, το πνεύμα της έχουν μεγάλα κενά κι επιδιώκει πάλι από την αρχή να τα γεμίσει. Στο πρόσωπο του νεαρού μαθητή της βλέπει όχι μόνο έναν τρομερά ταλαντούχο ποιητή που πρέπει να αναδειχθεί, αλλά και τον δρόμο της διαφυγής, το ξεκίνημα μίας νέας περιπέτειας μακριά από το τετριμμένο, από τη ρουτίνα της. Κανείς δε φαντάζεται την μεγάλη ανατροπή και το δραματικό φινάλε. Έργο φυσικά της σκηνοθέτιδας.

Μία ιδιαίτερη σχέση αγάπης αναπτύσσεται , από τη μία η νηπιαγωγός είναι υποδειγματική στο λειτούργημα που ασκεί, από την άλλη όμως τα απωθημένα κι οι εμμονές της, την κάνουν να λοξοδρομήσει και να ακολουθήσει περίπλοκες διαδρομές. Αποτελεί όμως ένα γενναίο παράδειγμα ανθρώπου, που αρνείται να συμβιβαστεί με το ρεύμα της εποχής και ταυτόχρονα η ενσάρκωση του σπουδαίου ρητού, ότι η θλίψη δεν τελειώνει ποτέ.