Emin Alper: Δε θα λάβουμε μέρος σε αυτό το έγκλημα

Στην Τουρκία η καταπάτηση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων έχει λάβει τρομακτικά χαρακτηριστικά με τις διώξεις των πάνω από χιλίων ανθρώπων που υπέγραψαν την “Έκκληση για την Ειρήνη” να συνεχίζονται μέχρι σήμερα. Σύμφωνα με έκθεση του ΟΗΕ κατά την διάρκεια των 18 μηνών της κατάστασης έκτακτης ανάγκης 160.000 άνθρωποι έχουν συλληφθεί, 152.000 δημόσιοι υπάλληλοι έχουν απολυθεί, πολλοί από τους οποίους με τρόπο εντελώς αυθαίρετο, εκπαιδευτικοί, δικαστές και δικηγόροι έχουν απολυθεί ή διώκονται, δημοσιογράφοι έχουν συλληφθεί, ΜΜΕ έχουν κλείσει και ιστότοποι έχουν μπλοκαριστεί. Σε αυτά προστίθενται και οι πρόσφατες 18.000 απολύσεις που διέταξε ο Ερντογάν με διάταγμα που δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα της Κυβέρνησης, ανάμεσα στους οποίους πάρα πολλά μέλη των δυνάμεων της τάξης, αλλά και εκπαιδευτικοί και πανεπιστημιακοί.

Αναδημοσιεύουμε την δήλωση που έκανε ο σκηνοθέτης Emin Alper, ακαδημαϊκός στο Τεχνικό Πανεπιστήμιο της Κωνσταντινούπολης, στο 36ο Ποινικό δικαστήριο, όπου δικάζεται για “διασπορά προπαγάνδας τρομοκρατικής οργάνωσης” επειδή υπέγραψε την έκκληση με τίτλο “Δεν θα λάβουμε μέρος σε αυτό το έγκλημα”. Η έκκληση είχε υπογραφεί από τους “Ακαδημαϊκούς για την Ειρήνη”, μια ομάδα 2.000 ατόμων που υποστηρίζουν την ειρήνευση στα Νοτιοανατολικά της Τουρκίας.

Στην έκκληση αυτή οι υπογράφουσες και οι υπογράφοντες δηλώνουν ότι αποκηρύσσουν τόσο την κρατική βία ενάντια στους Κούρδους όσο και την συνεχιζόμενη παραβίαση από το τουρκικό κράτος των νόμων και των διεθνών συνθηκών.

 Η δήλωση του Emin Alper

 Γεννήθηκα το 1974, στο Ικόνιο της Τουρκίας. Αποφοίτησα από το Επιστημονικό Λύκειο της Άγκυρας και  ολοκλήρωσα το πτυχίο μου στα Οικονομικά στο Πανεπιστήμιο του Βοσπόρου στην Κωνσταντινούπολη. Στη συνέχεια κατέθεσα το διδακτορικό μου πάνω στα “Κοινωνικά Κινήματα και το Φοιτητικό Κίνημα την δεκαετία του `60” στο Ινστιτούτο Ataturk στο ίδιο πανεπιστήμιο. Διδάσκω στο Τμήμα Ανθρωπιστικών και Κοινωνικών Επιστημών του Τεχνικού Πανεπιστημίου της Κωνσταντινούπολης από το 2010. Εκτός από τις πανεπιστημιακές μου δραστηριότητες, έχω γράψει σενάρια για τον κινηματογράφο και έχω σκηνοθετήσει ταινίες. Είμαι ο σεναριογράφος-σκηνοθέτης της ταινίας Beyond the Hill (τούρκικος τίτλος, Tepenin Ardı) και Frenzy (τούρκικος τίτλος, Abluka), δύο έργα για τα οποία έχω κερδίσει δεκάδες βραβεία σε εθνικά και διεθνή φεστιβάλ κινηματογράφου.

 Όταν ενθυμούμαι το θέμα πάνω στο οποίο κατέθεσα το διδακτορικό μου, καθώς και τις θεματικές των ταινιών μου, μπορώ να δω τα βαθιά σημάδια που άφησε στην σκέψη και την φαντασία μου η δεκαετία του `90 με την συγκρουσιακή και βίαιη ατμόσφαιρά της. Την στιγμή που η γενιά μου συνειδητοποιούσε τον κόσμο, η Τουρκία βρισκόταν σε καθεστώς εμφυλίου πολέμου. Ήμουν ακόμη στο δημοτικό όταν το PKK πραγματοποίησε τις πρώτες του επιθέσεις στην Νοτιοανατολική Ανατολία. Εκείνο το καιρό, ο δάσκαλος μου θα αφιέρωνε πάντα τα πρώτα πέντε λεπτά του μαθήματος για τα σημαντικά νέα της ημέρας. Μπορώ με ενάργεια να θυμηθώ την στιγμή όταν σήκωσα το χέρι μου με ενθουσιαμό έτσι ώστε να μοιραστώ μια είδηση και είπα: “Χθες, ληστές επιτέθηκαν το αστυνομικό τμήμα στο Ντιγιάρμπακιρ και σκότωσαν τους στρατιώτες μας”. Αυτό έγινε το 1984.

Κατά τη διάρκεια των γυμνασιακών μου χρόνων, τέτοια νέα ακολουθούσαν το ένα μετά το άλλο. Θυμάμαι ότι υπήρχαν δύο πράγματα που δεν μπορούσα να βγάλω από το μυαλό μου ως νεαρός εθνικιστής: Πρώτον, οι δολοφονίες που διέπραττε το PKK στα χωριά που προστατεύονται από τους ‘φύλακες του χωριού’ που συνεργάζονται με την τουρκική κυβέρνηση, και απεικονίζονταν σε φωτογραφίες οι οποίες συνεχώς πλαισίωναν τους τίτλους εφημερίδων. Δεν μπορούσα να καταλάβω αυτή την άσκοπη βία και σφαγή. Το δεύτερο πράγμα, που με εξόργιζε πολύ, ήταν οι πολιτικοί που δεν μπορούσαν να εξαλείψουν το ΡΚΚ μία για πάντα.

Όταν μπήκα στο πανεπιστήμιο, κατάφερα να κατανοήσω καλύτερα το ζήτημα αυτό και συνειδητοποίησα ότι οι δηλώσεις των πολιτικών πως “αυτήν την άνοιξη θα τελειώσουμε με το ζήτημα της τρομοκρατίας μία για πάντα” δεν ήταν τίποτα άλλο παρά ένα κενό κλισέ. Εξαιτίας των βιβλίων που διάβασα και των ευκαιριών που μου δόθηκαν σε πνευματικό επίπεδο, πείσθηκα ότι το πρόβλημα δεν θα μπορούσε να λυθεί με όρους μέτρων ασφαλείας.

Δεν συνιστούσε σύμπτωση ότι τα πεδία των ενδιαφερόντων μου κατά τη διάρκεια του μεταπτυχιακού και της διδακτορικής μου διατριβής κατέληγαν να είναι τα κοινωνικά κινήματα και οι κοινωνικές συγκρούσεις. Το κουρδικό πρόβλημα και το συνεπαγόμενο περιβάλλον συγκρούσεων, που μετέτρεπε την Τουρκία σε μια ανοιχτή πληγή και άφησε ένα ανελέητο και ανεξίτηλο σημάδι στην γενιά μου κατά τη διάρκεια της ανάπτυξής της, διαμόρφωσε τη σκέψη μου με τέτοιο τρόπο ώστε να μπορώ να κατανοήσω βαθύτερα αυτά τα ζητήματα.

Κατά τη διάρκεια των χρόνων εκείνων, προσπάθησα να αναπτύξω μια πιο ευρεία κατανόηση του παγκοσμίου πλαισίου του ζητήματος, εξετάζοντας κοινωνικές, πολιτικές και εθνικές συγκρούσεις από μια συγκριτική προοπτική. Σταδιακά συνειδητοποίησα ότι το περιβάλλον των συγκρούσεων και της βίας, που χαρακτήρισε τις τελευταίες τρεις δεκαετίες την ιστορίας της Τουρκίας, δεν αποτελούσε πρόβλημα μόνο της Τουρκίας. Αντίθετα, οι χώρες που βιώνουν πολιτικές συγκρούσεις παρόμοιας κλίμακας αποτελούσαν την πλειοψηφία στον εικοστό αιώνα. Με πιο ακαδημαϊκούς όρους, πριν από το 1945, ένοπλες συγκρούσεις εμφανίστηκαν κυρίως μεταξύ διαφορετικών χωρών, αλλά μετά το 1945 τέτοιες συγκρούσεις αφορούσαν το εσωτερικό των χωρών, μεταξύ της πολιτείας και μη-κρατικών ένοπλων ομάδων. Δυστυχώς, η Τουρκία δεν αποτελεί εξαίρεση σε αυτό το πλαίσιο. Ως εκ τούτου, το πρόβλημά μας είναι παγκόσμιο, ιστορικό και κοινωνικό, ένα πρόβλημα που δεν μπορεί να εξηγηθεί με την παρέμβαση των εξωτερικών δυνάμεων ή των πολιτικών παιχνιδιών που παίζονται στη χώρα.

Η γνώση που έχω αποκτήσει πάνω στην παγκόσμια ιστορία και την πολιτική, αλλά και οι εμπειρίες μου από άλλες χώρες με έχουν πείσει ότι η πιο ανθρώπινη, σοφή και βιώσιμη λύση για το “Κουρδικό πρόβλημα” είναι η ειρηνική: μια λύση στην οποία θα κατέβουν τα όπλα και θα συνοδεύεται από μια δημοκρατική διαδικασία. Δεν υπάρχει εμπόδιο για να εφαρμοστεί αυτή η λύση που λειτούργησε καλά και σε άλλες χώρες και στην Τουρκία. Γεγονός αποτελεί ότι το δημοκρατικό άνοιγμα της τουρκικής κυβέρνησης προς το τέλος της δεκαετίας του 2000 μου είχε δώσει βάση να ελπίζω. Το κράτος, όντως, ξεκίνησε μια διαδικασία που δημόσια ονομαζόταν “διαδικασία λύσης”και είχε ως επίσημο όνομα “διαδικασία ενότητας και αδελφοσύνης”.

Ήμουν και εγώ από αυτούς που στήριξα τη διαδικασία. Εν μέσω της διαδικασίας επίλυσης, οι συγκρούσεις σταμάτησαν και δεν υπήρχαν πλέον θάνατοι. Σε ολόκληρη τη χώρα, αναζωπυρώθηκαν οι ελπίδες ότι η ειρήνη και η αδελφότητα θα γινόντουσαν πραγματικότητα και ότι και ότι μας περίμενε ένα αισιόδοξο μέλλον.

Παρ`όλα αυτά τα νέα από την Νοτιοανατολική Ανατολία το καλοκαίρι του 2015 με οδήγησαν στο να πιστέψω πως η χώρα επέστρεφε στην πολιτική της δεκαετίας του 1990 και ότι μπαίναμε σε ένα ιδιαίτερα επίπονο και μη αναστρέψιμο περιβάλλον βίας. Οι ανησυχίες μου αυτές, που προέκυπταν από την κατάσταση των πραγμάτων, ήταν αυτές που με οδήγησαν στο να υπογράψω την “έκκληση για την ειρήνη” για την οποία οδηγήθηκα στα δικαστήρια. Ωστόσο η κυβέρνηση εξίσωσε την έκκληση με “προδοσία εναντίον του κράτους” και στοχοποίησε τους υπογράφοντες.

Δεν μπορεί να συμφιλιωθεί με κανένα λογικό ή ηθικό μέτρο, το γεγονός ότι ενώ οι συζητήσεις για την ειρήνη και την εξεύρεση μιας λύσης λαμβάνουν επαίνους σε μια στιγμή που η πολιτική ηγεσία στηρίζει την εν λόγω ειρηνευτική διαδικασία, αυτές μετατρέπονται σε μια πράξη «προδοσίας» μόλις η κυβέρνηση ανακοινώσει ότι η ειρηνευτική διαδικασία ολοκληρώθηκε. Ως εκ τούτου, θεωρώ αυτή την δικαστική υπόθεση ως πολιτικά καθοδηγούμενη.

Ο νόμος και η δικαιοσύνη δεν μπορούν να εξηγήσουν αυτή την κατάσταση. Οι θεσμοί και ο νόμος ήταν οι ίδιοι τότε όπως και τώρα. Πώς μπορεί να εξηγηθεί ότι οι διαδικασίες ξεκίνησαν με βάση το πολιτικό κλίμα και ότι η ίδια διαδικασία επαινείται και μάλιστα ενθαρρύνεται μέχρι κάποιο σημείο, αλλά θεωρείται έγκλημα σε άλλη περίπτωση;

Δεν υπάρχει ούτε μία σειρά στην έκκληση που να επικρίνει ή να νομιμοποιεί τη βία του PKK. Κάποιες προτάσεις μπορεί να περιέχουν σκληρή κριτική στις πολιτικές της τρέχουσας κυβέρνησης. Παρ’ όλα αυτά, η εξίσωση της κριτικής απέναντι στην κυβέρνηση με την προπαγάνδα υπέρ μιας τρομοκρατικής οργάνωσης είναι εκτός κάθε πλαισίου λογικής μιας δημοκρατίας. Σε πολλές χώρες ανά τον κόσμο, διανοούμενοι κατακρίνουν τα σκληρά μέτρα ασφαλείας που λαμβάνουν τα κράτη ενάντια στην τρομοκρατία. Για παράδειγμα, η κατάσταση έκτακτης ανάγκης που κηρύχθηκε στη Γαλλία μετά τις τρομοκρατικές επιθέσεις του 2015 δέχθηκε ευρεία κριτική. Και κανείς τους δεν κατηγορήθηκε για τρομοκρατική προπαγάνδα.

Ο μοναδικός λόγος που υπέγραψα τη δήλωση ήταν η επιθυμία μου για την επιστροφή στη διαδικασία της επίλυσης, τη διαδικασία της ειρήνης που επέτρεψε στην Τουρκία να πάρει μια βαθιά ανάσα, τουλάχιστον για λίγα χρόνια. Η επιθυμία να μην αφήσει παρόμοιες πληγές στις επόμενες γενιές αυτό το κοινωνικό τραύμα που τόσο βαθιά επηρέασε τη γενιά μου.

Ως ακαδημαϊκός και καλλιτέχνης, πάντα πίστευα ότι πρέπει να λύνουμε τα κοινωνικά προβλήματα με μέσα διαφορετικά από την βία, με το να βάζουμε σε λειτουργία τους μηχανισμούς της δημοκρατίας και να εισερχόμαστε σε διάλογο. Ως εκ τούτου, είναι αδύνατο να υπέγραφα μια δήλωση που θα νομοποιούσε ή θα παρακινούσε σε βία. Υπέγραψα την δήλωση επειδή θεώρησα ότι ήταν το ακριβώς αντίθετο, μια έκκληση έναντια στη βία και υπέρ της ειρήνης. Είναι γεγονός ότι η έκκληση για την ειρήνη δεν αναφέρει καμία ενέργεια κάποιας οργάνωσης, ούτε τις νομιμοποιεί ούτε τις αποδέχεται. Το μόνο “λάθος” της είναι ότι ασκεί κριτική στην κυβερνητική πολιτική.

Η έκκληση πρέπει να ειδωθεί στο πλαίσιο της ελευθερίας της σκέψης και της έκφρασης, έτσι όπως διασφαλίζεται από το Σύνταγμά μας. Όπως είναι εμφανές, η ελευθερία σκέψης και έκφρασης δεν περιλαμβάνει μόνο τις απόψεις και τις στάσεις τις οποίες η πολιτική ηγεσία δεν θεωρεί ενοχλητικές και οι οποίες συμμορφώνονται με τις συνήθεις και “κανονικές” απόψεις της κοινωνίας. Μάλλον, περιλαμβάνει, επίσης, απόψεις και στάσεις που συγκρούονται με τις γενικά διαδεδομένες ιδέες μιας κοινωνίας και που μπορεί να θεωρούνται ακόμη και «συγκλονιστικές».

Όταν υπέγραψα την έκκληση, δεν είχα κανένα κίνητρο ή σκοπό άλλο από το να διευκολύνω ένα περιβάλλον ειρήνης. Για το λόγο αυτό αρνούμαι τον ισχυρισμό ότι κάνω προπαγάνδα για μια τρομοκρατική οργάνωση και ζητώ την αθώωσή μου.

Μετάφραση από το bianet.org, Σταυρούλα Πουλημένη