Η επανάσταση δεν τελείωσε στον εικοστό αιώνα. Του Δημοσθένη Παπαδάτου-Αναγνωστόπουλου

Μίχαελ Κναπ, Άνγια Φλαχ, Ερτζάν Αϊμπογά, Η Επανάσταση στη Ροζάβα. Δημοκρατική αυτονομία και γυναικεία απελευθέρωση στο συριακό Κουρδιστάν, Άπατρις, 2017, 327 σελ.

 

«Δημοκρατική Αυτονομία σημαίνει αυτονομία της κομμούνας, της κοινότητας, ως μια αντισυγκεντρωτική, από κάτω προς τα πάνω προσέγγιση» (σ. 80)

 

Μπορεί μια επανάσταση να αποφύγει τον ανοιχτό εμφύλιο πόλεμο; Και μπορεί να επιβιώσει ανάμεσα σε εχθρικά κράτη, με αστυνομία, στρατό, βαρύ οπλισμό και υποδομές, αν η ίδια δεν συγκροτήσει το δικό της κράτος, διαλύοντας το αντίπαλο; Όπου υπάρχουν δυνάμεις που θέλουν να αλλάξουν στ’ αλήθεια τα πράγματα, τα ερωτήματα αυτά είναι στην ημερήσια διάταξη. Όταν οι δυνάμεις αυτές κινδυνεύουν, τα ερωτήματα αυτά γίνονται ακόμα πιο επιτακτικά.

Από τις 18 Ιουλίου του 2012, απ’ όταν δηλαδή οι Μονάδες Λαϊκής Προστασίας (YPG) έπαιρναν τον έλεγχο όλων των δρόμων από και προς το Κομπάνι του Δυτικού Κουρδιστάν –απέναντι στο αιματηρό μπααθικό καθεστώς του Άσαντ και την αντιπολιτευόμενη ισλαμιστική Μουσουλμανική Αδελφότητα–, η Ροζάβα προσπαθεί να απαντήσει τα δύο ερωτήματα θετικά – όπως νωρίτερα οι Ζαπατίστας. Μέχρι τη Ροζάβα – ουσιαστικά, από τη συντριβή της Παρισινής Κομμούνας ως τη νίκη του ρωσικού Οκτώβρη και τη νίκη του Τσε στην Κούβα–, η ιστορία απαντά μονότονα «όχι» και στα δύο ερωτήματα.

Σωστές οι λάθος οι απαντήσεις που προτείνει, το στοίχημα της Ροζάβα είναι από τα (λίγα) επαναστατικά στοιχήματα του εικοστού πρώτου αιώνα. Και τώρα που οι ΗΠΑ άδειασαν κυνικά τους επαναστάτες, τώρα που ο Άσαντ συμμαχεί μαζί τους με όρο να διαλύσουν την Αυτόνομη Διοίκηση στη Βόρεια και Ανατολική Συρία, τώρα λοιπόν που η οργάνωση της διεθνούς αλληλεγγύης είναι ζήτημα ζωής και θανάτου για τους επαναστάτες, φαίνεται καθαρότερα η αξία εγχειρημάτων μειοψηφικών στο ξεκίνημά τους, αλλά πολύτιμων την «κρίσιμη στιγμή»: των αποστολών εθελοντών στο πεδίο της μάχης, των κινημάτων αλληλεγγύης στις χώρες της Δύσης – αλλά και των μεταφραστικών έργων και των εκδοτικών πρωτοβουλιών, που θέλησαν να διαδώσουν το μήνυμα ότι η επανάσταση δεν βρίσκεται μόνο στα βιβλία ιστορίας του εικοστού αιώνα.

Στα καθημάς, το 2017 κυκλοφόρησε στα ελληνικά από τους Στάσει Εκπίπτοντες, ο Δημοκρατικός Συνομοσπονδισμός του Αμπντουλάχ Οτσαλάν – ένα είδος μανιφέστου για το νέο προσανατολισμό του PKK μετά την εγκατάλειψη του μαρξισμού-λενινισμού. Φέτος το Γενάρη, η Ευτοπία επιμελούνταν το Να ξανακάνουμε πράσινη τη Ροζάβα, ενώ τον Ιούλιο οι Εκδόσεις των Συναδέλφων εξέδιδαν τη μπροσούρα της Ντέμπι Μπούκτσιν Πώς οι ιδέες του πατέρα μου βοήθησαν τους Κούρδους να δημιουργήσουν μια καινούργια δημοκρατία (σημαντικό: τα έσοδα του βιβλίου πάνε στον προσφυγικό ξενώνα των Κούρδων στο Λαύριο). Η πληρέστερη έκδοση, όμως, για όσα συμβαίνουν στην Τζεζιρέ, το Κομπάνι και, μέχρι πρότινος, στο Αφρίν, στις τρεις περιφέρειες δηλαδή της Ροζάβα, είναι το βιβλίο των Κλαπ, Φλαχ και Αϊμπογά.

Το βιβλίο κυκλοφόρησε στα ελληνικά το 2017, χάρη στη θαυμάσια ιδέα και τη δουλειά της εφημερίδας δρόμου «Άπατρις». Στηρίζεται σε 220 συνεντεύξεις μαχητών της Ροζάβα που πήραν οι τρεις συγγραφείς σε αποστολές αλληλεγγύης μεταξύ 2014 και 2017: Ο Κναπ είναι ιστορικός και μέλος της επιτροπής αλληλεγγύης στο Κουρδιστάν του Βερολίνου, η εθνολόγος Φλαχ (Anja Flach), μέλος του συμβουλίου γυναικών Ροτζμπίν (Rojbin) στο Αμβούργο, έγραψε το 2007 ένα βιβλίο για τις σχέσεις των φύλων στον γυναικείο στρατό του ΡΚΚ, ενώ ο Αϊμπογά (Ercan Ayboğa) είναι συνιδρυτής της γερμανικής καμπάνιας «Τόπος Εγκλήματος Κουρδιστάν».

Μολονότι στρατευμένοι, οι τρεις συγγραφείς γράφουν πρώτα για να καταλάβουν οι ίδιοι, και να καταλάβουμε και εμείς, παρά για να πουν από μακριά «τι πρέπει να γίνει». Γι’ αυτό είναι πολύτιμη η έκδοση: γιατί δίνει το λόγο στους επαναστάτες χωρίς να εξιδανικεύει πρόσωπα και καταστάσεις, και γιατί εξηγεί, σε μυημένους και μη, σχεδόν τα πάντα για μια περίπλοκη πραγματικότητα: την ιστορία και την πολιτιστική ποικιλομορφία της Βόρειας Συρίας, τη φιλοσοφία του «δημοκρατικού συνομοσπονδισμού», την πολιτική οργάνωση των αυτόνομων περιοχών (την εξωτερική πολιτική, την άμυνα, το δικαστικό σύστημα, το σύστημα υγείας και την εκπαίδευση), το ζήτημα-«ταμπού» των σχέσεων με τις ΗΠΑ, τις έμφυλες σχέσεις και τα ζητήματα οικολογίας. Το δέκατο πέμπτο και τελευταίο κεφάλαιο του βιβλίου ασχολείται ειδικότερα με τις προοπτικές του κουρδικού κινήματος, ενώ στις πίσω σελίδες, ο αναγνώστης βρίσκει ένα κατατοπιστικό γλωσσάρι που διευκολύνει την ανάγνωση.

Επανάσταση, κοινωνικό και εθνικό ζήτημα

Οι τρεις συγγραφείς στέκονται εξαντλητικά στις προσπάθειες της επανάστασης να κατοχυρώσει την ισοτιμία των εθνικών ομάδων στα τρία καντόνια της Ροζάβα. Το Κοινωνικό Συμβόλαιο, το άτυπο «Σύνταγμα» που συντάχθηκε το 2014 από πενήντα κόμματα και οργανώσεις της Συρίας, ξεκινά με τη φράση:

Με στόχο την ελευθερία και με σεβασμό προς κάθε θρησκεία, εμείς, ως Κούρδοι, Άραβες, Συροϊακωβίτες (Ασσύριοι, Χαλδαίοι, Αραμαίοι), Τουρκμένοι και Τσετσένοι, συντάσσουμε αυτό τον καταστατικό χάρτη ... Οι περιοχές που ελέγχονται από τη δημοκρατική αυτόνομη διοίκηση είναι ανοιχτές στη συμμετοχή όλων των εθνοτικών, κοινωνικών, πολιτισμικών και εθνικών ομάδων μέσω των οργανώσεών τους, σε μια λογική εποικοδομητικής κατανόησης, δημοκρατίας και πλουραλισμού (σ. 51).

Η σημασία της διεθνιστικής αυτής δήλωσης είναι μεγάλη. Όντας διάσπαρτοι οι ίδιοι (19 εκ. ζουν στην Τουρκία, 10-18 στο Ιράν, 5-6 στο Ιράκ, 3 στη Συρία, 500.000 στην πρώην ΕΣΣΔ και περίπου ένα εκατομμύριο στις χώρες της Ευρώπης -- σ. 33), οι Κούρδοι πόνταραν εξαρχής στην άμβλυνση των εθνικών ανταγωνισμών. Πολύ περισσότερο καθώς, τουλάχιστον επί έναν αιώνα, Κούρδοι και Άραβες συγκρούονται με τρόπο που η εθνική καταπίεση να είναι η άλλη όψη της κοινωνικής. Ένα παράδειγμα: Το 1962, πριν από την έλευση του Χαφέζ Άσαντ στην εξουσία, η απογραφή στην περιοχή Χόσικε άφηνε 100-150.000 Κούρδους –όσους δηλαδή δεν μπόρεσαν να αποδείξουν ότι ζούσαν εκεί πριν το 1945 (και ονομάστηκαν ajanib, «ξένοι»), ή όσους απλά δεν βρίσκονταν στα σπίτια τους τη μέρα της απογραφής (maktoumin, «φυγάδες»)–, εκτός διαδικασίας. Οι ανιθαγενείς κληροδοτούσαν την κατάστασή τους στα παιδιά τους. Ιδίως για τη δεύτερη κατηγορία, τους «φυγάδες», η στέρηση της ιθαγένειας σήμαινε κοινωνική εξόντωση:

δεν μπορούσαν να κάνουν αίτηση για διαβατήριο, να εργαστούν στο δημόσιο τομέα, αποκλείονταν απ’ το σύστημα υγείας και πρόνοιας, απαγορευόταν να ταξιδέψουν στο εξωτερικό και δεν είχαν καν το δικαίωμα να μείνουν σε ξενοδοχείο. Σε κάποιες περιπτώσεις, έως και η πρόσβασή τους στην ανώτερη εκπαίδευση ήταν περιορισμένη (σ. 53).

O παναραβισμός του συριακού κόμματος Μπάαθ, του πατέρα Άσαντ, σήμανε απόπειρες εθνοκάθαρσης/εξαραβισμού, δηλαδή απηνείς διώξεις για τους Κούρδους. Θεωρούμενη «εθνικά ομοιογενής», η Αραβική Δημοκρατία της Συρίας απαγόρευε τη συγκρότηση κομμάτων σε εθνική ή θρησκευτική βάση. Και η ίδια θεωρούσε τους Κούρδους πιο επικίνδυνους από τους Συροϊακωβίτες και τους Αρμένιους, τη δεύτερη και την τρίτη πολυπληθέστερη μειονότητα στη χώρα. Αν ο (πατέρας) Χαφέζ Αλ Άσαντ δέχτηκε για ένα διάστημα στρατόπεδα του PKK στο συριακό έδαφος, για λόγους ανταγωνισμού με την Τουρκία, αυτό κράτησε ως τα τέλη του ’90, οπότε και η Τουρκία απείλησε τη Συρία με στρατιωτική σύρραξη.

Παίρνοντας υπόψη την ιστορία, αλλά και το γεγονός ότι οι φυλές της Συρίας είχαν πολιτικό βάρος μεγαλύτερο από τα πολιτικά κόμματα (σ. 105), η επανάσταση επιδίωξε τη συμμετοχή όλων των εθνο-θρησκευτικών ομάδων σε ολόκληρη την κλίμακα της αυτόνομης διοίκησης – και ιδίως των Αράβων που, στη συριακή σύγκρουση, φαινόταν να συμμαχούν με όποιον επικρατούσε κάθε φορά.

Η εύλογη ανησυχία για την εθνική ισοτιμία και την αντιμετώπιση της πατριαρχίας (βλ. παρακάτω) φαίνεται να είχε στη Ροζάβα μια σοβαρή συνέπεια. Με τα λόγια του Ντέιβιντ Γκρέμπερ, που βρέθηκε δίπλα στους αντάρτες, «η απόρριψη του μαρξιστικού δόγματος από μέρος του κουρδικού κινήματος οδήγησε στον απόλυτο παραμερισμό του ταξικού ζητήματος» (σ. 19). Μια από τις αρετές του βιβλίου είναι, λοιπόν, ότι συνδέει τον αυταρχισμό των Άσαντ με τη στροφή από τον «προστατευτικό» αυταρχικό κρατικό καπιταλισμό, του πατέρα Χαφέζ, στη νεοφιλελεύθερη αναδιάρθρωση του γιου, Μπασάρ Άσαντ. Το 2010, το 61% των εργατών έπαιρνε μισθό κάτω από 170 ευρώ το μήνα, οι επενδύσεις κατευθύνονταν στον τομέα των υπηρεσιών, στον τουρισμό και τα ξενοδοχεία, ενώ μόνο το 13% στην παραγωγή (σ. 50).

Η οικονομική φιλελευθεροποίηση οδήγησε στην εισροή ξένων επενδύσεων, ειδικά από το Κουβέιτ, το Κατάρ και τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, αλλά οδήγησε και τον αγροτικό πληθυσμό στη φτώχεια. Η Ροζάβα ήταν απ’ τις περιοχές που επηρεάστηκαν περισσότερο και οι Κούρδοι αναγκάστηκαν να μεταναστεύσουν στις πόλεις (σ. 41).

Γυναίκες και επανάσταση

Η επανάσταση δεν «ενέσκηψε» το 2012 από το μηδέν: προετοιμάστηκε δεκαετίες νωρίτερα. Το PKK δημοσίευσε το πρώτο πρόγραμμά του το 1978 (σ. 34). Αν όμως η Ροζάβα φροντίζει να τονίζει μια «ταυτότητα», αυτή δεν είναι η εθνική –και δη η Κουρδική εθνική–, αλλά η έμφυλη. Ανάγοντας κάπως μηχανιστικά στην πατριαρχία τον καπιταλισμό και τη δημιουργία του εθνικού κράτους, σε μια μπροσούρα με τίτλο «Η Επανάσταση των Γυναικών» (2013), ο Αμπντουλάχ Οτσαλάν έγραφε ότι

κατά τη διάρκεια της Νεολιθικής Περιόδου, μια κοινωνική οργάνωση ολοκληρωμένη και κοινοτική, η οποία ονομάστηκε «πρωτόγονος σοσιαλισμός», δημιουργήθηκε γύρω από τη γυναίκα. Η κοινωνική αυτή οργάνωση «δεν αναγνώριζε καμιά απ’ τις πρακτικές επιβολής της κρατικής οργάνωσης» (1)

Σε κάθε περίπτωση, οι ανάγκες της πολιτικής και στρατιωτικής οργάνωσης προηγήθηκαν κάθε συζήτησης για «ταυτότητες». Το PKK διέθετε γυναικείο στρατό με ξεχωριστή διοίκηση, την Ένωση των Ελεύθερων Γυναικών του Κουρδιστάν (YJAK), ήδη από το 1993 (σ. 72). Η οργάνωση αυτή δεν υπαγορευόταν από έναν ακαδημαϊκό φεμινισμό, αλλά από τη βάναυση καθημερινότητα σε μια πατριαρχική κοινωνία. Η επανάσταση στη Ροζάβα χρειάστηκε να απαγορεύσει το berdel, «μια παραδοσιακή πρακτική γάμου, στην οποία μια οικογένεια δίνει μια γυναίκα σε μια άλλη οικογένεια ή σ’ αντάλλαγμα για μια άλλη γυναίκα ή ως διακανονισμό για μια οικογενειακή αντιδικία» (σ. 102). Πριν από την επανάσταση

Οι δάσκαλοι, αλλά και άλλοι τοπικοί αξιωματούχοι τα παρενοχλούσαν σεξουαλικά και το καθεστώς ανεχόταν αυτές τις επιθέσεις, ώστε οι γυναίκες και τα κορίτσια να μην μπορούν να κινηθούν ελεύθερα, να μην οργανώνονται και να μη δουλεύουν. Η επανάσταση έδωσε τέλος στις σεξουαλικές επιθέσεις, οι υπεύθυνοι τιμωρήθηκαν και δημιουργήθηκε ένα θετικό κοινωνικό κλίμα (σ. 105).

Στη διάρκεια της επανάστασης, οι επιθέσεις των τζιχαντιστών του Ισλαμικού Κράτους συνοδεύονταν από βιασμούς.

Ένας βιασμός σκοπεύει να εκθέσει ότι τα αρσενικά μέλη της οικογένειας της γυναίκας δεν έχουν εκπληρώσει το πατριαρχικό τους καθήκον να την προστατεύσουν, καθώς στις περισσότερες μεσανατολικές κοινωνίες, ο βιασμός κηλιδώνει την «τιμή» της οικογένειας (namus) και η βιασμένη γυναίκα θεωρείται ντροπή. Η απειλή του βιασμού είναι συνειδητό εργαλείο πολέμου, που χρησιμοποιείται εκδικητικά και αποσκοπεί στον εξαναγκασμό των ανθρώπων σε μετανάστευση (σ.105).

Επανάσταση και γυναικεία χειραφέτηση πάνε, λοιπόν μαζί στη Ροζάβα. Στα τέσσερα επίπεδα συμβουλίων εφαρμόζεται η αρχή της διπλής ηγεσίας ή της συμπροεδρίας (hevserok): «τόσο στις κομμούνες όσο και στα δικαστήρια, παντού η ηγεσία εκχωρείται σε δύο άτομα, εκ των οποίων το ένα πρέπει να ’ναι γυναίκα» (σ. 106).

Σε αντίθεση με το πώς οργανώνονται σήμερα τα κινήματα της Αριστεράς, η πολιτική συμμετοχή στη Ροζάβα ποντάρει πολλά στην πολιτική εκπαίδευση. Τα Κέντρα Γυναικείας Εκπαίδευσης και Έρευνας έχουν ως πρωταρχικό σκοπό να μορφωθούν οι γυναίκες πολιτικά και για το σκοπό αυτό ιδρύονται ακαδημίες και οργανώνονται τακτικές επισκέψεις σε σπίτια πόρτα-πόρτα. Βασικός σκοπός

κατά την οικοδόμηση της Ένωσης Γυναικών «Αστέρι», εξηγεί η Σιρίν, ήταν η πολιτική μόρφωση της κοινωνίας γενικά. «Δυο φορές το μήνα επισκεπτόμαστε τις γυναίκες της συνοικίας και τους εξηγούμε το πρόγραμμα της επανάστασης» (σ. 101).

Δημοκρατία των συμβουλίων

Μοιάζει ίσως ειρωνικό, όμως, εκτός από τα δεινά της, η πατριαρχική κοινωνία κληροδότησε και έναν τρόπο να τα αντιμετωπίσει κανείς. Το συμβουλιακό σύστημα της Ροζάβα, μας λένε οι συγγραφείς, έχει τις ρίζες του «στα συμβούλια των γερόντων της παραδοσιακής κοινωνίας, που ήταν διαδεδομένα ως τις δεκαετίες του ’60 και του ’70 […] Αυτή η συνέχεια παρέχει μια γέφυρα κατανόησης μεταξύ παράδοσης κι επανάστασης» (σ. 131).

Και εδώ, όπως και στην οργάνωση του στρατού, χρειάστηκε προετοιμασία. Ήδη πριν από την ίδρυση του PYD (2003) οι Κούρδοι δημιουργούσαν παράνομες επιτροπές. Από το 2007, το Κογκρέσο της Δημοκρατικής Κοινωνίας (DTK) δημιουργούσε Λαϊκά Συμβούλια στις περιοχές με ισχυρότερο το κουρδικό στοιχείο. Και παρά την καταστολή από το τουρκικό κράτος, το PYD στη Συρία ωφελήθηκε από την εμπειρία αυτή: το 2011, «το συμβουλιακό σύστημα ήταν επαρκώς αναπτυγμένο ώστε να αποτελεί μια ισχυρή δομή παράλληλη προς το κράτος, χωρίς να έρχεται σε άμεση σύγκρουση μαζί του [και] τον Αύγουστο του 2011, περίπου ο μισός κουρδικός πληθυσμός της Ροζάβα είχε πια οργανωθεί σε συμβούλια του γυναικείου στρατού» (σ. 122).

Η αποφυγή της άμεσης σύγκρουσης, η λογική της ελαχιστοποίησης της βίας (έναντι αιχμαλώτων ή αμάχων), και της άσκησης βίας μόνο για λόγους αυτοάμυνας, είναι θεμελιώδης για την αυτόνομη διοίκηση. Τα συμβούλια, το βασικό κύτταρό της, οργανώνονται σε τέσσερα επίπεδα (σ. 124-128):

* Στη βάση βρίσκεται η Κομμούνα (30-500 νοικοκυριά), που οργανώνει τη συνέλευσή της κάθε μήνα.

* Στο δεύτερο επίπεδο βρίσκεται η συνοικία, που αποτελείται από 7ως 30 κομμούνες.

* Το τρίτο επίπεδο είναι η περιφέρεια, που συμπεριλαμβάνει μια πόλη και τα διπλανά χωριά (στο περιφερειακό λαϊκό συμβούλιο συνεδριάζουν 100 με 200 άτομα). Το συντονιστικό όργανο του περιφερειακού συμβουλίου, που εκπροσωπεί πολλές κομμούνες και συνοικίες, ονομάζεται TEV-DEM (Κίνημα Δημοκρατικής Κοινωνίας, Tevgera Civaka Demokratik), και αποτελείται από 20-30 άτομα. Εδώ εμπλέκονται πολιτικά κόμματα, ΜΚΟ και κοινωνικά κινήματα.

* Το υψηλότερο επίπεδο είναι το Λαϊκό Συμβούλιο του Δυτικού Κουρδιστάν (MGRK), που αποτελείται απ’ όλα τα περιφερειακά συμβούλια. Το Λαϊκό Συμβούλιο του Δυτικού Κουρδιστάν (MGRK) σχηματίστηκε τον Αύγουστο του 2011 και εξέλεξε το TEV-DEM όλης της Ροζάβα (33 μέλη).

Σε κάθε ένα από τα τέσσερα επίπεδα συμβουλίων οργανώνονται 8 θεματικές επιτροπές: επιτροπή γυναικών, υγείας, άμυνας, δικαιοσύνης οικονομίας, πολιτικής, ελεύθερης κοινωνίας, κοινωνίας των πολιτών. Οι θεματικές επιτροπές όλων των επιπέδων συντονίζονται μεταξύ τους. Στην υγεία, για παράδειγμα,

Οι συνελεύσεις υγείας είναι ασυζητητί τα πιο σημαντικά όργανα σε ό,τι αφορά την πολιτική υγείας της Ροζάβα. Σ’ αυτές συμμετέχουν οι γιατροί (τόσο των δημόσιων νοσοκομείων, όσο και οι γιατροί των ιδιωτικών κλινικών και οι ιδιώτες γιατροί), οι φαρμακοποιοί, οι βοηθοί εργαστηρίου και το νοσηλευτικό προσωπικό, μα και άλλες οργανώσεις του ιατρικού τομέα, καθώς και ανθρωπιστικής βοήθειας, όπως η Κουρδική Ερυθρά Ημισέληνος (σ. 231).

Αλληλεγγύη και συντροφική κριτική

Ο αναρχικός ανθρωπολόγος Ντέιβιντ Γκρέμπερ, που βρέθηκε για δέκα μέρες στο Καμισλό το 2014, σημειώνει στον πρόλογο της αγγλικής έκδοσης του βιβλίου (Pluto Press 2016) πως, όποιος υποστηρίζει μια επανάσταση, θέλει και να τη δει να κερδίζει. Από αυτή την άποψη, ο ίδιος δεν συμμερίζεται την κριτική για τη συνεργασία των Κούρδων με τις ΗΠΑ. Από την άλλη, η επαναστατική διαδικασία ανέδειξε για τον Γκρέμπερ τρία προβλήματα. Αναφερθήκαμε νωρίτερα στο πρώτο: την παραγνώριση της ταξικής εκμετάλλευσης. Ο ίδιος θέτει επίσης το ζήτημα του χρόνου και της ενοποίησης των αυτόνομων δομών από τα πάνω και από τα κάτω.

Η μορφή άμεσης δημοκρατίας που υιοθέτησε η Ροζάβα είναι πολύ χρονοβόρα […] Τονιζόταν πάντα πως ήταν εκπρόσωποι, όχι αντιπρόσωποι. Πρέπει να συζητήσουν τα πάντα, δεν μπορούν να πάρουν αποφάσεις από μόνοι τους. Αυτό σημαίνει πως καθένας σε μια συνέλευση δήμου πρέπει να συμμετέχει σε τρεις διαφορετικές ομάδες, σε τρία επίπεδα, κι αν ανήκει σε δημοτική ομάδα εργασίας, σε έξι ομάδες! Οι συναντήσεις είναι πάντα μεγάλης διάρκειας – είναι δύσκολο να φανταστεί κανείς πώς κάποιος, που δεν μπορεί να διαθέσει τόσο χρόνο, θα μπορούσε να αντεπεξέλθει. Έτσι μειώνεται δραστικά ο αριθμός των ανθρώπων που μπορούν να παίξουν ενεργό πολιτικό ρόλο. Ελλοχεύει ο κίνδυνος δημιουργίας μιας κάστας πολιτικών, δηλαδή ακριβώς αυτό που το νέο σύστημα προσπαθεί ν’ αποφύγει (σ. 20).

Για το ζήτημα της ενοποίηση των δομών και από τα πάνω, ο Γκρέμπερ δίνει δύο παραδείγματα. Το ένα έχει να κάνει με το περίπλοκο σύστημα απονομής δικαιοσύνης της Ροζάβα που, αξιοποιώντας την κουρδική παράδοση, απαιτεί τη συναίνεση θύτη, θύματος και των οικογενειών του, προκειμένου να επιβάλει την τιμωρία όσων διαπράττου εγκλήματα. Για αξιοσέβαστες μη κυβερνητικές οργανώσεις, όπως η Human Rights Watch, ένα τέτοιο σύστημα δεν εγγυάται τα ανθρώπινα δικαιώματα, και η κριτική για την επανάσταση μπορεί να σημαίνει περισσότερη διεθνή απομόνωση.

Το δεύτερο παράδειγμα έχει να κάνει με τις αερομεταφορές. Ενώ το συριακό καθεστώς μπορούσε π.χ. να μεταφέρει αρρώστους, οι Δυνάμεις Ασφαλείας (για την εσωτερική ασφάλεια) και οι YPG/YPJ (τα σώματα ασφαλείας για την απόκρουση εξωτερικών επιθέσεων) δεν θα είχε καν νόημα να καταλάβουν το αεροδρόμιο:

– τι θα κέρδιζαν; Δεν είχαν πολεμική αεροπορία. Και τα εμπορικά αεροσκάφη πού θα πήγαιναν; Προφανώς, πουθενά εντός Συρίας. Αλλά για να επιτραπούν διεθνείς πτήσεις, θα πρέπει να υπογράψει κανείς μια ατελείωτη σειρά από συμφωνίες για την ασφάλεια, τα τελωνεία, την υγεία και ασφάλεια, το εμπόριο... Μονάχα τα κράτη συνάπτουν τέτοιες συμφωνίες. Αν η δημοκρατική αυτοδιεύθυνση δεν αυτοανακηρυχθεί σε κράτος, που θ’ αναγνωριστεί ως τέτοιο από άλλους, δεν θα μπορούσαν να κάνουν κάτι το αεροδρόμιο (σ. 21).

Τα διλήμματα για την επαναστατική στρατηγική, προτού γίνουν θεωρητικά, είναι πρώτα πρακτικά. Χρειάζεται άραγε να το πούμε; Αν η Ροζάβα χάσει, οι άνθρωποι και οι συλλογικότητες που θέλουν στ’ αλήθεια να αλλάξουν τα πράγματα, θα έχουν, θα έχουμε, χάσει κι εμείς – και όχι μόνο στη θεωρία.

_____________________________

1. Abdullah Öcalan, Liberating Life: Woman's Revolution, International Initiative, 2013, p. 14 (διαθέσιμο εδώ: http://www.freeocalan.org/wp-content/uploads/2014/06/liberating-Lifefinal.pdf)