Γιατί να υπάρχει κάτι και όχι τίποτε; Του Χρήστου Λάσκου

Διονύσης Σιμόπουλος

Η άνοιξη του Σύμπαντος

Μεταίχμιο, σελ. 292

 

Το Σύμπαν δεν είναι παρά μια ανακατανομή του κβαντικού τίποτε  

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΝΑΝΟΠΟΥΛΟΣ

 

Το ερώτημα του τίτλου είναι από το πιο καίρια ερωτήματα στην ιστορία της Φιλοσοφίας. Από το Λάιμπνιτς, μάλιστα, κι έπειτα –με αποκορύφωμα το έργο του Χάιντεγκερ στο πρώτο μισό του 20ου αιώνα- αποτελεί το κέντρο της οντολογικής συζήτησης.

Βέβαια, είναι εύκολο, στο πλαίσιο μιας ορισμένης αναλυτικής φιλοσοφίας αγγλοσαξονικού τύπου να θεωρηθεί ως το κατεξοχήν α-νόητο ερώτημα στο μέτρο που είναι εξαιρετικά δύσκολο να οριστεί το ίδιο του το περιεχόμενο. Είναι εξαιρετικά δύσκολο, δηλαδή, να προσδιοριστεί το τι ακριβώς ρωτάμε θέτοντας αυτό το ερώτημα, το τι σημαίνει το ερώτημα. Πολύ περισσότερο που, αν δεν υπήρχε έστω «κάτι», δεν θα μπορούσε καν να τεθεί το ερώτημα. Από τον χώρο του «τίποτε» τίποτε δεν θα ήταν δυνατόν να ερωτηθεί.

Παρόλα αυτά, το ερώτημα τέθηκε και κατατρέχει την ανθρώπινη σκέψη, χαρακτηρίζοντας κάποιες από τις υψηλότερες στιγμές της. Ενδιαφέρον είναι, μάλιστα, το γεγονός πως οι θεωρούμενοι ως πιο «αντιμεταφυσικοί» τομείς της –με κορυφαίο παράδειγμα τη Φυσική- κάθε άλλο παρά το αγνοούν. Και όχι μόνο. Έρχονται να προσθέσουν και άλλα αντίστοιχα ερωτήματα, που δύσκολα μπορούν να διακριθούν από τη «μεταφυσική».

Γιατί να έχει ο κόσμος τέσσερις διαστάσεις; Γιατί να υπάρχουν τέσσερις θεμελιώδεις δυνάμεις/αλληλεπιδράσεις;, Γιατί όχι μία, έντεκα ή σαρανταδύο; Γιατί να υπάρχουν τρία ζευγάρια από κουάρκ κι ο κόσμος να συγκροτείται μόνο από ένα από αυτά; Γιατί το Σύμπαν μιλάει τη μαθηματική γλώσσα; Γιατί οι μάζες των στοιχειωδών σωματιδίων είναι αυτές που είναι και όχι άλλες, μέσα από ένα άπειρο φάσμα δυνατών τιμών; Γιατί υπάρχει νοήμων ζωή, όταν η πιθανότητα για τις εξελικτικές διαδικασίες που τη δημιούργησαν είναι απείρως κοντά στο μηδέν;

Θα μπορούσα να προσθέσω δεκάδες αντίστοιχα «γιατί», που τίθενται από την προοπτική της Φυσικής και άπτονται πολύ στενά τους ερωτήματος του τίτλου. Η «μεταφυσική» -με την έννοια της καθαρής οντολογικής έρευνας- αναζήτηση είναι σε μεγάλο βαθμό τμήμα της πιο στιβαρής επιστήμης, που έχει δημιουργήσει η ανθρωπότητα στην πορεία των χρόνων. Αυτής, μάλιστα, που ορκίζεται στην μοναδική ανάγκη πειραματικής/ εμπειρικής επιβεβαίωσης των προτάσεών της, που δεν αρέσκεται, δηλαδή, καθόλου στη περιήγησή της στη χώρα της νεφελοκοκκυγίας.

Μήπως, όμως, ο κόσμος είναι «τίποτε»; Ή, τουλάχιστον, πολύ κοντά στο τίποτε; Μήπως όλη αυτή η ποικιλία μορφών, όλος αυτός ο παρατηρούμενος πλούτος εντυπώσεων είναι τελικά «ψευδαίσθηση»;

Ας πάρουμε μια εικόνα της κατάστασης, όπως την παρουσιάζει ο Σιμόπουλος, ξεκινώντας με το γεγονός ότι στο, ορατό από μας σήμερα Σύμπαν, υπάρχουν το λιγότερο 500 δισεκατομμύρια γαλαξίες:

«[Ο] μέσος όρος των αποστάσεων μεταξύ των άστρων είναι περίπου 40 τρισεκατομμύρια χιλιόμετρα. Φανταστείτε ότι αν σμικρύναμε το γαλαξία μας κατά ένα τρισεκατομμύριο φορές [για να τον φέρουμε στα δικά μας μέτρα], τότε κάθε ένα από τα 200 δισεκατομμύρια άστρα του, συμπεριλαμβανομένου του Ήλιου μας, θα είχε το μέγεθος που έχει το κεφάλι μιας καρφίτσας, ενώ το ένα από τ’ άλλο θα βρίσκονταν σε μέση απόσταση 40 περίπου χιλιομέτρων. Ή ακόμα καλύτερα: αν ο Ήλιος είχε το μέγεθος μιας μπάλας πινγκ πονγκ, τότε το πλησιέστερο σε εμάς άστρο, ο Εγγύτατος του Κενταύρου, θα είχε το μέγεθος ενός ρεβιθιού σε απόσταση 1100 χιλιόμετρα» (σελ. 251).

Ας σκεφτούμε: ένα μπαλάκι του πινγκ πονγκ εδώ και τίποτε ενδιάμεσα μέχρι το ρεβίθι, σε απόσταση 1100 χιλιομέτρων! Σχεδόν τίποτε, προφανώς. Το σύνολο του κόσμου είναι κενό, εντελώς παγωμένο κενό, με μέση θερμοκρασία στους -270.3 βαθμούς Κελσίου! Το μόνο υλικό του περιεχόμενο είναι μικρά μπαλάκια σε ιλιγγιώδεις μεταξύ τους αποστάσεις.          

Ίδια, όμως είναι και η εικόνα που αφορά τον μικρόκοσμο. Το άτομο του υδρογόνου δεν είναι παρά ένας πυρήνας κι ένα ηλεκτρόνιο σε περιφορά γύρω του. Ο όγκος του ατόμου είναι 1000000000000000 φορές μεγαλύτερος από τον όγκο του πυρήνα, που σημαίνει πως έχουμε 1 μέρος ύλης για κάθε 99999999999999 μέρη κενού!

Το Σύμπαν, λοιπόν, δεν είναι παρά κενός χωροχρόνος με μικροστίγματα ύλης στο «εσωτερικό» του! Σχεδόν τίποτε, πραγματικά. Τα σημερινά δεδομένα μας οδηγούν στη γνώση πως ο κόσμος, αφού ξεκίνησε με μια «Μεγάλη Έκρηξη» πριν από 14 περίπου δισεκατομμύρια χρόνια, «όταν το Σύμπαν ήταν απείρως μικρό και απείρως καμπύλο, με όλη την ύλη και την ενέργειά του περιορισμένη σ’ ένα και μοναδικό μαθηματικό σημείο, σ’ ένα «αρχέγονο άτομο» (σελ. 61), έχει σήμερα διάμετρο 93 δισεκατομμύρια χιλιόμετρα. Ενώ υπολογίζουμε πως το μη ορατό μέρος του έχει διάμετρο τουλάχιστον 250 φορές μεγαλύτερη και όγκο 15000000 φορές μεγαλύτερο, αν δεν είναι άπειρο σε διαστάσεις! Ένας απέραντος κόσμος κατά βάση κενός. Η «ματαιότητα» στο πλήρες μεγαλείο της.    Μια κοσμική «μοναδικότητα χωρίς παρελθόν», μια «μέρα χωρίς χθες»  που εξελίσσεται περίπου στο τίποτε και που τελικά, μετά ένα μέλλον που έχει όλες τις προοπτικές «να διαρκέσει πολύ» θα είναι ακριβώς «τίποτε».

Η σημερινή κοσμοεικόνα είναι, λοιπόν, σαφής και ακριβής. Ένα «κάτι», που ξεκίνησε από το τίποτε και θα καταλήξει στο τίποτε, περνώντας τη ύπαρξή του ως σχεδόν τίποτε.  Η Φυσική μαζί με την Οντολογία στέκονται μπροστά στο πιο πυρηνικό «μυστήριο» του Είναι και με αυτή τους στη στάση ικανοποιούν τη σημαντικότερη, νομίζω, αποστολή τους.

Ο Σιμόπουλος, με την «Άνοιξή» του, μας δίνει μια εξαιρετική δυνατότητα να προσεγγίσουμε αυτά τα βαθειά ερωτήματα. Δεν αφορά μόνο τους φυσικούς ή τους φοιτητές της Φυσικής. Το βιβλίο αξιοποιεί τις πιο πρόσφατες κατακτήσεις από τα πεδία της Κβαντομηχανικής, της Αστροφυσικής, της Κοσμολογίας και της Σωματιδιακής Φυσικής, με γλαφυρό και καθαρό λόγο και ανοίγει ευρύτερους δρόμους στην σκέψη όλων μας.  

Ο Βιτγκενστάιν μας είχε προειδοποιήσει αυστηρά στο Tractatus: «Για ό,τι δεν μπορεί κανείς να μιλήσει, καλύτερα να μένει σιωπηλός». Ο Σιμόπουλος ξεκινάει το βιβλίο του με αυτά τα σπουδαία λόγια. Και, στη συνέχεια, σε λιγότερες από 300 σελίδες, μας δείχνει για πόσο πολλά μπορούμε να μιλήσουμε σήμερα ακριβώς πατώντας πάνω στην εκπληκτική εξέλιξη της σύγχρονης Φυσικής. Θέματά του, μεταξύ άλλων,  η Σχετικότητα και η Κβαντική Θεωρία, το εσωτερικό του Ατόμου, το καθιερωμένο Πρότυπο και οι Υπερχορδές,  η σκοτεινή Ύλη και Ενέργεια, η Γεωμετρία, το Μέγεθος και το Μέλλον του Σύμπαντος, ο Πληθωρισμός και τα Παράλληλα Σύμπαντα, οι Γαλαξίες και τα Κβάζαρς.

Ο Τζον Γκρίμπιν, από τα μεγαλύτερα ονόματα της «Δημόσιας Φυσικής» στον κόσμο εδώ και τέσσερις δεκαετίες έχει γράψει:

«Ο πρώτος που είχε το θάρρος, ή μάλλον το θράσος, να προτείνει την ιδέα πως το σύμπαν δεν είναι παρά ένα «τίποτε» ήταν ο Ed Tryon, ο οποίος το 1970 σε μια διάλεξη του βρετανού κοσμολόγου Dennis Sciama «πέταξε» την ιδέα ότι το Σύμπαν ίσως είναι μια τυχαία «κβαντική διακύμανση» του ενεργειακού κενού. Όλοι τότε γέλασαν με την ιδέα κι έτσι το θέμα ξεχάστηκε, μέχρις ότου ο Tryon δημοσίευσε επίσημα την ιδέα του αυτή σ’ ένα άρθρο του στο περιοδικό Nature τον Δεκέμβριο του 1973».

Ο Σιμόπουλος μας δείχνει πως είναι πλέον κοινός τόπος πως «το κενό είναι υπερπλήρες» και έτσι οι ίδιες οι έννοιες του «κάτι» και του «τίποτε» αλλάζουν δραστικά.

Η Φυσική, αλλά και η Φιλοσοφία, στα καλύτερά της.