in

Αντιδραστικός λαϊκισμός και «φιλελεύθερη υστερία». Του Χρήστου Λάσκου

Αντιδραστικός λαϊκισμός και «φιλελεύθερη υστερία». Του Χρήστου Λάσκου

Παρακολουθούσα προχθές στη Βουλή τον Σταύρο Θεοδωράκη να ολοφύρεται εναντίον του λαϊκισμού με τόσο έντονο –λυσσώδη θα έλεγα- τρόπο, που ομολογώ πως με εξέπληξε. Μπορεί, όμως, πραγματικά, να εκπλήσσεται ακόμη κάποιος με το Θεοδωράκη; Δεν είναι προφανές πως πρόκειται για τενεκέ ξεγάνωτο, κατηγορίας ΓΑΠ κι ακόμα παραπέρα, έτσι ώστε τίποτε να μην συνιστά έκπληξη;

Δεν ξέρω. Εγώ, πάντως, εξεπλάγην. Ήταν τόσο το μένος του, το μίσος που εξέπεμπε!

Το πράγμα, νομίζω, δεν είναι χωρίς σημασία. Αν ο Θεοδωράκης είναι το πολύ ευτελές παράδειγμα, εκφράζει, ωστόσο, μια γενικότερη τάση στην πορεία της «κεντροαριστεράς» σε ολόκληρη την Ευρώπη. Μια τάση έκπτωσης, διανοητικής, πολιτικής, επομένως και «συναισθηματικής». Η ευρωπαϊκή –και όχι μόνο- «κεντροαριστερά», σοσιαλδημοκρατία, «φιλελεύθερη αριστερά», ή, όπως αλλιώς θέλετε, μοιάζει να μην έχει λόγο ύπαρξης στον πολιτικό χάρτη. Όλα σχεδόν όσα σκέφτεται και προτείνει ελάχιστα την διαχωρίζουν από την κυριαρχούσα ακόμη «κεντροδεξιά», ενώ, επιπλέον, έχει και πρόβλημα κοινωνικής αναφοράς στο μέτρο που τα λαϊκά στρώματα, τα οποία ιστορικά αποτελούσαν τη βάση των σοσιαλιστικών και labour κομμάτων, τα εγκαταλείπουν ραγδαία. Φαίνεται, έτσι, να επιβεβαιώνονται όσοι εδώ και είκοσι, τουλάχιστον, χρόνια υποστήριζαν πως ο μπλερισμός μπορεί να δώσει κάποιες εκλογικές νίκες, αλλά μακροχρόνια θα αποτελέσει, ίσως, την ταφόπλακα για αυτήν την πολιτική οικογένεια. Το pasocification αυτό σηματοδοτεί περισσότερο από ο,τιδήποτε άλλο. Δεν είναι μακριά ο καιρός που η «κεντροαριστερά» θα έχει δώσει την θέση της σε άλλα μορφώματα, απροσδιόριστης ακόμη ιδεολογίας και πολιτικής κατεύθυνσης –αν και φαίνεται πως, προς το παρόν, το κενό καλύπτει μια πολιτική και πολιτισμική ακροδεξιά, με νεοφιλελεύθερες οικονομικές απόψεις (πολύ ισχυρό κατασταλτικά κράτος, με ταυτόχρονη επίθεση στις … δημόσιες δαπάνες).

Το τι θα έρθει μετά δεν μπορεί να προβλεφτεί. Η παρακμή, ωστόσο, της «κεντροαριστεράς» είναι ήδη μια διαδικασία σε εξέλιξη. Ο μόνος που δεν φαίνεται να το πιστεύει είναι ο δικός μας πρωθυπουργός, ο οποίος, στην προσπάθειά του να προσεγγίσει την ξεφτιλισμένη ευρωπαϊκή ΣΔ, σε μια γραμμή ΤσιπρΟλάντ, επιδεικνύει έναν φτωχοπροδρομισμό, που, βέβαια, λέει περισσότερα για τον ίδιο παρά για τις διεθνείς των απανταχού πασόκων.

Πολύ δύσκολα, λοιπόν, τα πράγματα για την «κεντροαριστερά». Και εξαιρετικά αμφίβολη η προοπτική της. Αυτό είναι, περισσότερο και από την, καθημάς, συνενοχή της με τη Δεξιά,  που την «τσιτώνει» και την κάνει υστερική και έξαλλη στην έκφρασή της. Δεν είναι μόνο ο Θεοδωράκης. Δείτε το Λοβέρδο ή τον Βενιζέλο, την Διαμαντοπούλου, τον Ραγκούση και τον Αλέκο Παπαδόπουλο ή τον Χάρη Θεοχάρη, τον Φωτήλα και τον Αμυρά. Ολονών το μάτι παίζει. Τσατάλια τα νεύρα. Ο υστερικός παροξυσμός, που εκδηλώνεται στις παρεμβάσεις του είναι το πιο ισχυρό σήμα για την επερχόμενη εξαφάνιση του χώρου. Ατομικά θα διασωθούν οι περισσότεροι, ως ορίτζιναλ δεξιοί. Ο χώρος, όμως, πνέει τα λοίσθια.

Κι αυτό βγάζει σύνδρομα ακόμη και στους διανοούμενους του. Χαρακτηριστική περίπτωση ο Μιχάλης Μητσός, ο οποίος μας πληροφορεί, από την στήλη του στα «Νέα», πως η καλή δημοσκοπική πορεία του αριστερού Μελανσόν στη Γαλλία μετατρέπει το 2ο γύρο των προεδρικών εκλογών σε μάχη ανάμεσα στη Δεξιά και την Ακροδεξιά, κάνοντας επίδειξη συμπλεγματικής αντιμετώπισης του επερχομένου κακού, στο μέτρο που είναι παγκοίνως γνωστό πως η γαλλική ΣΔ θα κατέβει με αρκετά περισσότερες της μίας υποψηφιότητες. Αλλά, για τον Μητσό δεν «φταίει» ο γελοίος και οικονομικά ακροδεξιών πεποιθήσεων σοσιαλιστής (sic) σημερινός υπουργός Οικονομικών Μακρόν, αλλά ο … Μελανσόν. Μετά από αυτό δεν είναι παράδοξο που συνοψίζει τις απόψεις της ορθής «φιλελεύθερης αριστεράς» ως εξής: ««[Π]ροοδευτικό»  είναι να αναγνωρίζεις ότι δεν υπάρχει εναλλακτική λύση στον παγκόσμιο καπιταλισμό, αλλά ότι πρέπει να τον διορθώνεις με βάση τη λογική […] Να πιστεύεις στην ισότητα των ευκαιριών και στην ανισότητα της αξίας».

Αν αυτό είναι «προοδευτικό» μπορούμε να φανταστούμε τι σημαίνει αντιδραστικό. Δεν χρειάζεται, άλλωστε, μεγάλη φαντασία. Το κύμα αντιδραστικού λαϊκισμού, που κατακλύζει τη δημόσια συζήτηση –από την αριστεία έως το δικαίωμα της Εκκλησίας να έχει άποψη για όλα, την επαναφορά στη λατρεία της Τάξης και της ασφάλειας- πάει ασορτί με το «προοδευτικό» του Μητσού.

Στην πραγματικότητα, ο πυρήνας της στάσης των «κεντροαριστερών» σήμερα βασίζεται στον απλό γυμνό αντικομμουνισμό. Η, ταξική εν τέλει, αυτή τοποθέτηση είναι που κατεξοχήν τους χαρακτηρίζει. Έτσι είναι που ο Πρετεντέρης και ο Μητσός, ο Παπαχρήστος και ο Κανέλλης γίνονται άμεσα εξαπτέρυγα του Μητσοτάκη, τώρα που οι διαμεσολαβήσεις εξέλιπαν.

Μέσα, λοιπόν, από μια περίεργη ειρωνεία της τύχης όλοι τούτοι οι «φιλελεύθεροι αριστεροί» έφτασαν να αποκτούν υπόσταση απλώς και μόνο ως αντισυριζαίοι. Δεν έχει σημασία τι στα τσάκνα αριστερά είναι αυτή που μας κυβερνάει. Ο αντικομμουνισμός δεν νοιάζεται γι’ αυτό –αξιοποιεί ό,τι μπορεί κι όπου μπορεί. Αν το θέμα είναι να μην σηκώσουν κεφάλι οι «επικίνδυνες τάξεις» θα εντάξουν και τη Λεπέν στο κομμουνιστικό στρατόπεδο –το κάνουν, μάλιστα, ήδη με την πληθωριστική χρήση της έννοιας του λαϊκισμού, που όλα τα σφάζει και όλα τα μαχαιρώνει. Ό, τι δεν είναι Σόιμπλε και Μπλερ μαζί, για τη «φιλελεύθερη αριστερά» μας είναι, ως γνωστόν, λαϊκισμός, δηλαδή … κομμουνισμός.

Και δεν θα πρέπει η Αριστερά και το αντιμνημονιακό κίνημα στη χώρα μας να αδιαφορήσουν γι’ αυτά τα πολιτικά και πολιτισμικά ρετάλια. Όσο είναι καθήκον η μετωπική αντιπαράθεση στην αποφασισμένα και αποφασιστικά μνημονιακή μας κυβέρνηση  άλλο τόσο δεν πρέπει να αφήνεται στο απυρόβλητο η παραδοσιακή δεξιά και το ακραίο κέντρο. Κάθε άλλο παρά τελείωσε η  ελληνική κοινωνία μαζί τους –ακόμη και ως πρόσωπα. Όταν έρθει η ώρα τους ξανά, δεν θα φάνε τον Παππά ή τον Σπίρτζη. Εμάς θα φάνε.

ΥΓ. Ο Ευκλείδης Τσακαλώτος, πριν από λίγες μέρες, απηύθυνε μια πρόκληση προς τους αριστερούς της «άλλης όχθης»(!). Δεδομένης της αντιπαράθεσης του υπουργού Παιδείας με την Εκκλησία τους κάλεσε, λίγο πολύ, να κάνουν … το καθήκον τους. Και έθεσε, έτσι, ένα ζήτημα που εμφανίζεται, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, πολλές φορές στην ιστορία. Να είσαι σφόδρα αντίπαλος με μια πολιτική δύναμη και να πρέπει να υπερασπιστείς κάτι που εισηγείται.

Επ’ αυτού, λοιπόν, να πω δυό λόγια. Η έξοδος, ο εξοβελισμός, της Εκκλησίας από την εκπαίδευση είναι ένα βήμα δημοκρατίας, που θα έπρεπε να έχει γίνει εδώ και πολύ καιρό. Ως εκπαιδευτικός –είμαι βέβαιος και άλλοι του δικού μου φυράματος- θα υποστηρίξω καθετί σε αυτήν την κατεύθυνση. Η άρνηση μιας τέτοιας στάσης δεν συνιστά αριστερισμό, αλλά ηλιθιότητα.

Προσοχή, όμως!

Αυτό, αν είναι να γίνει, οι αριστεροί θα το κάνουν κόντρα στην κυβέρνηση Καμμένου (του δοξασμένου τριπτύχου Στρατός, Αστυνομία, Ορθοδοξία), κόντρα στις προτάσεις αναθεώρησης του Συντάγματος, που, όπως διαβεβαίωσε το ποίμνιο ο Τσίπρας δεν θίγουν την θέση της Εκκλησίας ως κρατούσας, κόντρα στον εκβιαστικό, από την άποψη της ελευθερίας της συνείδησης, τρόπο απαλλαγής από το μάθημα των Θρησκευτικών που ισχύει στα σχολεία.

Πολύ περισσότερο που καμιά πρόθεση εξοβελισμού της μακριού χεριού της  ελλαδικής ιεραρχίας από την εκπαίδευση δεν υποσημειώνει μια απλή αλλαγή στο αναλυτικό πρόγραμμα του μαθήματος των Θρησκευτικών. Η οποία, επιπλέον, για να είμαστε δίκαιοι, δεν είναι της σημερινής κυβέρνησης πρωτοβουλία. Γι’ αυτό, μάλλον, ο πρωθυπουργός την υπερασπίστηκε … φρόνιμα, βεβαιώνοντας τον αρχιεπίσκοπο πως θα «τα ξαναδούμε εν καιρώ».

Έτσι έχουν τα πράγματα, δυστυχώς.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Πρωτοβουλία για την Ενότητα Εργαζομένων: Απαιτούμε την υπαγωγή της ΕΛΒΟ σε ενιαίο αμυντικό φορέα

Βιβλιοπαρουσίαση: «Confiteor», του Ζάουμε Καμπρέ