Εις το εξής, δεν θα ανεχτώ… Του Χρήστου Λάσκου

Πολλά απ’ όσα διαμείβονται στην πολιτική σκηνή τις τελευταίες μέρες –ιδίως στο εσωτερικό της κυβέρνησης- μοιάζουν με σκηνές από ταινία των Μόντι Πάιθονς, καλύτερα με τρέιλερ από το «Κλουβί με τις τρελές». Όσο προετοιμασμένοι κι αν είμαστε πλέον να δρέπουμε (sic) τους καρπούς της γελοιότητας, οι εκπλήξεις, ως προς την έκταση της τελευταίας, φαίνεται πως  δεν θα μας εγκαταλείψουν ποτέ.

Δεν θέλω να σχολιάσω  την «ουσία» των τελευταίων εξελίξεων, τα «αδειάσματα», τα «μυστικά κονδύλια», τον Σόρος ή την ευφυή πρόταση του 2ου (;) τη τάξει Καμένου της κυβέρνησης για μετατροπή της Καρπάθου σε νέο Κανάβεραλ. Άλλωστε, από μια άποψη, όλα αυτά και τα αντίστοιχά τους αντικειμενικά λειτουργούν ως ξεκάρφωμα απέναντι στα μεγάλα θέματα που θα έπρεπε να διαμορφώνουν την ατζέντα. Έτσι, μια χαρά κάνουν τη δουλειά του νέου δικομματισμού.

Δεν μπορώ, όμως, να μην επισημάνω την εκκωφαντική αφωνία, μπροστά σε όλα αυτά, της αριστερής πτέρυγας (!) του ΣΥΡΙΖΑ. Μα, τίποτε; Ούτε ένα τόσο δα ψελισματάκι. Να καταλάβει και η κοινωνική πλειοψηφία, που με τόση ταξική μεροληψία υπερασπίζονται, τι συμβαίνει τέλος πάντων.

Ας είναι. Προφανώς η προστασία κάποιου μείζονος αγαθού τους αναγκάζει να σφίγγουν τα δόντια και να μη μιλούν. Ο σοσιαλισμός, ίσως…

Επειδή, όμως, εκτός από τον σοσιαλισμό υπάρχει και η μοναξιά, όπως θα έλεγε και ο πρωθυπουργός, σε στιγμές μεγάλου οίστρου, ας πάμε λίγο στη δική του συμπεριφορά. Επισήμαινε προχθές στην Εφημερίδα των Συντακτών μια επιφυλλίδα: «Δεσμεύτηκε ο πρωθυπουργός ότι από τούδε και στο εξής δεν θα ανεχτεί καμία διγλωσσία από οποιονδήποτε και καμία προσωπική στρατηγική στην εθνική γραμμή της χώρας. Είπαμε: αδίστακτος, και να επαναληφθεί ότι καλά ίσως κάνει, αγνοών (;) τις αντιφάσεις του, που τον κάνουν περίγελο, διότι τη στιγμή που έτσι μεγαληγορεί, την ίδια ακριβώς στιγμή ξέρει ότι στους κόλπους της κυβέρνησης υπάρχει ο συγκυβερνήτης, που δεν παύει να διαλαλεί ότι θα καταψηφίσει τη Συμφωνία των Πρεσπών οψέποτε καταφτάσει στο ελληνικό Κοινοβούλιο. Είναι πιθανώς κάποιο είδος μεγαλομανίας, που δεν του επιτρέπει να σκέφτεται και να ομιλεί σύμφωνα με την πραγματικότητα. Μερικές πόζες του προκαλούν περίεργα συναισθήματα, λες κι είναι ο-ξέρω-’γώ-ποιος-ηγέτης-ποιας-χώρας».

Πράγματι περίεργα συναισθήματα προκαλούνται, πολλές φορές. Ακόμη και από την στάση του σώματος, την χροιά της φωνής, την κίνηση των χεριών, το ύφος του προσώπου. Υπάρχει κάτι αισθητικά αντι-αριστερό σε όλα αυτά.

Προφανώς, η επιχείρηση μίμησης του Παπανδρέου βγάζει κι αυτά τα απόνερα. Μόνο που και ως προς αυτό αστοχεί. Ο σημαντικός αστός πολιτικός, έχοντας προφανώς μεγαλύτερη αυτοπεποίθηση από τον «διάδοχό» του, στο πλαίσιο της «μεγάλης προοδευτικής παράταξης», δεν χρειάζονταν να διακηρύσσει, από καιρού εις καιρόν, την πρωτοκαθεδρία του. Η τελευταία ήταν πρακτικά αυταπόδεικτη –τα σκυλιά ήταν πάντοτε δεμένα. Γι’ αυτό και δεν χρειαζόταν να κάνει πληθωριστική χρήση του πρώτου προσώπου, του «εγώ», δηλαδή, όπως κατεξοχήν συμβαίνει με τον σημερινό πρωθυπουργό. «Εγώ» αποφάσισα, «εγώ» επέλεξα, «εγώ» δεσμεύομαι. Οι υπουργοί «μου», η κυβέρνησή «μου»…

Τα τόσα «εγώ» και τα τόσα «μου» δεν θα τα βρούμε στον Παπανδρέου. Ο τελευταίος πρωθυπουργός που έκανε αντίστοιχη χρήση των προσωπικών αντωνυμιών ήταν ο γέρος Καραμανλής, η ηγήτορας της παλαιοδεξιάς.

Και μόνο αυτό θα έφτανε, για να παθαίνουν οι αριστεροί αναφυλαξία με αυτήν την κυβέρνηση. Γιατί η αισθητική είναι η «μορφή» της ηθικής, με την πιο βαθιά έννοια της λέξης. Είναι πρακτική ιδεολογία, η μόνη «ιδεολογία» που έχει σημασία.

Όλοι θα ένιωθαν την πιο μεγάλη έκπληξη αν άκουγαν τόσα εγώ, όχι από τους ιστορικούς ηγέτες της διεθνούς αριστεράς, πράγμα απολύτως αδύνατο, αλλά ακόμη κι από τον Κύρκο ή τον Φλωράκη.  Και οι σταλινικότεροι ηγέτες ακόμη δεσμεύονταν, έστω για τα μάτια του κόσμου, σε μια συλλογική έκφραση και στην αποκλειστική χρήση του πληθυντικού στις προσωπικές αντωνυμίες.

Θα μου πείτε εδώ ο κόσμος καίγεται κι εσύ ασχολείσαι με δευτεροτριτεύοντα.

Λάθος, πρόκειται για απολύτως πρωτεύοντα πράγματα. Κι όποιος δεν καταλαβαίνει…