Άστεγοι πρόσφυγες στο σταθμό των τρένων, μια αθέατη Θεσσαλονίκη

Αν περπατήσει κανείς το βράδυ πίσω από το σταθμό των τρένων στην Θεσσαλονίκη, μια αθέατη πόλη αποκαλύπτεται. Μια συνάντηση ανθρώπων αόρατων, προσφύγων που δεν έχουν ούτε σπίτι ούτε πρόσβαση σε νερό, τρόφιμα και μπάνιο. Άνθρωποι που έχουν έρθει από τις “λάθος” χώρες και για τους οποίους ούτε η Ε.Ε. αλλά ούτε και το ελληνικό κράτος παρέχει κάποιου είδους μέριμνα.

Ρεπορτάζ: Σταυρούλα Πουλημένη

Φωτογραφίες: Giovanni Lo Curto

Ζουν σε εγκαταλελειμμένα σπίτια, μπροστά από εισόδους καταστημάτων, σε πάρκα και πλατείες και κάθε βράδυ συγκεντρώνονται σε μια μεγάλη αλάνα για να πάρουν φαγητό από αλληλέγγυους προκειμένου να επιβιώσουν. Στην καθημερινότητά τους όλα είναι προσωρινά, ο τόπος, τα έγγραφα, οι φίλοι. Στόχος για κάποιους είναι να βρουν τους τρόπους για να φύγουν από τα Βαλκάνια στην Ευρώπη, και για άλλους να χτίσουν μία νέα ζωή στην Θεσσαλονίκη. Μέρα με τη μέρα, εδώ και κάποιους μήνες αυτή η καθημερινότητα έχει βρει τη δική της οργάνωση, τους δικούς της δεσμούς ανάμεσα στις σκηνές, πάνω στο λιωμένο χιόνι και τις ξύλινες παλέτες και σε εκείνη την μικρή φωτιά που ανάβουν για να ζεσταθούν. Την ίδια στιγμή στον κοινωνικό χώρο Οικόπολις αλληλέγγυοι από πολλές χώρες μαζί και πρόσφυγες, που ζούσαν μέχρι πρόσφατα χωρίς σπίτι, οργανώνονται για να βοηθήσουν τους άστεγους από την Ελλάδα, το Μαρόκο, το Αφγανιστάν και το Πακιστάν.

Η ζωή του Μιράν με λίγες κουβέρτες στην Μοναστηρίου

Ο Μιράν ήρθε στην Ελλάδα πριν δύο χρόνια από το Πακιστάν λόγω πολιτικών προβλημάτων που αντιμετώπιζε εκεί. Στην πόλη Gujrat όπου ζούσε, δούλευε ως τεχνικός εργαστηρίου σε ένα νοσοκομείο και παράλληλα δραστηριοποιούνταν πολιτικά σε ένα κόμμα που είχε ως στόχο να βοηθάει τους φτωχούς ανθρώπους του Πακιστάν. «Αποφάσισα να φύγω όταν η πολιτική κατάσταση έκανε τη ζωή μου αβίωτη. Πέρασα από το Ιράν στην Τουρκία και ύστερα ήρθα στη Θεσσαλονίκη. Έχω κάνει αίτηση για άσυλο αλλά η συνέντευξή μου έχει οριστεί για τον Μάιο του 2019. Μέχρι τότε έχω κάποια προσωρινά χαρτιά τα οποία όμως δεν μου εξασφαλίζουν διαμονή και σίτιση» λέει.

Αρχικά ο Μιράν προσπάθησε να μείνει στο καμπ των Διαβατών, όπου βρήκε για ένα μικρό διάστημα στέγη, χωρίς όμως να έχει λάβει τη κάρτα για την σίτιση και τις άλλες παροχές που δίνονται σε άλλους πρόσφυγες. Όταν ο χώρος εξαντλήθηκε και το κέντρο απέκτησε υπερπληρότητα αναγκάστηκε να φύγει από εκεί. Στο καμπ των Διαβατών, σύμφωνα με τις πληροφορίες, περίπου 300 πρόσφυγες ζουν σε σκηνές χωρίς θέρμανση ακόμη και όταν οι θερμοκρασίες στην πόλη έπεσαν κάτω από το μηδέν. Για κάποιο διάστημα ο Μιράν βρήκε στέγη στο Υπνωτήριο Αστέγων και όταν πια σταμάτησε να έχει τη δυνατότητα αυτή έφτιαξε το σπίτι του στο δρόμο, μπροστά από ένα κλειστό κατάστημα στην Μοναστηρίου. Ένα σπίτι που αποτελείται από δύο παπλώματα, κάποια χαρτόνια και λίγες κουβέρτες ενώ στην ίδια «γειτονιά» κοιμούνται τα βράδια και άλλα δύο άτομα, επίσης από το Πακιστάν.

«Ζω στο δρόμο εδώ και δύο μήνες, τα πρωινά πηγαίνω σε δομές όπως της Πράξις και της Αλκυόνης για πρωινό και για μεσημεριανό. Μερικές φορές νοιώθω ότι δεν είμαι άνθρωπος, όλα γύρω μου είναι βρώμικα και μένω για αρκετές μέρες χωρίς καθαρά ρούχα στο κρύο», εξιστορεί.

Ο Μιράν πρέπει καθημερινά να αναζητάει λίγη ζεστασιά, ένα ντουζ, ένα δεύτερο sleeping bag για τις κρύες νύχτες ενώ ταυτόχρονα προσπαθεί να ενταχθεί στην πόλη κάνοντας μαθήματα ελληνικών στο Blue Refugees Center. Είναι αυτές οι “δυνατότητες” που δίνονται για πρόσφυγες στους οποίους δεν έχει αναγνωριστεί η προσφυγική ιδιότητα και ζουν άστεγοι. «Το να είναι κανείς από το Πακιστάν φαίνεται ότι δημιουργεί πολλά προβλήματα, ωστόσο εγώ θέλω να μείνω στην Ελλάδα να δουλέψω και να προσπαθήσω να φέρω εδώ την γυναίκα μου και το παιδί μου που έχουν μείνει πίσω» σημειώνει.

Δίπλα στον Μιράν, εκείνο το βράδυ, περίπου 150 πρόσφυγες και μετανάστες που ζουν επίσης στο δρόμο παίρνουν φαγητό από την συλλογικότητα «Philoxenia kitchen -food and kindness» που μαγειρεύει καθημερινά στο «Οικόπολις». Κάθε μέρα η συλλογικότητα πηγαίνει στην αλάνα αυτή κοντά στον παλιό σταθμό, μετράει τους ανθρώπους που χρειάζονται φαγητό και το βράδυ μοιράζει τις αντίστοιχες μερίδες. Οι πρόσφυγες κάνουν μια ουρά και μαζί με το φαγητό ζητούν βασικά πράγματα όπως παπούτσια, μία κουβέρτα, στέγη.

Το συσσίτιο κοντά στον σταθμό

«Φιλοξενούμαστε στο Οικόπολις από τον Απρίλιο. Είμαστε μια ανεξάρτητη οργάνωση που χρηματοδοτείται από δωρεές. Κάθε μέρα κάνουμε ένα γεύμα 150 μερίδων για μεσημεριανό και 250 για βραδινό. Συλλέγουμε το φαγητό με τη βοήθεια άλλων ομάδων που συνεργάζονται με λαϊκές αγορές προκειμένου να βρούμε λαχανικά, φρούτα κ.α.. Στους δρόμους οι άστεγοι έρχονται στην πλειοψηφία τους από το Μαρόκο, το Πακιστάν και το Αφγανιστάν, και φυσικά υπάρχουν και πολλοί Έλληνες. Κάποιοι έρχονται και από το καμπ των Διαβατών γιατί δεν έχουν χαρτιά. Οι περισσότεροι είναι νέοι άνδρες, όταν έχεις οικογένεια είναι λίγο πιο εύκολο να ενταχθείς στις δομές» λέει ο Φραντσέσκο Σεραντίνι, μέλος της κουζίνας.

Σύμφωνα με τον ίδιο, η Αραβική κοινότητα ζει σε διάφορες πλευρές της πόλης ενώ κάποιοι άλλοι ζουν σε εγκαταλελειμμένα κτίρια και προσπαθούν να διαφύγουν από τη χώρα. «Ο τρόπος ζωής είναι προσωρινός μέχρι να φύγουν μέσω των Βαλκανικών χωρών στην Ευρώπη» λέει ο Φραντσέσκο. «Κάνουμε ουσιαστικά κάτι που δεν γίνεται από άλλες οργανώσεις, να δίνουμε φαγητό στο δρόμο. Υπάρχουν πολλοί αόρατοι άνθρωποι. Τους δίνουμε βασικά πράγματα στα οποία δεν έχουν πρόσβαση, όπως το νερό, και ταυτόχρονα προσπαθούμε να τους δικτυώσουμε με άλλες οργανώσεις που κάνουν επίσης σημαντική δουλειά, όπως τους γιατρούς από το Doc Mobile» σχολιάζει.

Ιατρική περίθαλψη στο δρόμο

Καθημερινά από το πρωί έως το βράδυ, η ΜΚΟ Doc Mobile προσφέρει δωρεάν υπηρεσίες υγείας σε πρόσφυγες που ζουν στο δρόμο. Η Ρόουζ Χάνσεν, υπεύθυνη της οργάνωσης αντιμετωπίζει συχνά το φαινόμενο νέων αφίξεων οικογενειών που έρχονται από την Τουρκία αναζητώντας στέγη. Κάθε μέρα μοιράζεται και η ίδια ένα μέρος των προβλημάτων τους που δεν βρίσκουν, όμως, πάντα λύση.

«Συχνά βλέπουμε οικογένειες στο δρόμο που ψάχνουν κάπου να μείνουν. Σήμερα ήρθαν τρεις οικογένειες από το Ιράκ, 17 άτομα, δεν ξέρουν τι να κάνουν. Αυτό που κάνουμε είναι να τους φέρνουμε σε επαφή με άλλες οργανώσεις» αναφέρει η Ρόουζ. Η Doc Mobile, που έχει έρθει αρκετές φορές στο παρελθόν στη Θεσσαλονίκη, θα παραμείνει στην πόλη μέχρι τον Απρίλιο. «Τα μεγαλύτερα προβλήματα τα αντιμετωπίζουν οι μόνοι άνδρες από το Πακιστάν, το Αφγανιστάν, το Μαρόκο και την Αλγερία που συνήθως δεν μπορούν να βρουν στέγη στα Διαβατά, πρέπει να περιμένουν αρκετό διάστημα μέχρι να γίνει η εγγραφή τους και όσον αφορά στο φαγητό συνήθως βρίσκουν μόνο αν κάτι περισσέψει. Εδώ ζητούν ιατρική περίθαλψη αλλά πολλές φορές και ένα μπουφάν ή ένα sleeping bag που όταν έχουμε δίνουμε» προσθέτει.

Τα περισσότερα περιστατικά που αντιμετωπίζει η ομάδα Doc Mobile έχουν να κάνουν με πυρετό, μυοσκελετικούς πόνους και οδοντιατρικά προβλήματα. Οι περισσότεροι έχουν πληγές είτε από το ταξίδι και την προσπάθεια να διασχίσουν τα σύνορα, είτε γιατί ζουν σε εγκαταλελειμμένα κτίρια (ένα από αυτά το έκλεισε πρόσφατα η αστυνομία αλλά πολλοί επιστρέφουν), στα πάρκα και σε παλιά τρένα σε πολύ κακές συνθήκες υγιεινής. Συχνά, επίσης, έχουν υποστεί μολύνσεις, υποφέρουν από δερματικές ασθένειες, πονοκεφάλους και, φυσικά, κρυώματα.

Σύμφωνα με την Ρόουζ, οι αριθμοί των αστέγων προσφύγων στην Θεσσαλονίκη είναι αυξημένοι σε σχέση με τον περσινό χειμώνα. Ενδεικτικό είναι ότι τότε στην διανομή φαγητού που κάνει η ομάδα του Οικόπολις συμμετείχαν περίπου 80 άτομα ενώ τώρα ξεπερνούν τα 200. Παράλληλα, καθημερινά 50-70 πρόσφυγες και μετανάστες δέχονται ιατροφαρμακευτική περίθαλψη. «Τους προηγούμενους μήνες είχαμε περιστατικά από χτυπήματα της αστυνομίας σε επαναπροωθήσεις από την Τουρκία, σπασμένους ώμους και δάχτυλα. Για την αντιμετώπιση των αναγκών έχουμε δεχτεί βοήθεια σε υλικά από το Κοινωνικό Ιατρείο Αλληλεγγύης αλλά και από οργανώσεις όπως η Αλκυόνη κ.α. Εμείς επιλέγουμε αυτό το μέρος, γιατί πιστεύουμε ότι εδώ μας χρειάζονται περισσότερο» συνεχίζει η Ρόουζ.

«Τα κλειστά σύνορα είναι το βασικότερο όλων των προβλημάτων. Όλοι προσπαθούν να φτάσουν στην Κεντρική και Βόρεια Ευρώπη και πολλοί αποτυγχάνουν όταν φτάνουν στην Βοσνία ή στην Κροατία, όπου έχουν πολύ άσχημη αντιμετώπιση από την αστυνομία και τον στρατό. Από την άλλη, η Αυστρία και άλλες χώρες της Ευρώπης δεν θέλουν τους πρόσφυγες. Για αυτούς αυτοί οι άνθρωποι έχουν τη λάθος εθνικότητα, Μαρόκο, Πακιστάν, Αφγανιστάν. Τους θεωρούν οικονομικούς μετανάστες. Αλλά σε όλες αυτές τις χώρες υπάρχουν πολιτικά, οικονομικά προβλήματα και πόλεμος» καταλήγει.

Σπίτι του το Οικόπολις

Σε έναν από τους χώρους του Οικόπολις βρήκε σπίτι, φίλους και ζεστασιά, ο Ουμέρ Σουφιάν πρώην άστεγος πρόσφυγας από το Πακιστάν ο οποίος καθημερινά μοιράζει σούπα σε ανθρώπους που ζουν σε σκηνές και σε χαρτόκουτα. «Ήρθα με μία μικρή βάρκα από τον Έβρο μαζί με άλλα 15 άτομα, η βάρκα τρύπησε και μας έσωσαν δύο άνδρες τραβώντας μας με ένα σχοινί. Ευτυχώς χάσαμε μόνο τα πράγματα μας», μας λέει ξεναγώντας μας στον χώρο. «Περπατήσαμε αρκετά όταν βρήκαμε τον διακινητή που μας πήρε με ένα αμάξι. Έτρεχε με μεγάλη ταχύτητα, δεν σταμάτησε στο σήμα της αστυνομίας με αποτέλεσμα να τρακάρουμε με ένα άλλο όχημα. Ο διακινητής έφυγε και εμάς μας συνέλαβαν. Μας πήγαν στο Μεταγωγών όπου έμεινα ένα μήνα και σε ένα μήνα έπρεπε να φύγω από τη χώρα, σύμφωνα με τα χαρτιά που μου έδωσαν. Όταν βγήκα από τη φυλακή πήγα στην Αθήνα για δύο μήνες, η κάρτα μου έληξε, ήρθα ξανά στην Θεσσαλονίκη, ζήτησα να με συλλάβουν αλλά δεν το έκαναν γιατί δεν είχαν χώρο στα καμπ. Τους ζήτησα να κάνω αίτηση ασύλου και ξαναβρέθηκα στο Μεταγωγών όπου έμεινα δύο μήνες. Μετά μου έδωσαν ένα άλλο χαρτί που έλεγε ότι σε λίγες μέρες έπρεπε να εγκαταλείψω την χώρα. Κάθε μέρα πήγαινα στο γραφείο για αίτηση ασύλου και κάθε μέρα μου έλεγαν “έλα αύριο”. Δεν μπορούσα να καταλάβω γιατί συνέβαινε αυτό» συνεχίζει να διηγείται.

Ο Ουμέρ μη έχοντας άλλη επιλογή έμεινε στο δρόμο κοντά στον σταθμό των τρένων μαζί με άλλους πρόσφυγες από το Αφγανιστάν και το Πακιστάν, κάποιες μέρες στο εγκαταλελειμμένο κτίριο κοντά στον σταθμό, άλλες σε ένα πάρκο στην πλατεία Μενεμένης. Τον περσινό χειμώνα έμεινε σχεδόν 2,5 μήνες στον δρόμο. Έβρισκε φαγητό στην Αλκυόνη, τα βράδια από την κουζίνα «Philoxenia kitchen» και κάπως έτσι γνώρισε τους ανθρώπους του Οικόπολις.

«Ερχόμουν κάθε μέρα στο Οικόπολις και μου άρεσε να βοηθάω εθελοντικά. Μου έδωσαν ένα σπίτι το οποίο νοίκιαζαν για ένα διάστημα και μέναμε μαζί με άλλα πέντε άτομα. Όταν το συμβόλαιο έληξε μου πρότειναν να μείνω στο στέκι ενώ οι άλλοι εγκατέλειψαν την πόλη. Η ζωή εδώ ξεκινάει το πρωί με μαθήματα, μετά μαγειρεύουμε για τους άστεγους Έλληνες και πρόσφυγες, εδώ μαθαίνω ελληνικά, για μένα είναι κάτι σαν σπίτι και οικογένεια μαζί» λέει ακόμη ενώ προετοιμάζει το γεύμα για την βραδινή βάρδια.

Ο Ουμέρ βρίσκεται σε αναμονή για την συνέντευξη που πρέπει να δώσει προκειμένου να αιτηθεί άσυλο και η οποία έχει οριστεί για τον Απρίλιο. Εδώ και κάποιους μήνες βγαίνει τα βράδια με το ποδήλατό του και μοιράζει σε άστεγους μαζί με άλλα μέλη του Οικόπολις σούπα, ζεστά ρούχα, κουβέρτες μαθαίνοντας τις νέες κάθε φορά ανάγκες. «Έτσι είναι η αλληλεγγύη, να βοηθάς και να σε βοηθάνε. Έχω πολλούς φίλους που ζουν στο δρόμο και για μένα η καθημερινή αυτή σχέση έχει μεγάλη σημασία», λέει. Όνειρό του είναι να βρει δουλειά στην πληροφορική που είχε σπουδάσει στο Πακιστάν, το οποίο εγκατέλειψε πριν τρία χρόνια για οικονομικούς λόγους.

Η διανομή φαγητού σε άστεγους ντόπιους και πρόσφυγες ξεκίνησε από ομάδες του Οικόπολις όταν χιλιάδες πρόσφυγες είχαν εγκλωβιστεί στην Ειδομένη. Εκεί δημιουργήθηκε από εθελοντές η Colour Kitchen που στήριξε τους ανθρώπους αυτούς σε απίστευτα δύσκολες συνθήκες διαβίωσης.

«Βοηθούσαμε άστεγους ανθρώπους της πόλης με διανομή φαγητού και στο παρελθόν και με διανομή ρούχων και ξηράς τροφής για οικογένειες που είναι σε ανάγκη. Μετά την Ειδομένη, κρατήσαμε το γεύμα της Τρίτης επειδή αυτή την ημέρα δεν δίνεται συσσίτιο από άλλες οργανώσεις και εκκλησίες. Η διανομή γίνεται στη στοά κάτω από το Οικόπολις και είναι ανοιχτή σε όλους, δεν ζητάμε τίποτα. Το χειμώνα φτιάχνουμε περίπου 130 μερίδες» λέει ο Δημήτρης Καντερές, μέλος του Οικόπολις. Επιπλέον, εδώ και αρκετούς μήνες το Οικόπολις συνεργάζεται με την ομάδα «Philoxenia-food and kindness» που μαγειρεύει εδώ και κάνει τη διανομή του φαγητού κοντά στο σταθμό των τρένων.

«Για τα γεύματα ζητούμε στήριξη με δωρεές και κάθε Πέμπτη πηγαίνουμε στην λαϊκή αγορά της Κράτσιου όπου παραγωγοί μας δίνουν αυτά που δεν πουλάνε για να τα αξιοποιήσουμε. Στην ομάδα της κουζίνας συμμετέχουν εθελοντές από την Ελλάδα και εδώ και μερικούς μήνες και πρόσφυγες που ζουν σε δομές και θέλουν να κάνουν κάτι ως ανταπόδοση στην αλληλεγγύη που είχαν δεχτεί στο παρελθόν. Γνωρίζουμε ότι κάνουμε πράγματα που θα έπρεπε να είχε προβλέψει το κράτος, αλλά δεν μπορούμε να σηκώσουμε τα χέρια ψηλά. Κάνουμε αλληλεγγύη και ταυτόχρονα ασκούμε πιέσεις στην πολιτεία να αναλάβει τις ευθύνες της».

Για τον Δημήτρη η κρίση μόνο στο τέλος της δεν βρίσκεται. Οι πρόσφυγες και μετανάστες που έχουν έρθει από τον Έβρο στη Θεσσαλονίκη ζουν ακόμη πρακτικές διαχωρισμού που η Ευρώπη των κλειστών συνόρων επιβάλλει. Έτσι, καταλήγουν πολλές φορές να γίνονται μια παράπλευρη απώλεια ενός παράλογου συστήματος. Στη Θεσσαλονίκη της προσφυγιάς αυτονόητα πράγματα, όπως η στέγη, αποτελούν στοιχήματα ενός καθημερινού αγώνα σε μια ζωή στους παγωμένους δρόμους που θέτει την ανθρώπινη αξιοπρέπεια υπό διαρκή αμφισβήτηση. Για όλους αυτούς τους λόγους κινήσεις όπως του Οικόπολις, βρίσκουν ξανά την ανθρωπιά στις σχέσεις μας και δίνουν υλική υπόσταση στην αλληλεγγύη.