Το έθνος ως ύπαρξη και ως παράσταση. Του Χρήστου Λάσκου

Βίκυ Καραφουλίδου, «…της μεγάλης ταύτης ιδέας…» - Όψεις της εθνικής ιδεολογίας 1770-1854, εκδόσεις Πόλις, σελ. 416

Το βιβλίο της Βίκυς Καραφουλίδου είναι μια συστηματική και ιδιαίτερα τεκμηριωμένη προσπάθεια να διευκρινιστεί η γενεαλογία μιας από τις «μεγαλύτερες», από την άποψη των αποτελεσμάτων στη διαμόρφωση της πορείας του ελληνικού έθνους-κράτους, ιδέες -της Μεγάλης Ιδέας.

Πρόκειται, λοιπόν, κατά την κυριολεκτικότερη έννοια για μια ιστορία των ιδεών, της οποίας η ωραιότερη πρόκληση, όπως επισημαίνει η ίδια η συγγραφέας, παραμένει η προσπάθεια ανάκτησης της αλλοτινής οπτικής και της λανθάνουσας ευαισθησίας των ανθρώπων του παρελθόντος.

Πώς σκέφτονται, πώς κατανοούν, πώς αισθάνονται οι περασμένοι άνθρωποι την εποχή τους; Πώς τοποθετούνται απέναντι στα κρίσιμα γεγονότα του καιρού τους;

Αυτά είναι  τα θεμελιώδη ερωτήματα, στα οποία επιχειρεί να απαντήσει το βιβλίο. Με την προκαταρκτική παρατήρηση πως «[κ]άθε φορά που ένας αιώνας, εν προκειμένω ο 19ος, μιλάει για τον εαυτό του, ο λόγος του αναγκαστικά εκφέρεται σε διπλό χρόνο: ως λόγος εν θερμώ, δηλαδή ως πολιτική πράξη όταν τα πράγματα συμβαίνουν, και έπειτα ως μαρτυρία, ως απομνημονεύματα ή ως αυτοβιογραφία, εν τέλει ως κατοπινός αναστοχασμός και μεθύστερη επεξεργασία του βιωμένου παρελθόντος». 

Η Μεγάλη Ιδέα έχει συνδεθεί με την περίφημη ομιλία στη Βουλή του Ιωάννη Κωλέττη, στις 14 Ιανουαρίου του 1844. Η ημερομηνία αυτή θεωρείται ότι αποτελεί μια καμπή στην ιστορία της διαμόρφωσης του ελληνικού εθνικισμού. Άλλωστε, «της μεγάλης ταύτης ιδέας» τα επίχειρα βιώνουμε μέχρι και σήμερα, όχι μόνο σε συγκεκριμένες οριακές περιστάσεις, αλλά και ως προς τη συγκρότηση της «καθημερινής» ιδεολογίας της ελληνικής  κοινωνίας.  Από αυτήν την άποψη, η Καραφουλίδου μας βοηθάει ιδιαίτερα να κατακτήσουμε, οι σημερινοί κάτοικοι του τότε «Προτύπου Βασιλείου», την αναγκαία αυτογνωσία, γυρνώντας στην ιστορία των ιδεών, που σε μεγάλο βαθμό μας συγκρότησαν ως «έθνος».

Η συγγραφέας παρακολουθεί την εξέλιξη αυτών των ιδεών πολύ πριν από το συμβολικό έτος 1844, αποδεικνύοντας, μέσα από τα σημαντικότερα, τα καταστατικά κείμενα των «ιδρυτών του έθνους», πως ισχυρότατα σπέρματα της Μεγάλης Ιδέας βρίσκονται σχεδόν παντού, από το δεύτερο μισό  του 18ου αιώνα κι έπειτα. Αντίστοιχα σπέρματα, μάλιστα, βρίσκονται όχι μόνο στο λόγο των Ελλήνων (ή, μήπως, Ρωμιών;) Πατέρων, αλλά και σε αυτόν πλείστων όσων φιλελλήνων, κυρίως ριζοσπαστών της εποχής, οι οποίοι φαίνεται να ενέχονται στην «επινόηση του Έθνους» μας τουλάχιστον τόσο όσο και οι Ρωμιοί. Όπως σημειώνει χαρακτηριστικά η Καραφουλίδου, στη δεκαετία του 1820, «προς την ισχυρή ιστορική θεμελίωση των διεκδικήσεων του ελληνικού εθνικού κινήματος, οι συνθήκες είχαν από καιρό φανεί εξαιρετικά ευνοϊκές. Η αρχαία Ελλάδα και η ιδιάζουσα βαρύτητά της για τη συγκρότηση της νεωτερικής ευρωπαϊκής αυτοσυνείδησης είχαν οδηγήσει στην «ανακάλυψη» τόσο των νεότερων Ελλήνων όσο και της «χώρας» τους, κατά τον 17ο και τον 18ο αιώνα. Με δυό λόγια, το κραταιότερο των επιχειρημάτων βρισκόταν ήδη έτοιμο» (σελ. 50).

Η Επανάσταση ήρθε να λειτουργήσει ως καταλύτης στη διαδικασία αυτή. Η μαζικότατη φιλελληνική κινητοποίηση περιλαμβάνοντας τα περισσότερα από τα ριζοσπαστικά ρεύματα της εποχής, έφερε ως αποτέλεσμα «ο μόνος λαός της οθωμανικής αυτοκρατορίας, εξ αρχής διακριτός με ιδιαίτερα προνομιακούς όρους στη δυτική φαντασία», να αποκτήσει τεράστια πολιτική σημασία και απτή υπόσταση. Η Επανάσταση έκανε την «επινόηση» υλικά πειστική και γι’ αυτό ιδιαίτερα «πιστευτή». Άλλωστε, όπως πολύ καλά εξηγεί η Καραφουλίδου, η εποχή είναι μεταιχμιακή για όλους, «Έλληνες», φιλέλληνες και «ανθέλληνες» εξίσου. Κι αν μετά από 200 χρόνια, εμείς ξέρουμε πως τότε «φτιάχνονταν» τα έθνη –κράτη γι’ «αυτούς» ούτε αυτό ήταν προφανές και δεδομένο. Οι αυτοκρατορίες ακόμη συνιστούσαν το συνήθη τρόπο κρατικής συγκρότησης και δεν ήταν πολλοί αυτοί που αντιλαμβάνονταν την κολοσσιαία μεταβολή που συνέβαινε συμπληρωματικά με την κατίσχυση του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής στην Ευρώπη της εποχής. Χαρακτηριστικές είναι οι σελίδες του βιβλίου που περιγράφουν την τοποθέτηση του Ελβετού Sismonde de Sismondi, γνωστού σε εμάς από τις οικονομικές του μελέτες και την κριτική του Μαρξ, αναφορικά με το ελληνικό ζήτημα και το ερώτημα του ποιοι ήταν οι «Έλληνες». Εδώ, όπως και σε πολλούς άλλους φιλελεύθερους –με την τότε, σχεδόν επαναστατική, έννοια του όρου- θα δούμε περίεργες μετατοπίσεις, μη αναμενόμενες από τους γόνους του ριζοσπαστικού διαφωτισμού. Στάσεις, για παράδειγμα, απέναντι στη θρησκεία, οι οποίες δεν είναι «κανονικά» συμβατές με τον αθεϊσμό ή τον ντεϊσμό, που συνειδητά επιλέγουν ως φιλοσοφική τοποθέτηση ή με τον έντονο αντικληρικαλισμός τη διανοητικής παράδοσής τους. Η υπεράσπιση του ελληνικού επαναστατικού αγώνα εξηγεί πολλά τέτοια «μη αναμενόμενα».

Η Μεγάλη Ιδέα έχει, δικαίως, αντιδραστικές συνδηλώσεις να την ακολουθούν. Σήμερα ακόμη, η κληρονομιά της, φασίζουσα, ψοφοδεής ή και τα δυό μαζί, αφήνει βαρύ το αποτύπωμά της –τα «μακεδονικά», παραδείγματος χάρη, είναι ένα καλό δείγμα της διαρκούς τοξικότητας που παράγει.

Η Καραφουλίδου μας βοηθάει να καταλάβουμε πώς ξεκίνησε το πράγμα και από ποιους παράδοξους  δρόμους πέρασε. Μας δείχνει πως οι σημαίνουσες εμμονές του νεοελληνικού εθνικού φαντασιακού λειτουργούσαν ήδη στον αμφίδρομο διάλογο ανάμεσα στους Έλληνες και σε πολλούς από τους περισσότερο ριζοσπαστικούς Ευρωπαίους της εποχής της Επανάστασης: «η χριστιανική πίστη ως αναπόσπαστο κομμάτι της εθνικής ταυτότητας, το «κατεξοχήν έθνος», η αίσθηση «ανωτερότητας» έναντι των γειτονικών λαών, η αξεπλήρωτη –στα όρια του πλέγματος- «οφειλή» της Ευρώπης, αλλά και η επιφυλακτικότητα απέναντί της, η φαντασιακή γεωγραφία της Κωνσταντινούπολης, το επιχείρημα της «μη ανάμειξης» κατακτητών και κατακτημένων ή η διαχρονική «αντιστασιακή» συνείδηση» (σελ. 99).         

Οι ίδιες εμμονές, απολύτως διαμορφωτικές της εθνικής ιδεολογίας, υπήρχαν, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, στον ένα ή στον άλλο βαθμό, στους μεγάλους εκπροσώπους του νεοελληνικού Διαφωτισμού. Η Καραφουλίδου, ανασκάπτοντας τα καταστατικά για τη νεοελληνική ιδεολογία κείμενα του Καταρτζή και του Μοισιόδακα, του Κοραή, αλλά και του Ρήγα, μεταξύ άλλων, διαβάζοντας την Ελληνική Νομαρχία, αλλά και Γεωγραφία Νεωτερική –Περί της Ελλάδος, η οποία περιγράφει την ομορφότερη χώρα του κόσμου  (όπου «γίνονται παντού λεϊμονιαίς, πορτοκαλιαίς, […] κερασιαίς, αμυγαδαλιαίς, καρυδιαίς, απιδιαίς» και χίλια άλλα «κάρπιμα» και κυκλοφορούν ολούθε «ελάφια, αγριογούρνα, ζαρκάδια, αγριογίδια […] πάπιαις […] φάσσαις πλήθος, […] αγριοπετηνάρια […] και όλα τα καλά του κόσμου), βρίσκει πολλά ερείσματα της Μεγάλης Ιδέας ήδη στην προεπαναστατική φωτισμένη σκέψη. Αυτό το ιδρυτικό απόθεμα για τη δόμηση της εθνικής ιδεολογίας, γεμάτο αμηχανίες και αντιφάσεις, εγκυμονεί ως ισχυρή δυνατότητα τη Μεγάλη Ιδέα. Από τη  άλλη, το ίδιο το διαφωτιστικό απόθεμα εξελίσσεται στο χρόνο, ανάλογα με τις καμπές και τις απαιτήσεις, τις χαρές και τις απελπισίες –ανάλογα και με την προσωπική πορεία των ανθρώπων που το φτιάχνουν. Ή την νεαρή ή προχωρημένη τους ηλικία και τα συναισθήματα, που ακολουθούν αυτήν την εξέλιξη.

Μια πολύ όμορφη και άμεση περιγραφή τέτοιων πραγμάτων, χαρακτηριστική της οπτικής της Καραφουλίδου, είναι αυτή που αναφέρεται στο έτος 1812, όταν ο ξενιτεμένος νεαρός Ιάκωβος Ρώτας ανακοινώνει στον «φιλευγενέστατο φίλο» του Αδαμάντιο Κοραή τη μεγάλη του απόφαση να παντρευτεί «σύζυγον ομογενή, ομόθρησκον και ομοπάτριον, [ώστε] να φυλάξω αμετάτρεπτα τα πάτρια ήθη», ο μεγάλος κοσμοπολίτης διανοούμενος θα απαντήσει: «Έκαμες φρόνιμα εμβαίνων εις τον ζυγόν του γάμου, φρονιμώτερα, ότι συνεζεύχθης και με ομογενή, και φρονιμώτατα, ότι και ομοπάτριον, και εκλεγμένην από τους γονείς σου». Γράφει η Καραφουλίδου: «Το 1812-1813, που γράφονται αυτά […έ]χει περάσει πολύς καιρός από το 1772-1774 […] Τότε, [που ο νεαρός Κοραής] ερωτευόταν μια όμορφη «Καλβίνα» (Ολλανδέζα προτεστάντισσα, Χ.Λ.) και κλειδωνόταν στην κάμαρα μαζί της» (σελ. 175). Τότε ήταν ο συντηρητικός Σταμάτης Πέτρου που επέχαιρε με το γεγονός πως το ξένο κι αλλόθρησκο κορίτσι είχε «ευτυχώς» πεθάνει- «ευτυχώς», γιατί η θελκτική «αμορόζα» δεν έγινε ποτέ η αλλογενής σύζυγος ανδρός ομογενούς. Τώρα, ο ίδιος ο Κοραής ήταν που επιβράβευε τον Ρώτα για την επιλογή του.

***

Στο τελευταίο μέρος του βιβλίου, η Καραφουλίδου μας μεταφέρει στο τέλος της επιλεγμένης περιόδου, στα μέσα του 19ου αιώνα, λίγο πριν λίγο μετά από τη μεγάλη κριμαϊκή σύγκρουση του 1853. Διευκρινίζει το πολιτικό στίγμα της Μεγάλης Ιδέας, συγκεκριμένα της αυτοκρατορικής της εκδοχής, στα διαφορετικά σενάρια των αδελφών Σούτσων, του Σπυρίδωνα Ζαμπέλιου,  του Μάρκου Ρενιέρη και του Κωνσταντίνου Δόσιου και το πόσο καθορίζει αυτή την εθνική συνείδηση σε έναν φιλελεύθερο ακόμη προσανατολισμό του ελληνικού εθνικού λόγου, σε αντιστοιχία με τον ευρύτερο δημοκρατικό χαρακτήρα, που διατηρούσαν ακόμη οι εθνικές ιδεολογίες στο ευρωπαϊκό πλαίσιο της εποχής. Όπως σημειώνει η συγγραφέας: «Το ελληνικό αυτοκρατορικό όνειρο συνιστά ένα είδος «μαθητείας» του ελληνικού εθνισμού στον αναδυόμενο κόσμο των εθνών-κρατών –ενός κόσμου που έχει, βέβαια, ανατείλει αλλά το περίγραμμά του δεν έχει ακόμη καταστεί αντιληπτό με σαφήνεια στον ιστορικό ορίζοντα εκείνης της εποχής. Όπως έχει επισημανθεί, η λογική αντίφαση ανάμεσα στο εθνικό κράτος και την πολυεθνοτική αυτοκρατορία γίνεται μεν σήμερα σε εμάς ορατή, δεν μπορεί όμως να γίνει –και τελικά δεν είναι- αισθητή στους ανθρώπους εκείνης της εποχής (σελ. 376).

Η ανάλυση της Καραφουλίδου τελειώνει στα 1854. Η υποστροφή προς συντηρητικότερες έως αντιδραστικές εκδοχές θα ακολουθήσει καθορίζοντας, μαζί με άλλα, την ελληνική εθνική ιδεολογία στον ενάμιση αιώνα που ακολούθησε και παρήγαγε –και παράγει- πλήθος τεράτων.  Το βιβλίο, όμως, μας βοηθάει να κατανοήσουμε και τα μετέπειτα, ακριβώς μέσα από την σύνθετη διακρίβωση των προτέρων. Αποτελεί μια σπουδαία συμβολή στη βιβλιογραφία με πολύ μεγάλο πολιτικό  ενδιαφέρον.