Αφιέρωμα 2012: Ο Φίλιππος Δραγούμης ξανά γενικός διοικητής Μακεδονίας (1933)

Του Γιάννη Γκλαρνέτατζη

 

Στις 19.3.1933 επανακάμπτει στη Γενική Διοίκηση Μακεδονίας ο Φίλιππος Δραγούμης μετά από απουσία μόλις δύο μηνών.[1] Ο Φίλιππος (1890-1980), ήταν γιος του επίσης διατελέσαντος γενικού διοικητή Μακεδονίας Στέφανου Δραγούμη (1913)[2] κι ένα από τα αδέλφια του (πολύ πιο) γνωστού Ίωνα Δραγούμη. Σπούδασε νομικά, πολέμησε στους Βαλκανικούς πολέμους, εντάχθηκε στο διπλωματικό σώμα και κατόπιν ακολούθησε πολιτική στραδιοδρομία. Εκλέχθηκε επανειλημμένα βουλευτής στην περιφέρεια Φλώρινας-Καστοριάς (1920, 1926, 1932, 1933) και το 1946 στην περιφέρεια Θεσσαλονίκης, ενώ διετέλεσε υπουργός διαφόρων κυβερνήσεων, ιδίως τα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια.[3] Σταθερά φιλομοναρχικός βρισκόταν κοντά στον Ιωάννη Μεταξά ήδη από το 1922,[4] και ήταν διαχρονικά από τους ιθύνοντες νόες στη χάραξη της πολιτικής πιέσεων έναντι της «ανύπαρκτης» μειονότητας στη Μακεδονία.[5]

 

Το πήγαινε-έλα που παρατηρείται στις αρχές του 1933 στη θέση του γενικού διοικητή Μακεδονίας αποτελεί τμήμα της έκρυθμης πολιτικής κατάστασης στη χώρα γενικά. Στις βουλευτικές εκλογές της 25.9.1932 το Λαϊκό Κόμμα είχε υπερισχύσει με λίγες ψήφους επί των Φιλελευθέρων κι έτσι ο Παναγής Τσαλδάρης σχημάτισε κυβέρνηση (4.11.1932) στην οποία ο Δραγούμης ανέλαβε τη θέση του γενικού διοικητή. Αυτή η κυβέρνηση, παρότι στηριζόταν στην κοινοβουλευτική ανοχή της αξιωματικής αντιπολίτευσης, άρχισε διώξεις εναντίον βενιζελικών αξιωματικών και υπαλλήλων, τις οποίες στη Θεσσαλονίκη συντόνιζε από τη θέση του ο Δραγούμης. Έτσι οι Φιλελεύθεροι απέσυραν την εμπιστοσύνη τους στον Τσαλδάρη στις 16.11.1933 οπότε και σχηματίστηκε η τελευταία κυβέρνηση Βενιζέλου.[6] Στο μεταβατικό αυτό κυβερνητικό σχήμα γενικός διοικητής Μακεδονίας «ωρκίσθη ο κ. Εξηντάρης» μας πληροφορεί η «Μακεδονία» στις 19.1.1933, η οποία στο πρωτοσέλιδο του ίδιου φύλλου έχει μονόστηλο όπου αναγράφει πως «ο τέως Γενικός Διοικητής δια παρανόμου αποφάσεώς του απέλυσε τας βενιζελικάς κυρίας του Δ. Συμβουλίου του Πατριωτικού Ιδρύματος αντικαταστήσας αυτάς σύμφωνα με τας κομματικάς του αντιλήψεις. Το δικαίωμα του διορισμού και της παύσεως μελών του Συμβουλίου του Π.Ι.Π. έχει μόνον ο υπουργός της Προνοίας. Κατά ταύτα είνε παράνομος και άκυρος η απόφασις του γκρεμοτσακισθέντος κ. Δραγούμη».[7]

 

Η νέα κυβέρνηση προκηρύσσει εκλογές. Σ’ αυτές το Λαϊκό Κόμμα του Τσαλδάρη συνεργάσθηκε με το Εθνικό Ριζοσπαστικό Κόμμα του Κονδύλη και το Κόμμα Ελευθεροφρόνων του Μεταξά,[8] ενώ οι Φιλελεύθεροι του Βενιζέλου συγκρότησαν τον Εθνικό Συνασπισμό με της συμμετοχή των Προοδευτικών Φιλελευθέρων του Καφαντάρη, της Δημοκρατικής Ενώσεως του Παπαναστασίου και μιας μερίδας των Αγροτικών. Η προεκλογική εκστρατεία ήταν έντονη και στη διάρκειά της υπήρξαν «αλλεπάλληλες  εξαιρετικά ωμές κρατικές βιαιότητες εναντίον κομμουνιστών και εργατών» από την κυβέρνηση Βενιζέλου.[9] Στη Θεσσαλονίκη το πιο χαρακτηριστικό γεγονός συνέβη στις 15.2 όταν η αστυνομία περικύκλωσε και επιτέθηκε πυροβολώντας στο κτίριο του Ενωτικού Εργατικού Κέντρου (στη συμβολή των οδών Βενιζέλου και Ιουστινιανού, απέναντι από την είσοδο του Καραβάν Σεράι) σκοτώνοντας επτά εργάτες.[10] Οι εκλογές διεξάγονται στις 5 Μαρτίου με πλειοψηφικό σύστημα, επιλογή του Βενιζέλου που όμως ευνοεί τους αντιπάλους του καθώς ενώ ο Εθνικός Συνασπισμός παίρνει περισσότερες ψήφους (46,32%) μένει με 110 έδρες, ενώ οι αντιβενιζελικοί με λιγότερες –έστω και ελάχιστα– ψήφους (46,19%) εκλέγουν 136 βουλευτές και αποκτούν απόλυτη πλειοψηφία στη Βουλή, που είχε 248 μέλη.[11] Το βράδυ των εκλογών ο Πλαστήρας κάνει πραξικόπημα (στο οποίο συμμετέχει και ο στρατηγός Πέτρος Κλάδος, διοικητής του Γ΄ σώματος στρατού) και κηρύσσει δικτατορία η οποία όμως καταρρέει την επόμενη ημέρα.[12]

 

Έτσι ο Τσαλδάρης αναλαμβάνει ξανά την πρωθυπουργία κι ο Δραγούμης τη γενική διοίκηση Μακεδονίας. Ο τελευταίος, μάλιστα, δηλώνει σχετικά: «Είμαι ευτυχής διότι επανέρχομαι εις Θεσσαλονίκην να συνεχίσω το διακοπέν εις την αρχήν του έργον της ανορθώσεως της διοικήσεως εις την Μακεδονίαν… Εις την Μακεδονίαν, χώραν πρωταρχικής σημασίας δια τον Ελληνισμόν και το ελληνικόν κράτος, τελείται αναδημιουργία ριζική, την οποίαν το κράτος δια των εκπροσώπων του οφείλει να διαγνώση κατά βάθος και να υποβοηθήση όπως εξελιχθή αδιατάρακτος και φυσιολογικώς… Ήδη, μετά την οριστικήν αποκατάστασιν της λαϊκής κυριαρχίας και του ομαλού πολιτικού ρυθμού, άρχεται η περίοδος της μεθοδικής, ομαδικής και απροσκόπτου εργασίας, της τεινούσης προς καλλιτέρα αύριον».[13] Αν δεν ήταν η καθαρεύουσα θα μπορούσαμε να μπερδευτούμε με αντίστοιχου πατερναλιστικού ύφους υποσχέσεις σύγχρονων μας πολιτευτών των κυρίαρχων πολιτικών δυνάμεων. Στον επανακάμπτοντα, σιδηροδρομικώς, γενικό διοικητή ετοιμάζεται μεγάλη υποδοχή καθώς αντιπροσωπείες των κυβερνητικών κομμάτων θα τον προϋπαντήσουν στο Πλατύ, ενώ με ανακοινώσεις τους καλούν τα μέλη και τους φίλους τους στον Σταθμό τα παραρτήματα του Λαϊκού Κόμματος των περιοχών Κατιρλή-Κουρή-Αρετσούς, Βαρδαρίου, Π. Κουντουριώτου, Αγ. Φανουρίου, Ισραηλιτών Βαρδαρίου, Καλαμαριάς, Τούμπας, Τρώδος, Καϋστρίου Πεδίου, καθώς και οργανώσεις όπως η Ένωσις Εφέδρων Υπαξιωματικών Μακεδονίας-Θράκης, οι μη διορισθέντες απόφοιτοι της σχολής ΤΤΤ, ο Σύνδεσμος κατοίκων Αγ. Φωτεινής, η Εθνική Πολιτική Ένωσις Ψηφοφόρων, ο Σύλλογος Γονέων και Κηδεμόνων Μαθητιώσης Νεολαίας, ο Κοινωνικός Σύνδεσμος συνοικίας Αγ. Φανουρίου, η Ένωσις Εργατών Ειδών Ταξειδίου «Η Κοίμησις της Θεοτόκου», το Εθνικόν Σώμα Παλαιών Πολεμιστών, η Ένωσις Κατωτέρων Αποστράτων Αξιωματικών Ξηράς Μακεδονίας-Θράκης, η Οργάνωσις «Ξίφοι (sic) Βυζαντινών», η Συνομοσπονδιακή Πανελλήνιος Προσφυγική Ένωσις και προσωπικά ο Νικόλαος Μάνος,[14] ο οποίος σχεδόν ένα χρόνο αργότερα θα εκλεγεί δήμαρχος. Τα δημοσιεύματα των φιλοκυβερνητικών εφημερίδων την επόμενη της άφιξης του Δραγούμη έχουν πανηγυρικούς τόνους. «Η Θεσσαλονίκη υπεδέχθη χθες αποθεωτικώς τον επανελθόντα Γενικόν Διοικήτην μας κ. Φίλιππον Δραγούμην. Ο λαός τον συνώδευσεν εν θριάμβω από του Σταθμού εις το Διοικητήριον», γράφει ο «Ταχυδρόμος της Βορείου Ελλάδος», ενώ «Το Φως» αναφέρει πως: «Η Θεσσαλονίκη εν παλλαϊκώ συναγερμώ υπεδέχθη χθες τον Υπουργόν Γενικόν Διοικητήν» και προσθέτει ότι «τα πλήθη του κόσμου απεδοκίμασαν και επεχείρησαν να λυντσάρουν τον κ. Βαμβακάν διασωθέντα χάρις εις την επέμβασιν του κ. Γκισερλή». Τα επεισόδια έγιναν έξω από τον ναό της Αγ. Σοφίας, όπου τελέστηκε μνημόσυνο υπέρ πεσόντων στους πολέμους και στο οποίο είχε πάει ο Δραγούμης μετά την υποδοχή.[15] Ο Χαρίσιος Βαμβακάς ήταν ο βενιζελικός δήμαρχος που παύθηκε, μετά από παρέμβαση και του Δραγούμη, στις 30.6.1933,[16] ενώ ο Γκισερλής ήταν ο νέος αστυνομικός διευθυντής της πόλης.

 

Παραπομπές:

[1] Ευάγγελος Χεκίμογλου, Ο Νικόλαος Μάνος και ο Μεσοπόλεμος στη Θεσσαλονίκη, Εταιρεία Μακεδονικών Σπουδών – University Studio Press, Θεσσαλονίκη 2010, σ. 529, 534.

[2] Ευ. Χεκίμογλου, Ο Νικόλαος Μάνος…, ό.π., σ. 527.

[3] http://www.ascsa.edu.gr/index.php/archives/philippos-dragoumis-biography.

[4] Σπύρος Μαρκέτος, Πώς φίλησα τον Μουσσολίνι! Τα πρώτα βήματα του ελληνικού φασιμού, Βιβλιόραμα, Αθήνα 2006, σ. 126.

[5] Ο Φ. Δραγούμης συνέταξε σχετικό απόρρητο υπόμνημα προς το ΓΕΣ (12.11.1948), αλλά και εμπιστευτικό σημείωμα προς τον βασιλιά, τον πρωθυπουργό και τον υπουργό Εξωτερικών (14.9.1962). Βλ. Δημήτρης Λιθοξόου, Η ελληνική πολιτική για τη μετονομασία της μακεδονικής γλώσσας – Απόρρητο υπόμνημα του 1948, στο http://www.lithoksou.net/dhraghumis.html.

[6] Σπ. Μαρκέτος, Πώς φίλησα τον Μουσσολίνι!..., ό.π., σ. 312-313· Ευ. Χεκίμογλου, Ο Νικόλαος Μάνος…, ό.π., σ. 527, 529.

[7] Μακεδονία, 19.1.1933.

[8] Ευ. Χεκίμογλου, Ο Νικόλαος Μάνος…, ό.π., σ. 531.

[9] Σπ. Μαρκέτος, Πώς φίλησα τον Μουσσολίνι!..., ό.π., σ. 316.

[10] Κώστας Τομανάς, Χρονικό της Θεσσαλονίκης 1921-1944, Νησίδες, Θεσσαλονίκη 1996, σ. 150· Αλέξανδρος Δάγκας, Συμβολή στην έρευνα για την οικονομική και κοινωνική εξέλιξη της Θεσσαλονίκης: Οικονομική δομή και κοινωνικός καταμερισμός της εργασίας, 1912-1940, Επαγγελματικό Επιμελητήριο Θεσσαλονίκης, Θεσσαλονίκη 1998, σ. 666.

[11] Ευ. Χεκίμογλου, Ο Νικόλαος Μάνος…, ό.π., σ. 531.

[12] Κώστας Τομανάς, Χρονικό της Θεσσαλονίκης 1921-1944, ό.π., σ. 148, 150.

[13] Μακεδονικά Νέα, 19.3.1933.

[14] Το Φως, 19.3.1933.

[15] Το Φως & Ταχυδρόμος της Βορείου Ελλάδος, 20.3.1933.

[16] Ευ. Χεκίμογλου, Ο Νικόλαος Μάνος…, ό.π., σ. 540.