Δεκαπέντε πέτρινα χρόνια. Του Δημοσθένη Παπαδάτου Αναγνωστόπουλου

Άρης Μαραγκόπουλος, Η Άλλη Ελλάδα 1950-1965. Αρχείο Κωνσταντίνου Μεγαλοκονόμου, Τόπος 2018

Οι εμπειρίες μας είναι οι εμπειρίες που ζούμε κι αυτές που μας μεταδίδονται. Έτσι, όμως, που σιγά σιγά φεύγουν από τη ζωή αυτοί που θα μας αφηγούνταν όσα δεν ζήσαμε από πρώτο χέρι στο δεύτερο μισό του εικοστού αιώνα, οι νεότερες γενιές τουλάχιστον μοιάζει να περνάμε μια παρατεταμένη «κρίση μετάδοσης».

Η ιστορία μετά το 1949 –η ιστορία της μετεμφυλιακής ανοικοδόμησης της Ελλάδας χάρη στην ξένη «βοήθεια», οι προσπάθειες επιβίωσης της κομμουνιστικής Αριστεράς, η σύνδεση της Ελλάδας με το ΝΑΤΟ και την τότε ΕΟΚ– είναι ιστορία πυκνή και δυσνόητη για όσους ενηλικιώθηκαν μετά το 2000. Κι όμως, είναι η ιστορία μιας εποχής ανοίκεια οικείας: η ειδική σχέση κράτους και Ακροδεξιάς, ο αντικομμουνισμός της Δεξιάς, η ασφυκτική πρόσδεση στον αμερικανικό παράγοντα, η επένδυση της μετριοπαθούς Αριστεράς στη συνεργασία με το Κέντρο (στη σύγκλιση των «προοδευτικών» με τις «δημοκρατικές δυνάμεις»), η αθρόα μετανάστευση Ελλήνων στο εξωτερικό, οι πολυώροφες πολυκατοικίες στη θέση των νεοκλασικών – τίποτα δεν είναι ίδιο ακριβώς με σήμερα, τίποτα όμως δεν μας είναι και τελείως ξένο.

                                                  ***

Επιλέγοντας και σχολιάζοντας φωτογραφίες από το αρχείο του φωτορεπόρτερ Κωνσταντίνου Μεγαλοκονόμου, που έφυγε από τη ζωή το 1992, ο συγγραφέας Άρης Μαραγκόπουλος μας παρουσιάζει αυτή την οικεία ξένη εποχή σε ένα λεύκωμα 200 περίπου σελίδων, που επανεκδίδεται από τις εκδόσεις Τόπος έντεκα χρόνια μετά την πρώτη κυκλοφορία του (2007).

Ό,τι συνέχει τις δεκάδες φωτογραφίες είναι πάντα το ίδιο: το τραύμα του εμφυλίου.

«Ο εμφύλιος πόλεμος», εξηγεί στην εισαγωγή ο Μαραγκόπουλος,

τελειώνει το 1949. Τυπικά. Γιατί και μόνον η απλή εξιστόρηση της δεκαετίας που ακολούθησε είναι ικανή να πείσει και τον πλέον προκατειλημμένο, ή τον πλέον δύσπιστο, ότι ο πόλεμος που τέλειωσε στα βουνά της Πίνδου συνεχίστηκε για μερικές δεκαετίες ακόμα με ίση σφοδρότητα και μανία στην ύπαιθρο και στις πόλεις της Ελλάδας […] Στο πλευρό της νικήτριας δύναμης του Εμφυλίου υπήρχε αδιάλειπτη και σταθερά αυξητική η πλήρης υποστήριξη/υποκίνηση του αμερικανικού παράγοντα και του ΝΑΤΟ. Αυτή η στήριξη απλώθηκε υπόγεια και σκοτεινά, αλλά και φανερά –και ορισμένως προκλητικά– με λιγότερο ή περισσότερο πανούργες στη σύλληψή τους μεθοδεύσεις και ανατρεπτικά σχέδια, σε όλο το εύρος του τότε οικονομικού, κοινωνικού και πολιτισμικού ιστού της Ελλάδας (σ. 9).

Η Αθήνα του γαλατά: κάτι από πόλη, κάτι από χωριό

Το πρώτο μέρος του λευκώματος («Η κανονικότητα της ζωής») είναι αφιερωμένο στην καθημερινότητα της Αθήνας, στα χρόνια της περίφημης «αστυφιλίας». Ένα κορίτσι, το πολύ 12 χρονών, πουλάει έξω από το γήπεδο «Αθλητική Ηχώ»: η φρεσκοτυπωμένη εφημερίδα ξεβάφει μελάνι, και το κορίτσι φοράει ποδιά για να προφυλάξει το φόρεμά του (σ. 20-1).

Η φινέτσα δεν είναι μόνο γυναικεία υπόθεση. Σε μια φωτογραφία του 1953, δυο υφασματέμποροι ντυμένοι στην πένα –λευκό πουκάμισο, λινό παντελόνι με τσάκιση, λευκό παπούτσι λουστρίνι, και μουστάκι φροντισμένο: «λεβέντικο»– περιδιαβαίνουν (μάλλον) την Πανεπιστημίου. Παραδίπλα, ένας έμπορος ζυγίζει πορτοκάλια για χάρη του νεαρού που περιμένει με το καλάθι στο χέρι: «Η οκά 3200» (σ. 22-3). Αμέσως μετά, ο γαλατάς: είναι ακόμα τα χρόνια της ανταλλακτικής οικονομίας – δίνεις άδεια μπουκάλια για να πάρεις μανταλάκια (σ. 24).

Οι ανέμελες στιγμές στην αγορά δίνουν τη σκυτάλη στη δύσκολη ζωή: στις σκαλωσιές των οικοδομών και τα εργατικά «ατυχήματα», στα εργοστάσια και τις βιοτεχνίες, στους δρόμους της παιδικής εργασίας και τους δρόμους της μετανάστευσης – Καναδάς, Αυστραλία, Αργεντινή (σ. 48-77), αλλά και Κορέα, για τους «εθελοντές» φαντάρους στον βρώμικο πόλεμο των συμμάχων (σ. 78-81).

Η Αθήνα των «από πάνω»: στιγμές της μετεμφυλιακής «ανάπτυξης»

Στο δεύτερο μέρος, ο Μαραγκόπουλος μας δείχνει την Αθήνα των νικητών. Ο Καραμανλής επισκέπτεται τη Θεσσαλονίκη, το 1960: χαιρετά τα πλήθη όρθιος στο πρωθυπουργικό αμάξι, με έναν κλοιό ένστολων γύρω του να ηγείται της αυτοκινητοπομπής που χωρίζει το πλήθος στα δύο. Τα πλακάτ εύγλωττα:

«ΑΡΧΗΓΕ Ο ΑΓΡΟΤΙΚΟΣ ΚΟΣΜΟΣ ΣΤΕΚΕΙ ΣΤΟ ΠΛΕΥΡΟ ΣΟΥ – Γ.Π.Σ ΛΗΤΗΣ», «ΑΡΧΗΓΕ, ΤΡΑΒΑ ΜΠΡΟΣΤΑ ΕΙΜΕΘΑ ΟΛΟΙ ΜΑΖΥ ΣΟΥ (σ.σ.!). ΧΩΡΙΟΝ ΛΗΤΗΣ», «Η ΚΟΙΝΟΤΗΣ ΚΑΒΑΛΛΑΡΙΟΥ ΚΑΛΩΣΟΡΙΖΕΙ ΤΟ ΕΚΛΕΚΤΟΝ ΤΕΚΝΟΝ, ΤΟΝ ΛΑΟΦΙΛΗ ΠΡΩΘΥΟΠΟΥΡΓΟΝ ΜΑΣ Κ. ΚΑΡΑΜΑΝΛΗ» (σ. 84-5 και 100-1).

Ο «λαοφιλής» εγκαινιάζει ασταμάτητα έργα, όπως το φράγμα εκτροπής του Αλιάκμονα, το 1957 (σ. 89-90), τον σταθμό της ΔΕΗ στην Πτολεμαΐδα, το 1958 (σ. 96-7), την πρώτη υψικάμινο στη Χαλυβουργική, το 1961 (σ. 110-111). Επιβλέπει σχέδια, όπως αυτά της Ριζαρείου, το 1958 (σ. 93). Συνάπτει διαρκώς «αναπτυξιακές» συμφωνίες.

Στη δεκαετία του ’60 η χώρα αποκτά βασικές υποδομές. Πρωθυπουργός είναι ένας πρώην Υπουργός Δημοσίων Έργων, Αυτός ξέρει. Υποστηρίζει επιχειρήσεις που βοηθούν την ανάπτυξη (π.χ. Χαλυβουργική, Διυλιστήρια Ασπροπύργου), κλείνει επικερδείς συμφωνίες με στρατηγικούς επενδυτές (Ωνάσης, Ολυμπιακή), επιτρέπει σε ξένες βιομηχανίες που έχουν την αναγκαία τεχνογνωσία (Πεσινέ) να εκμεταλλεύονται τις πρώτες ύλες (σ. 102).

Η Πεσινέ δίνει δείγμα για το είδος της συντελούμενης ανάπτυξης: όπως θυμίζει ο Μαραγκόπουλος, η συμφωνία είναι «να μας εκμεταλλεύεται με αποικιοκρατικούς όρους τον βωξίτη και να παράγει αλουμίνιο» (σ. 105). Οι επενδυτές δεν επενδύουν για το γενικό συμφέρον, αλλά για το κατάδικό τους.

Την ίδια περίοδο (το 1952, το ’55, το ’59), οι νατοϊκοί αξιωματούχοι επισκέπτονται ξανά και ξανά τη χώρα. Το 1951 η Ελλάδα έχει γίνει δεκτή στους κόλπους της «αμυντικής» Συμμαχίας, και τον Οκτώβρη της επόμενης χρονιάς φιλοξενεί σχετική έκθεση, όπου παρουσιάζεται το «Σύμφωνο Ειρήνης». Η αφοσίωση στην ειρήνη επικυρώνεται, όπως είδαμε νωρίτερα, με την επιστράτευση για τον πόλεμο της Κορέας…

 

Η Αθήνα των ηττημένων, των διαδηλώσεων για το Κυπριακό, των Ιουλιανών

Οι πιο δυνατές στιγμές του λευκώματος είναι, βεβαίως, αυτές που αφορούν την «Μαρτυρία της Αριστεράς» (σ. 122-165): τις δίκες Κύρκου, Γλέζου και Μπελογιάννη (1952), τη δική του Νίκου Πλουμπίδη (1953), τις δίκες-παρωδία «των κατασκόπων» (1960), τις δολοφονίες Λαμπράκη (1963) και Πέτρουλα (1965), τη δίκη των δημοκρατικών αξιωματικών του ΑΣΠΙΔΑ (Μάρτης 1967).

Ο Μαραγκοπουλος μας ξεναγεί στην περίοδο 1958-65, που ξεκινά με την ανάδειξη της Ενιαίας Δημοκρατικής Αριστεράς σε αξιωματική αντιπολίτευση (σ. 154-55), και σφραγίζεται με την εξέγερση των 70 ημερών των «Ιουλιανών» (σ. 163-5). Αλλά και στις μαζικές διαδηλώσεις της δεκαετίας του ‘50 για το Κυπριακό, με τις οποίες, η ηττημένη στον εμφύλιο Αριστερά προσπάθησε να κερδίσει την επανανομιμοποίησή της – ανταγωνιζόμενη σε πατριωτισμό τη Δεξιά, στο όνομα του αντιιμπεριαλισμού. Διαιρέσει που επιδρούν ακόμα στην Αριστερά, ανάμεσα στην λαϊκοδημοκρατική-αντιιμπεριαλιστική, και την αντικαπιταλιστική-διεθνιστική εκδοχή της, έχουν τις ρίζες τους εδώ.

Ο Μαραγκόπουλος δεν μένει στις ηρωικές στιγμές. Διασώζει αποχρώσεις, παίρνοντας θέση, και ωστόσο παραμένοντας κριτικός. Θυμίζει τον άθλιο «διμέτωπο αγώνα» του Γεωργίου Παπανδρέου, τις ίσες αποστάσεις του μεταξύ Δεξιάς και Αριστεράς, σε μια ανανεωμένη εκδοχή της θεωρίας των άκρων που υλοποίησε ο ίδιος στα Δεκεμβριανά του ’44 απέναντι στο ΚΚΕ.

Το λαϊκό μέτωπο, ιστορεί ο Μαραγκόπουλος, αναπτύχθηκε μέσα από τους αγώνες για το Κυπριακό ήδη από το 1952:

[…] ως ιδέα γεννήθηκε μέσα από την πιεστική κατασταλτική πραγματικότητα του ζόφου που επικράτησε στη μετεμφυλιακή δεκαπενταετία. Ήταν γόνιμο τέκνο της οργής, φυσιολογική άμυνα του Έλληνα πολίτη […] Το λαϊκό μέτωπο υπήρξε αχανές, απροσδιόριστο στατιστικά, ρευστό, ετερόκλητο· θα ήταν λάθος εκτίμηση να διεκδικήσει κανείς την αποκλειστική του πατρότητα (σ. 140).

Στο πολύ βοηθητικό χρονικό του, στο τέλος πια του λευκώματος, ο ίδιος θυμίζει την κυνική υπονόμευση των Συμφωνιών Ζυρίχης και Λονδίνου από τον «εθνάρχη» Μακάριο («Σκοπός μας, κύριε Πρόεδρε, είναι η κατάλυσις των Συμφωνιών Ζυρίχης και Λονδίνου, διά να δύναται αδεσμεύτως ο Ελληνικός Κυπριακός λαός, εν συνεννοήσει μετά της Μητρός Πατρίδος, να καθορίσει το μέλλον του», παρατίθεται στην σ. 187). Με τις συμφωνίες αυτές του 1959, μεταξύ Βρετανίας, Ελλάδας, Τουρκίας, και των δύο κοινοτήτων, της ελληνοκυπριακής και της τουρκοκυπριακής, τερματιζόταν η βρετανική κυριαρχία στο νησί και τα ένοπλα τμήματα Ελληνοκυπρίων και Τουρκοκυπρίων κήρυσσαν κατάπαυση του πυρός. Με τα διαβόητα «13 σημεία», ο Μακάριος θα οδηγήσει σε κατάρρευση τις συμφωνίες (1963), σε μια προσπάθεια να εγκλωβίσει τους Τουρκοκύπριους σε θύλακες, ώστε να πετύχει την ένωση της Κύπρου με την ελληνική «μητέρα-πατρίδα». Αυτή είναι, ίσως, από τις ελάχιστες παραλείψεις της σπουδαίας δουλειάς του Μαραγκόπουλου.